Λοιπόν, πιο γλετζές, πιο χαριτωμένος άνθρωπος από το Γιάννη τον Ξεφλούδα δεν εματάγινε. Ήταν μουσικός στη στρατιωτική μπάντα. Κοντούτσικος, ολοστρόγυλος, σαν κάτι σμυρνέικα πεπονάκια, τόσα δα! Μα όταν έπαιζε την κλαπαδώρα και έφτανε το σόλο του στην «Καβαλαρία Ρουστικάνα» να πούμε, ή στο «Λαντόνα Εμόπιλε», ο Γιάννης ο Ξεφλούδας ψήλωνε στις μύτες των παπουτσιών του, σήκωνε το χωνί της κλαπαδώρας ψηλά, γούρλωνε τα μάτια και γινότανε τόσος κι άλλος τόσος! Και τότε όλοι στην πλατεία τον προσέχανε και μουρμουρίζανε: «Μωρέ μπράβο, Ξεφλούδα!».
Η ιστορία ξεκινά στο Κάμελοτ, κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Πρωτοχρονιάς. Ο Βασιλιάς Αρθούρος αρνείται να φάει αν δεν ακούσει πρώτα μια ιστορία θαυμαστή. Η επιθυμία του εκπληρώνεται με τον πιο τρομακτικό τρόπο: ένας γιγάντιος ενήλικας ιππότης, εξ ολοκλήρου πράσινος, εισβάλλει έφιππος στην αίθουσα. Δεν φορά πανοπλία, αλλά κρατά ένα κλαδί ελιάς (σύμβολο ειρήνης) και ένα φρικαλέο
Όταν πέθανε ο γέρο-Μαρούκα, ο ανιψιός του, ο Μαρουκίνο όπως τον φώναζαν όλοι χαϊδευτικά στην πόλη, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι χρόνια του και ετοιμαζόταν με βαριά καρδιά να πάει να υπηρετήσει τη θητεία του στο στρατό. Η Θεία Μικελίνα, η δεύτερη γυναίκα του γέρο-Μαρούκα, ήταν εκείνη που τον είχε αναθρέψει σαν αληθινή μητέρα από τότε που ήταν μωρό στην κούνια. Για εκείνη, ο Μαρουκίνο δεν
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την έναρξη μιας από τις πιο ευφυείς και χιουμοριστικές αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του μεγάλου οραματιστή συγγραφέα. Στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ, ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ αφήνει για λίγο τα ταξίδια στον πυρήνα της γης και στα βάθη των ωκεανών, για να μας μεταφέρει σε μια πολύ πιο «επικίνδυνη» και κωμική περιπέτεια: την προσπάθειά του να επιβιώσει σε ένα κυνήγι στην εξοχή της Νορμανδίας.
Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ δεν κάνει απλώς μια χιουμοριστική αφήγηση· χρησιμοποιεί το κοφτερό του πνεύμα για να αποδομήσει πλήρως την εικόνα του «γενναίου» κυνηγού. Μέσα από την αυτοσαρκαστική του ματιά, γελοιοποιεί την υπεροψία, την αιμοδιψή διάθεση και τον δήθεν ηρωισμό όσων θεωρούν το κυνήγι άθλημα ή κοινωνική καταξίωση.
ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ
ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ
Είμαι κυνηγός; Πιστεύω πως όχι. Εντούτοις, στις 28 Αυγούστου 1881, βρέθηκα στο Villers-Bocage, προσκεκλημένος του φίλου μου Guillon. Ο εξοπλισμός μου, δανεικός από τον Deleuze, περιλάμβανε ένα όπλο που «κλωτσούσε», όπως με προειδοποίησαν. «Ελπίζω να κλωτσάει προς το θήραμα», απάντησα, αν και κατά βάθος ένιωθα σαν στρατιώτης που πηγαίνει σε μάχη χωρίς να ξέρει πού είναι ο εχθρός.
Σε μια παρέα γέρων, ένα βράδυ, γινότανε λόγος για τις αρχαίες φρυκτωρίες· τις φωτιές που άναβαν από βουνό σε βουνό οι Έλληνες του Τρωικού Πολέμου, για να στείλουν στις Μυκήνες το μήνυμα πως η φωτιά που έβαλε στην καρδιά του Πάρη η ομορφιά της Ελένης, τελείωσε με την πυρκαγιά της Τροίας. Ένας δάσκαλος, μάλιστα, άρχισε με στόμφο την ετυμολογία της λέξης «φρυκτωρία» και ανέλυε πώς οι
Πριν πολλά χρόνια, καθώς το βράδυ πλησίαζε, ο Σεβάσμιος Πέδρο Αρμπουεθύλα, έκτος ηγούμενος των Δομινικανών της Σεγκόβια και τρίτος Μεγάλος Ιεροεξεταστής της Ισπανίας, ακολουθούμενος από ένα αδερφό εξομολογητή και προπορευόμενος από δύο οικείους του Ιερού Γραφείου οι οποίοι κρατούσαν
Πάνω από τη μεγάλη πόρτα μιας παλιάς εκκλησίας που βρισκόταν σε μια ήσυχη πόλη μιας μακρινής χώρας, ήταν σκαλισμένη σε πέτρα η μορφή ενός μεγάλου Γρύπα. Ο γλύπτης παλιάς εποχής είχε κάνει τη δουλειά του με μεγάλη προσοχή, αλλά η εικόνα που είχε δημιουργήσει δεν ήταν ευχάριστη στην όψη. Είχε μεγάλο κεφάλι με τεράστιο ανοιχτό στόμα και άγρια δόντια. Από την πλάτη του ξεφύτρωναν μεγάλα
Και με το σπιθόβολημα της ψυχής, με την αποφασιστική ροπή που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων, με το τρεμούλιασμα της φωνής που πρόδιδε τη βαθιά συγκίνηση, άνοιξαν ορθά τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ’ αλλού.
Και από τον τόσο λαό που περνοδιάβαινε εκεί στο λιθόστρωτο, ανάμεσα στους Εβραίους που ξυπόλυτοι κουβαλούσαν τα σακιά από το τελωνείο, τον ψωμά, τον μανάβη και τον κουρέα που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες τους, τον σαράφη που μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλιρα βασανίζοντας με τον ήχο και τη λαμπρότητά τους τον κόσμο, κανείς ούτε πρόσεξε ούτε ήταν ικανός να αισθανθεί τη λαχτάρα που είχαν στο αγκάλιασμά τους οι δυο φίλοι.
Επεράσαμε το ποτάμι των Καμινίων. Το χωριό είναι από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες, που κατοικούν αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. Θεωρείται απ' όλους η μέση του δρόμου από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους πολυώρους σταθμούς των. Τώρα ο ήλιος είχε δύσει, το σκοτάδι ήρχετο και οι καρολόγοι απεφάσισαν να ξενυχτήσουν εκεί. Εξέδυσαν τα άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με δεμάτια από άχυρο για να στεγνώσουν τον ιδρώτα τους, τα σκέπασαν με μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαν όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζει.
Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο, με αυλήν εις το πίσω μέρος, με το απαραίτητο πηγάδι και υπόστεγο για τ' άλογα. Για τους ανθρώπους καμιά φροντίδα δεν έχει ο χαντζής, γιατί αυτοί συνηθίζουν να κοιμούνται κοντά εις τα πόδια των αλόγων τους ή απάνω εις τα κάρα. Οι τοίχοι του χανιού ήσαν κατάμαυροι, η οροφή γεμάτη αράχνες, το έδαφος λάσπες. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτα έκαναν τον σκελετό γυμνών
Αυτή την τόσο φρικιαστική και συνάμα τόσο απλή ιστορία που ξεκινώ να εξιστορώ, ούτε προσδοκώ ούτε απαιτώ να την πιστέψετε. Θα ήμουν πράγματι παράφρων αν περίμενα κάτι τέτοιο για μια υπόθεση όπου οι ίδιες μου οι αισθήσεις αρνούνται τη μαρτυρία τους. Κι όμως, δεν είμαι τρελός — και σίγουρα δεν ονειρεύομαι. Αύριο, όμως, πρόκειται να πεθάνω, και γι’ αυτό επιθυμώ σήμερα να ξαλαφρώσω την ψυχή μου. Σκοπός μου είναι να παρουσιάσω στον κόσμο, απλά, λακωνικά και δίχως σχόλια, μια σειρά από καθημερινά γεγονότα που συνέβησαν στο σπίτι μου. Αυτά τα γεγονότα, με τις ολέθριες συνέπειές τους, με τρομοκράτησαν, με βασάνισαν και με κατέστρεψαν. Ωστόσο, δεν θα επιχειρήσω να τα ερμηνεύσω. Για μένα ήταν πηγή φρίκης — σε πολλούς, όμως, θα
Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο
«Η Γυναίκα του Μαλή»
διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877 – 1940)
(Από «Τα διηγήματα», εκδόσεις Νεφέλη, 1990)
Ελάβαινα συχνά τέτοια γράμματα:
«Ληπών να φρωντήσης ις τον βασιλέα να μου δόσι χάριν να έβγο από την φιλακήν ν’ αφίσο έξω τα κώκκαλά μου.»
Άλλο γράμμα:
«Εδό ις το Ρίον η θάλασσα μπένει μέσα στη φυλακή και οι τοίχοι ίνε βρεμένοι και αισάπισα δεκαπαίνται χρόνια και να κάμεται τα δαίοντα για να τείχω χάρην.»
Άλλο γράμμα:
Η Nathalie Stutzmann με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης.
Η μουσική αυτή έχει μια ιδιαίτερη ιστορία που συνδέεται άμεσα με το διήγημα που θα διαβάσετε πάρα κάτω:
Η Συνεργασία: Το 1872, ο Αλφόνς Ντοντέ μετέτρεψε το διήγημα «Η Αρλεζιάνα» σε θεατρικό έργο. Ζήτησε από τον Georges Bizet (τον συνθέτη της Carmen) να γράψει τη συνοδευτική μουσική.
Οι Σουίτες: Αν και το θεατρικό έργο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία τότε, η μουσική του Bizet θριάμβευσε. Μετά τον θάνατό του, το υλικό οργανώθηκε στις δύο σουίτες (No. 1 και No. 2) που ακούμε σήμερα στις συναυλίες.
Η Ατμόσφαιρα: Αν ακούσετε προσεκτικά το "Prélude", θα αναγνωρίσετε το παραδοσιακό θέμα της Προβηγκίας (Marcho dei Rei), που είναι ταυτόχρονα μεγαλειώδες και αυστηρό, ενώ το περίφημο "Adagietto" στην πρώτη σουίτα αποδίδει με συγκλονιστική τρυφερότητα την αγάπη και τη θλίψη των δύο ηλικιωμένων γονιών.
Η συγκεκριμένη ερμηνεία της Stutzmann φημίζεται για το πάθος και τη δραματικότητα που προσδίδει στο έργο, ταιριάζοντας απόλυτα με την τραγική μοίρα του Γιαν που περιέγραψε ο Ντοντέ.
ο Μπιζέ κατάφερε να μεταφράσει τα συναισθήματα του Ντοντέ σε νότες με μοναδικό τρόπο.
Το ρολόι του χωριού χτύπησε μεσημέρι. Η πόρτα του σχολείου άνοιξε και η μικρή στρατιά των παιδιών ξεχύθηκε έξω, το ένα πάνω στο άλλο, δημιουργώντας έναν θόρυβο σαν μελίσσι που βγαίνει από την κυψέλη. Αντί όμως να σκορπίσουν γρήγορα προς τα σπίτια τους, σταμάτησαν σε μικρές ομάδες,
Το βαπόρι είχε φανεί στο βάθος του ορίζοντα και το λιμάνι άρχιζε να ζωντανεύει. Ήταν η ώρα που το σούρουπο άπλωνε τις πρώτες γκρίζες σκιές του πάνω στα νερά και στις στέγες των σπιτιών. Ο κόσμος μαζευόταν στην προκυμαία, περιμένοντας τους δικούς του ή απλώς για να δει την κίνηση της άφιξης.
Μέσα σε αυτή την ανακατωσιά, ξαφνικά, ακούστηκαν δύο ξεροί πυροβολισμοί. Το πλήθος πάγωσε για μια στιγμή και μετά άρχισε να τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο κέντρο της πλατείας, κοντά στο
Οι «Φιλόστοργοι» είναι ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και συγκαταλέγεται και στα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματά του καθώς ο δραματικός χρόνος είναι μέρες Χριστουγέννων. Το διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1895. Ο τίτλος είναι ειρωνικός κατά το ήμισυ όπως σαρκαστική είναι και η διήγηση που παρουσιάζει μικρές ιστορίες ανθρώπων με φιλόστοργα και άλλους με τάχα φιλόστοργα αισθήματα∙ όπως για παράδειγμα την Κυρά-Πράπω που πηγαίνει “δώρο” στη νονά και τον νονό της αυγά, υπολογίζοντας το κέρδος απ’ το χαρτζιλίκι που θα της δώσουν…
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Φιλόστοργοι
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Φιλόστοργοι» δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1895 στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα του «κοσμοκαλόγερου» των ελληνικών γραμμάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και ηθογραφικό συνθετικό περίγραμμα...
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Φιλόστοργοι δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις. Ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα του