Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Ο ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ Η ΚΛΑΠΑΔΟΡΑ ΤΟΥ




ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ

Λοιπόν, πιο γλετζές, πιο χαριτωμένος άνθρωπος από το Γιάννη τον Ξεφλούδα δεν εματάγινε. Ήταν μουσικός στη στρατιωτική μπάντα. Κοντούτσικος, ολοστρόγυλος, σαν κάτι σμυρνέικα πεπονάκια, τόσα δα! Μα όταν έπαιζε την κλαπαδώρα και έφτανε το σόλο του στην «Καβαλαρία Ρουστικάνα» να πούμε, ή στο «Λαντόνα Εμόπιλε», ο Γιάννης ο Ξεφλούδας ψήλωνε στις μύτες των παπουτσιών του, σήκωνε το χωνί της κλαπαδώρας ψηλά, γούρλωνε τα μάτια και γινότανε τόσος κι άλλος τόσος! Και τότε όλοι στην πλατεία τον προσέχανε και μουρμουρίζανε: «Μωρέ μπράβο, Ξεφλούδα!».

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΣΕΡ ΓΚΑΟΥΕΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΙΠΠΟΤΗ


ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΟΥ

1. Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΑ

Η ιστορία ξεκινά στο Κάμελοτ, κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Πρωτοχρονιάς. Ο Βασιλιάς Αρθούρος αρνείται να φάει αν δεν ακούσει πρώτα μια ιστορία θαυμαστή. Η επιθυμία του εκπληρώνεται με τον πιο τρομακτικό τρόπο: ένας γιγάντιος ενήλικας ιππότης, εξ ολοκλήρου πράσινος, εισβάλλει έφιππος στην αίθουσα. Δεν φορά πανοπλία, αλλά κρατά ένα κλαδί ελιάς (σύμβολο ειρήνης) και ένα φρικαλέο

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΙΚΕΛΙΝΑΣ

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΙΚΕΛΙΝΑΣ


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ

Όταν πέθανε ο γέρο-Μαρούκα, ο ανιψιός του, ο Μαρουκίνο όπως τον φώναζαν όλοι χαϊδευτικά στην πόλη, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι χρόνια του και ετοιμαζόταν με βαριά καρδιά να πάει να υπηρετήσει τη θητεία του στο στρατό. Η Θεία Μικελίνα, η δεύτερη γυναίκα του γέρο-Μαρούκα, ήταν εκείνη που τον είχε αναθρέψει σαν αληθινή μητέρα από τότε που ήταν μωρό στην κούνια. Για εκείνη, ο Μαρουκίνο δεν

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την έναρξη μιας από τις πιο ευφυείς και χιουμοριστικές αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του μεγάλου οραματιστή συγγραφέα. Στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ, ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ αφήνει για λίγο τα ταξίδια στον πυρήνα της γης και στα βάθη των ωκεανών, για να μας μεταφέρει σε μια πολύ πιο «επικίνδυνη» και κωμική περιπέτεια: την προσπάθειά του να επιβιώσει σε ένα κυνήγι στην εξοχή της Νορμανδίας.

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ δεν κάνει απλώς μια χιουμοριστική αφήγηση· χρησιμοποιεί το κοφτερό του πνεύμα για να αποδομήσει πλήρως την εικόνα του «γενναίου» κυνηγού. Μέσα από την αυτοσαρκαστική του ματιά, γελοιοποιεί την υπεροψία, την αιμοδιψή διάθεση και τον δήθεν ηρωισμό όσων θεωρούν το κυνήγι άθλημα ή κοινωνική καταξίωση.

ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ



ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ

Είμαι κυνηγός; Πιστεύω πως όχι. Εντούτοις, στις 28 Αυγούστου 1881, βρέθηκα στο Villers-Bocage, προσκεκλημένος του φίλου μου Guillon. Ο εξοπλισμός μου, δανεικός από τον Deleuze, περιλάμβανε ένα όπλο που «κλωτσούσε», όπως με προειδοποίησαν. «Ελπίζω να κλωτσάει προς το θήραμα», απάντησα, αν και κατά βάθος ένιωθα σαν στρατιώτης που πηγαίνει σε μάχη χωρίς να ξέρει πού είναι ο εχθρός.

ΦΡΥΚΤΩΡΙΑ


ΦΡΥΚΤΩΡΙΑ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ

Σε μια παρέα γέρων, ένα βράδυ, γινότανε λόγος για τις αρχαίες φρυκτωρίες· τις φωτιές που άναβαν από βουνό σε βουνό οι Έλληνες του Τρωικού Πολέμου, για να στείλουν στις Μυκήνες το μήνυμα πως η φωτιά που έβαλε στην καρδιά του Πάρη η ομορφιά της Ελένης, τελείωσε με την πυρκαγιά της Τροίας. Ένας δάσκαλος, μάλιστα, άρχισε με στόμφο την ετυμολογία της λέξης «φρυκτωρία» και ανέλυε πώς οι

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΩΓΚΥΣΤ ΝΤΕ ΒΙΛΙΕ ΝΤΕ Λ'ΙΛ ΑΝΤΑΜ

 


Πριν πολλά χρόνια, καθώς το βράδυ πλησίαζε, ο Σεβάσμιος Πέδρο Αρμπουεθύλα, έκτος ηγούμενος των Δομινικανών της Σεγκόβια και τρίτος Μεγάλος Ιεροεξεταστής της Ισπανίας, ακολουθούμενος από ένα αδερφό εξομολογητή και προπορευόμενος από δύο οικείους του Ιερού Γραφείου οι οποίοι κρατούσαν

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΓΡΥΠΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ





του  ΦΡΑΝΚ ΣΤΟΚΤΟΝ

Πάνω από τη μεγάλη πόρτα μιας παλιάς εκκλησίας που βρισκόταν σε μια ήσυχη πόλη μιας μακρινής χώρας, ήταν σκαλισμένη σε πέτρα η μορφή ενός μεγάλου Γρύπα. Ο γλύπτης παλιάς εποχής είχε κάνει τη δουλειά του με μεγάλη προσοχή, αλλά η εικόνα που είχε δημιουργήσει δεν ήταν ευχάριστη στην όψη. Είχε μεγάλο κεφάλι με τεράστιο ανοιχτό στόμα και άγρια δόντια. Από την πλάτη του ξεφύτρωναν μεγάλα

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η ΠΑΤΡΙΔΑ

Η ΠΑΤΡΙΔΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

— Μωρέ, εσύ 'σαι, Πέτρο; — Γιωργάκη, εσύ;


Και με το σπιθόβολημα της ψυχής, με την αποφασιστική ροπή που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων, με το τρεμούλιασμα της φωνής που πρόδιδε τη βαθιά συγκίνηση, άνοιξαν ορθά τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ’ αλλού.

Και από τον τόσο λαό που περνοδιάβαινε εκεί στο λιθόστρωτο, ανάμεσα στους Εβραίους που ξυπόλυτοι κουβαλούσαν τα σακιά από το τελωνείο, τον ψωμά, τον μανάβη και τον κουρέα που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες τους, τον σαράφη που μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλιρα βασανίζοντας με τον ήχο και τη λαμπρότητά τους τον κόσμο, κανείς ούτε πρόσεξε ούτε ήταν ικανός να αισθανθεί τη λαχτάρα που είχαν στο αγκάλιασμά τους οι δυο φίλοι.

ΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΚΟΥΤΙ – ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ




Επεράσαμε το ποτάμι των Καμινίων. Το χωριό είναι από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες, που κατοικούν αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. Θεωρείται απ' όλους η μέση του δρόμου από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους πολυώρους σταθμούς των. Τώρα ο ήλιος είχε δύσει, το σκοτάδι ήρχετο και οι καρολόγοι απεφάσισαν να ξενυχτήσουν εκεί. Εξέδυσαν τα άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με δεμάτια από άχυρο για να στεγνώσουν τον ιδρώτα τους, τα σκέπασαν με μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαν όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζει.

Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο, με αυλήν εις το πίσω μέρος, με το απαραίτητο πηγάδι και υπόστεγο για τ' άλογα. Για τους ανθρώπους καμιά φροντίδα δεν έχει ο χαντζής, γιατί αυτοί συνηθίζουν να κοιμούνται κοντά εις τα πόδια των αλόγων τους ή απάνω εις τα κάρα. Οι τοίχοι του χανιού ήσαν κατάμαυροι, η οροφή γεμάτη αράχνες, το έδαφος λάσπες. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτα έκαναν τον σκελετό γυμνών

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ EDGAR ALLAN POE




Αυτή την τόσο φρικιαστική και συνάμα τόσο απλή ιστορία που ξεκινώ να εξιστορώ, ούτε προσδοκώ ούτε απαιτώ να την πιστέψετε. Θα ήμουν πράγματι παράφρων αν περίμενα κάτι τέτοιο για μια υπόθεση όπου οι ίδιες μου οι αισθήσεις αρνούνται τη μαρτυρία τους. Κι όμως, δεν είμαι τρελός — και σίγουρα δεν ονειρεύομαι. Αύριο, όμως, πρόκειται να πεθάνω, και γι’ αυτό επιθυμώ σήμερα να ξαλαφρώσω την ψυχή μου. Σκοπός μου είναι να παρουσιάσω στον κόσμο, απλά, λακωνικά και δίχως σχόλια, μια σειρά από καθημερινά γεγονότα που συνέβησαν στο σπίτι μου. Αυτά τα γεγονότα, με τις ολέθριες συνέπειές τους, με τρομοκράτησαν, με βασάνισαν και με κατέστρεψαν. Ωστόσο, δεν θα επιχειρήσω να τα ερμηνεύσω. Για μένα ήταν πηγή φρίκης — σε πολλούς, όμως, θα

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Στράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»


Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο

  «Η Γυναίκα του Μαλή»

  


«Η Γυναίκα του Μαλή» διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877 – 1940) (Από «Τα διηγήματα», εκδόσεις Νεφέλη, 1990)    




Ελάβαινα συχνά τέτοια γράμματα:               «Ληπών να φρωντήσης ις τον βασιλέα να μου δόσι χάριν να έβγο από την φιλακήν ν’ αφίσο έξω τα κώκκαλά μου.»    Άλλο γράμμα:               «Εδό ις το Ρίον η θάλασσα μπένει μέσα στη φυλακή και οι τοίχοι ίνε βρεμένοι και αισάπισα δεκαπαίνται χρόνια και να κάμεται τα δαίοντα για να τείχω χάρην.»    Άλλο γράμμα:         

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΡΛΕΖΙΑΝΑ


Η Nathalie Stutzmann με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης.

Η μουσική αυτή έχει μια ιδιαίτερη ιστορία που συνδέεται άμεσα με το διήγημα που θα διαβάσετε πάρα κάτω:

Η Συνεργασία: Το 1872, ο Αλφόνς Ντοντέ μετέτρεψε το διήγημα «Η Αρλεζιάνα» σε θεατρικό έργο. Ζήτησε από τον Georges Bizet (τον συνθέτη της Carmen) να γράψει τη συνοδευτική μουσική.

Οι Σουίτες: Αν και το θεατρικό έργο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία τότε, η μουσική του Bizet θριάμβευσε. Μετά τον θάνατό του, το υλικό οργανώθηκε στις δύο σουίτες (No. 1 και No. 2) που ακούμε σήμερα στις συναυλίες.

Η Ατμόσφαιρα: Αν ακούσετε προσεκτικά το "Prélude", θα αναγνωρίσετε το παραδοσιακό θέμα της Προβηγκίας (Marcho dei Rei), που είναι ταυτόχρονα μεγαλειώδες και αυστηρό, ενώ το περίφημο "Adagietto" στην πρώτη σουίτα αποδίδει με συγκλονιστική τρυφερότητα την αγάπη και τη θλίψη των δύο ηλικιωμένων γονιών.

Η συγκεκριμένη ερμηνεία της Stutzmann φημίζεται για το πάθος και τη δραματικότητα που προσδίδει στο έργο, ταιριάζοντας απόλυτα με την τραγική μοίρα του Γιαν που περιέγραψε ο Ντοντέ.

ο Μπιζέ κατάφερε να μεταφράσει τα συναισθήματα του Ντοντέ σε νότες με μοναδικό τρόπο.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΤΟΥ ΣΙΜΟΝ

Διήγημα του Γκυ ντε Μωπασάν





Ι. Η Σκληρή Υποδοχή 



Το ρολόι του χωριού χτύπησε μεσημέρι. Η πόρτα του σχολείου άνοιξε και η μικρή στρατιά των παιδιών ξεχύθηκε έξω, το ένα πάνω στο άλλο, δημιουργώντας έναν θόρυβο σαν μελίσσι που βγαίνει από την κυψέλη. Αντί όμως να σκορπίσουν γρήγορα προς τα σπίτια τους, σταμάτησαν σε μικρές ομάδες,

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ





Μωραϊτίδης, Αλέξανδρος


Αρφανούλα


Καὶ τὴν πρωΐαν ἐκείνην, κατὰ τὴν συνήθειάν της ἡ Ἀρφανοῦλα, πρὶν μεταβῇ εἰς τὸ ἐργοστάσιον, διερχομένη, ἐμβῆκεν εἰς τὴν Καπνικαρέαν, κ' ἐλαφρὰ − ἐλαφρά, ὡς πτηνὸν βηματίζουσα, μὲ τὴν ἐλαιόχρουν κοντὴν μπερτίτσαν της καὶ μὲ τὸ ἐκ μαύρου ψαθίου καπελάκι της, ἤναψε κηρίον εἰς τὸ εἰκονοστάσιον, ἠσπάσθη εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ ρίψασα βιαστικὰ βλέμματα πρὸς τὸ βάθος ὅπου ἐτελεῖτο ἡ Θεία Μυσταγωγία, ἔκαμε πεντέξ σταυροὺς ἀκόμη, βιαστικά, κ' ἐξῆλθε πάλιν, ἐλαφρὰ − ἐλαφρὰ βηματίζουσα ὡς πτηνόν, ἡ Ἀρφανοῦλα μὲ τὴν κοντὴν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη μὲ σπουδήν, πρὸς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, εἰς τὸ ἐργοστάσιον, ὡς πτηνὸν κυνηγημένον.

Ερμού 1895 από Σύνταγμα!!

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ- ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ




Το βαπόρι είχε φανεί στο βάθος του ορίζοντα και το λιμάνι άρχιζε να ζωντανεύει. Ήταν η ώρα που το σούρουπο άπλωνε τις πρώτες γκρίζες σκιές του πάνω στα νερά και στις στέγες των σπιτιών. Ο κόσμος μαζευόταν στην προκυμαία, περιμένοντας τους δικούς του ή απλώς για να δει την κίνηση της άφιξης.

Μέσα σε αυτή την ανακατωσιά, ξαφνικά, ακούστηκαν δύο ξεροί πυροβολισμοί. Το πλήθος πάγωσε για μια στιγμή και μετά άρχισε να τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο κέντρο της πλατείας, κοντά στο

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ

.





ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ



Δὲν εἶχε μείνει πλέον οὔτε τόσον νερὸν εἰς τὴν μικρὰν λίμνην, ὅσον διὰ νὰ καραβίσουν* ὁ Παντελὴς ὁ Φάντης καὶ ὁ Χαράλαμπος ὁ Σανταβελὴς τὰ καραβάκια τους, ὅταν ἐδραπέτευον κάθε δειλινὸν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, μὲ τοὺς «φύλακας»* κρεμαστοὺς ὑπὸ μάλης, καὶ τρέχοντες ἀνεσήκωναν τὰς περισκελίδας των μακρόθεν, οὔτε τόση μούργα, ὅσον διὰ νὰ γεμίζῃ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὴν μικρὰν φιάλην της ἡ γρια-Παναγιοὺ ἡ Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα ἀπὸ βοῦρκον εἰς βοῦρκον, καὶ ξεχωρίζουσα μὲ τὸν πῆχύν της καὶ μὲ τὸ τενεκεδένιο πενηνταράκι της τὸ κατακάθισμα τοῦ λαδιοῦ ἀπὸ τὸ νερὸν καὶ ἀπὸ τὴν λάσπην. Ὁ Κύριος εἰσήκουσε τὰς δεήσεις τῶν πτωχῶν καὶ τοὺς στεναγμοὺς τῶν πενήτων, καὶ ἐσώρευσε τόσας νεφέλας εἰς τὸν αἰθέρα, καὶ ἤστραψε καὶ ἐβρόντησε τόσον τρομακτικὰ εἰς τὸ στερέωμα, καὶ ἔρριψε τόσον ἄφθονον νερὸν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον, ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ πᾶσα ἀκαθαρσία εἰς τὴν γειτονιὰν καὶ νὰ γίνῃ ἓν ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ θάλασσα.

Ἦτο ὥρα δειλινοῦ καὶ ἀπὸ πρωίας ὁ αἰθὴρ ἦτο θολωμένος καὶ σκότος ἐπεκρέματο καὶ συννεφιὰ μεγάλη. «Ὀρώρει δ᾽ οὐρανόθεν νύξ». Τέλος οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνοίγησαν καὶ ἔγινε βροχή, θάλασσα, καταποντισμός. Τὸ κατώγειον τῆς γρια-Ραγιάδαινας ἐγέμισε νερὸν ὣς δύο πήχεις. Τὸ ἐλαιοτριβεῖον τοῦ Λαυκιώτη ἐπατήθη μέχρις ἀναστήματος καὶ πλέον ἀπὸ τὸ νερὸν καὶ οἱ κοπάνες* ἐγέμισαν, αἱ ἐλαῖαι παρεσύρθησαν ἀπὸ τὸν χαμηλὸν σοφάν*, τὸ ἄλογον ἐσταμάτησε, καὶ ὁ Γιάννης ὁ Ἀρμαμέντος ἔμεινε μὲ τὸ πτυάριον εἰς τὴν χεῖρα. Ἡ θεια-Μαριὼ ἡ Κατσικάκαινα ἐβγῆκεν ἔξω εἰς τὸ χαγιάτι καὶ συνέπλεκε τὰς χεῖρας εἰς προσευχὴν ἀγωνίας.

Ὁ σταῦλος τοῦ γερο-Κουμενῆ εἶχε πλημμυρήσει καὶ τὸ γαϊδούρι ἔπλεεν εἰς τὸ νερόν. Ὁ κύριός του ἄλλο μέσον δὲν εὗρε παρὰ νὰ τραβήξῃ τὴν τριχιὰν ἀπὸ τὴν κλαβανὴν ἐπάνω εἰς τὸ πάτωμα, ὥστε τὸ ζῷον νὰ πλέῃ τὸ σῶμα κάτω καὶ τὴν κεφαλὴν ν᾽ ἀνατείνῃ ἐπάνω, μὲ κίνδυνον νὰ πνιγῇ ἀπὸ τὸ σχοινίον πρὶν γλυτώσῃ ἀπὸ τὸ νερόν. Πέραν εἰς τὸν κῆπον τοῦ Σαραφιανοῦ, ἡ πλημμύρα εἶχε ρίψει κάτω τοὺς τοίχους, καὶ τὸ νερὸν ἐξέσπασε μέσα εἰς τὸν κῆπον, παρασῦρον καλύβας, σταύλους, φυτείας καὶ δένδρα. Ὁ Σαραφιανὸς μὲ τὸν κηρωτὸν ἐπενδύτην του, μὲ τὰ ὑποδήματα μέχρι τῶν μηρῶν, ἐπροσπάθει νὰ ἐμβαλώσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων τὸ ρῆγμα τοῦ τοίχου, κουβαλῶν χονδρὰ ξύλα καὶ κούτσουρα καὶ σωρεύων ταῦτα διὰ νὰ φράξῃ τὴν ρωγμήν. Ἡ γρια-Χιόνω ἀπὸ τὸ παράθυρον ἐφώναζε:

― Κάψε τα, γυιέ μου, κάψε τα!

Ἴσως ἐφαντάζετο ὅτι ὁ υἱός της ἐσώρευε τὰ ξύλα διὰ νὰ ἀνάψῃ φωτιάν.

Κάτω εἰς τὸ ποτόκι* ὅλα ἦσαν θάλασσα.

Τὰ κατώγεια τῶν οἰκιῶν εἶχον πλημμυρήσει ὅλα. Τὸ βαρελάδικον τοῦ μαστρο-Στεφανῆ εἶχε γεμίσει νερὸν ὣς δύο μπόια· ὁ βρόχινος ποταμὸς εἶχε ρίψει κάτω, πρῶτον τὸ τσαρδάκι ἢ τὸ μικρὸν παράπηγμα τοῦ Στεφανῆ, εἶτα παρέσυρε τὰ βαρέλια εἰς χορὸν ὅλα, ὅσα ἦσαν ἀποκάτω εἰς τὸ τσαρδάκι, εἶτα εἰσώρμησεν εἰς τὸ ἐργαστήριον τοῦ καλοῦ χειρώνακτος καὶ τὸ ἔκαμε νὰ πλέῃ. Ἀλλ᾽ ἡ πλημμύρα ἦτο εἰς ὅλα τὰ ἰσόγεια καὶ ὅπου τὰ πατώματα ἦσαν χαμηλὰ ἐκινδύνευε νὰ τὰ φθάσῃ. Ἡ γρια-Ραγιάδαινα, ἐφώναζεν ἀπ᾽ ἀντικρὺ νὰ πάγουν νὰ τὴν γλυτώσουν.

Θὰ ἐχρειάζετο βάρκα, διὰ νὰ τῆς κάμουν τὴν χάριν. Ἀλλὰ βάρκα δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη εἰμὴ τὰ βαρέλια τοῦ μαστρο-Στεφανῆ, ὁποὺ ἔπλεαν ὅλα εἰς τὴν σειρὰν μὲ γραφικὴν νωθρότητα. Ὁ υἱὸς τοῦ βαρελᾶ, ὁ μικρός, εἶχε καβαλικεύσει τὸ ἓν τούτων, καὶ εὗρε μεγάλην διασκέδασιν, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε ν᾽ ἀνακαλύψῃ τὸ πηδάλιον τοῦ αὐτοσχεδίου πλοιαρίου. Ἔκλινε πότε μὲ τὸν ἕνα πόδα, πότε μὲ τὸν ἄλλον κατὰ τὸ ρεῦμα καὶ ἦτο ἕτοιμος κάθε στιγμὴν νὰ δώσῃ βουτιάν.

Ἐπάνω εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τῆς συνοικίας, τὸ ἀνατολικόν, δὲν ἦτο φόβος νὰ φθάσῃ τὸ νερὸν εἰς τὰς οἰκίας. Ἐκεῖ ἦσαν τὰ Κοτρώνια, ὑψηλοὶ βράχοι, καμωμένοι ἐπίτηδες διὰ νὰ κτίζουν φωλεὰς τὰ νυχτοπούλια καὶ διὰ νὰ ἀναβαίνουν τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν μὲ τοὺς χαρτίνους ἀετούς, διὰ νὰ κάμουν τρέλας καὶ νὰ φωνάζουν. Ἡ γρια-Σακαβάραινα εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὸν ἐξώστην καὶ ἐτραβοῦσε τὰ μαλλιά της καὶ ἐφώναζε:

― Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό, Θέ μου, τ᾽ εἶν᾽ αὐτό! Ἁμαρτωλοὶ εἶναι καὶ θὰ τοὺς βουλιάξῃ;

Καὶ ἡ θεια-Καρπέταινα, σύζυγος πλοιάρχου, ἐνθυμουμένη τὸν ἄνδρα της καὶ τοὺς υἱούς της, ὁποὺ ἐταξίδευαν μὲ τὸ καράβι, ἔκραζε:

― Παναγιά μ᾽, στὸ πέλαγο! Παναγιά μ᾽, στὸ πέλαγο!

Ὁ γέρων πατήρ, ὁ καλὸς οἰκογενειάρχης, μιᾶς πτωχῆς οἰκίας δίπλα εἰς τὸ βαρελάδικον, εἶχεν ὁπλισθῆ προχείρως μὲ σκαπάνην καὶ μὲ κουβὰν καὶ εἶχε καταβῆ εἰς τὸ ἰσόγειον. Ἐπροσπάθει νὰ ἀδειάσῃ τὸ νερὸν ἀπὸ τὸ κατώγι, ἐπαιδεύετο νὰ φράξῃ ἕως δύο πιθαμὰς τὸ κατώφλιον καὶ ἐπάσχιζε νὰ δέσῃ τὸ πιθάριον τοῦ ἐλαίου εἰς ἕνα κρίκον ἐπὶ τοῦ τοίχου. Ἐγώ ―ἤμην κ᾽ ἐγὼ ἐκεῖ― ἱστάμην εἰς τὸ παράθυρον, ἔβλεπα κ᾽ ἐπροσπαθοῦσα νὰ διώξω τὸν φόβον, νὰ διασκεδάσω. Τὸ εἶχα πάρει πονηρά, καὶ δὲν ἐπῆγα εἰς τὸ σχολεῖον ― ἄλλως πολὺ ἀραιὰ ἐπήγαινα. ― Γυναῖκες ἀνασκουμπωμέναι μέχρι γονάτων, πατοῦσαι εἰς τὰ νερά, ὁ βαρελὰς κοπιάζων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἐργαστήριόν του, νὰ μαζώξῃ τὰ βαρέλια του, νὰ βάλῃ στὴν ἄκρην τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ ξύλα ἀπὸ τὸ χαλασμένον παράπηγμά του, ὅλα ἀπετέλουν παιδικὸν θέαμα. Ἡ φουρνάρισσα ἐφώναζεν ἀπ᾽ ἀντικρὺ νὰ πάγουν νὰ γλυτώσουν τὶς κλάρες της, ὁποὺ τὰς εἶχε παρασύρει τὸ ρεῦμα. Δύο ἢ τρεῖς γέροντες τῆς γειτονιᾶς ἦσαν μέχρι βουβώνων εἰς τὸ νερὸν διὰ νὰ γλυτώσουν ὀλίγες κουτσοῦρες καὶ καυσόξυλα, ὁποὺ ἔπλεαν εἰς τὸν ποταμόν. Ἡ γρια-Μερεγκλίνα, ἀπὸ τὸ στενὸν μέσα ἐφώναζε νὰ τῆς γλυτώσουν τὴν σκαφίδα της, ὁποὺ τὴν εἶχε πάρει τὸ ρεῦμα καὶ τὴν ἔσπρωχνε κάτω πρὸς τὴν θάλασσαν.

Τὰ παιδία ἀπὸ τὸ σχολεῖον εἶχαν κάμει γενικὴν ἔξοδον, καθὼς ἐκόπασεν ἡ βροχὴ καὶ τὸ ρεῦμα τῆς πλημμύρας ἐφούσκωνεν ἀκόμη. Ἐξῆλθον δρομαίως μὲ ἀτάκτους φωνὰς καὶ ἔτρεχαν, ἔτρεχαν εἰς τὴν μεγάλην λίμνην τοῦ νεροῦ κάτω πρὸς τὸν αἰγιαλόν, διὰ νὰ προφθάσουν νὰ χορτάσουν καράβισμα* καὶ παιγνίδι εἰς τὰ νερὰ μίαν φοράν, νὰ βραχοῦν, νὰ παίξουν μὲ τὸ ρεῦμα. Καὶ δύο κοπάδια πάπιες, ὁποὺ ἔπεσαν εἰς τὰ νερὰ ἅμα ἐσταμάτησεν ἡ βροχή, κ᾽ ἐβουτοῦσαν, ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ἔντρομοι.

Πτωχὴ χήρα, ἡ Μαριὼ ἡ Λιβαδάκαινα, μαζὶ μὲ τὴν κόρην της τὴν Ματώ, εὑρίσκοντο εἰς τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον των, εἰς τὸ χαμηλότερον μέρος τοῦ Λιβαδιοῦ, πρὸς τὴν ἐξοχήν, εἰς τὴν ἄκρην τοῦ χωρίου. Ἅμα ἤρχισεν ἡ καταιγὶς καὶ τὰ θεμέλια τῆς οἰκίας ταχέως κατεπλημμύρησαν. Ἀλλ᾽ ἡ Μαριὼ δὲν ἐπρόσεχε κατ᾽ ἀρχὰς εἰς τοῦτο. Εἶχε τὸ μάτι ὑψηλὰ κατὰ τὸ βουνόν. Ἦτον ἀφῃρημένη.

― Μάννα, θὰ πλημμάρουμε, ἐφώναξεν ἡ κόρη της.

Ἡ μήτηρ ἐξηκολούθει νὰ κοιτάζῃ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν.

― Ἂς πᾷ νὰ πλημμάρουμε, ἐψιθύρισε.

― Μάννα, πλημμάραμε! ἐπανέλαβε μετ᾽ ὀλίγον ἡ Ματώ.

Ἡ χήρα ἔστρεψε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ παρὰ πόδας. Ὅλη ἡ στεφάνη τοῦ ἐδάφους ὁλόγυρα εἶχε πλημμυρήσει καὶ τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας ἦτο γεμᾶτο νερόν. Τὸ χαμηλὸν πάτωμα ἐκινδύνευε νὰ τὸ φθάσῃ. Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος.

― Πώ, πώ, πώ! ἔκαμεν ἡ μήτηρ συμπλέκουσα τὰς χεῖρας.

Ἀπὸ τὴν στέγην τῆς οἰκίας εἶχαν ἀνοίξει δέκα ἕως δώδεκα σταλαγμοί. Τὰ φορέματα, ἡ «τέμπλα»* μὲ τὰ στρώματα καὶ τὰ σινδόνια, τὰ πενιχρὰ ἔπιπλα, ὅλα ἦσαν καταβρεγμένα.

Ἡ κόρη τὰ μετέφερε καὶ τὰ ἐσώρευεν ὅλα μαζί, πότε εἰς τὴν μίαν γωνίαν καὶ πότε εἰς τὴν ἄλλην· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἤνοιγε σταλαγμός. Τέλος τὰ ἐκουβάλησεν ὅλα εἰς τὴν μέσην· ἀλλ᾽ ἐκεῖ ἤνοιξε μέγας σταλαγμὸς εἰς τὸν «καβαλάρην»* τῆς στέγης.

Τὴν προηγουμένην ἑβδομάδα εἶχαν ξανασύρει τὴν σκεπήν. Νὰ τὸ ἤξευραν νὰ μὴ βάλουν μάστορην!

Ἀλλὰ καὶ τί τὸν ἤθελαν τὸν μάστορην; Μήπως ἦτον ἰδικόν τους τὸ σπίτι; Ὁ κὺρ Ἀργυρὸς ὁ Ξυγκοχέρης, ὁ πιστωτής των, τοὺς ἐφοβέριζε καθημερινῶς νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὸ σπίτι. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἀκόμη εἶχε περάσει ἀπ᾽ ἐκεῖ καὶ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ τοὺς πάρῃ τὸ ποτάμι… Ἂς χαρῇ τώρα.

― Πώ, πώ! θὰ πνιγοῦμε, μάννα! ὠλόλυξεν ἡ κόρη συμπλέκουσα τὰς χεῖρας, κοιτάζουσα διὰ τοῦ παραθύρου κάτω καὶ βλέπουσα ὅλον τὸ Λιβάδι θάλασσαν. Δὲν ἐφαίνετο πουθενὰ πάτημα διὰ νὰ πατήσῃ τις. Καὶ ἡ βροχὴ ἐξηκολούθει ἀκόμη.

― Θὰ πνιγοῦμε! ἐθρήνησεν ἡ μήτηρ, τραβοῦσα τὰ μαλλιά της, καὶ ὁ ἀδερφός σου, ὁ ἀδερφός σου ποὺ λείπει ἀπ᾽ τὸ πρωὶ στὸ χωράφι, δὲν θὰ πνιγῇ;

Σπαρακτικὴ ἦτο ἡ φωνὴ τῆς μητρός.

*
* *

Ἀπέναντι, πρὸς τὸ μεσημβρινὸν μέρος, πεντακόσια βήματα μακρὰν ἐκατοικοῦσεν ἡ Μαργαρὼ ἡ Μποστανού, ἐντὸς τοῦ λαχανοκήπου τὸν ὁποῖον ἐκαλλιέργει ὁ σύζυγός της. Ὁ οἰκίσκος των ὑψηλά, ἐπὶ λοφίσκου, ἀψηφοῦσε τὴν πλημμύραν. Ἡ γυνὴ εἶχεν ἀνοίξει τὸ παράθυρον καὶ ἐφώναξε πρὸς τὴν Μαριὼ τὴ Λιβαδάκαινα:

― Θὰ πνιγῆτε, χριστιανές!

Ἡ Μαριὼ ἦτον ἀφωσιωμένη ὅλη εἰς τὸν στοχασμὸν τοῦ υἱοῦ της, ἦτον παραδομένη εἰς τὴν ἀνησυχίαν της. Ἐκοίταζε τὸ βουνὸν μὲ ὄμμα ἀπλανές, ὡς νὰ ἔβλεπεν ὀπτασίαν. Ὁ υἱός της ποῦ νὰ εἶναι μὲ αὐτὸν τὸν κατακλυσμόν;

― Πνιγήκατε, χριστιανές, ἐφώναξε πάλιν ἡ Μαργαρὼ ἡ Μποστανού.

Ὅλον τὸ Λιβάδι πέλαγος. Καὶ ἂν ἐπροθυμεῖτό τις νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειαν τῶν ἀγωνιώντων, δὲν θὰ ἠδύνατο πλέον.

Ὁ σύζυγος τῆς Μαργαρῶς ἦτο κάτω εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ διώρθωνε τὰ τσαπιά, καὶ ἐτρόχιζε μὲ ὀξὺν τριγμὸν μικρὸν πριόνιον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐχρησίμευε διὰ τὸ κλάδευμα τῶν δένδρων. Τὸ νερὸν ἔπρεπε ν᾽ ἀναβῇ δύο μπόια ἀκόμη διὰ νὰ τοὺς φθάσῃ. Διὰ τῆς μικρᾶς θυρίδος ἔβλεπε καὶ αὐτὸς τὴν τεφράν, χωματόχρουν, κυματώδη θάλασσαν, τὴν κατακλύζουσαν ὅλα τὰ ἁλώνια καὶ τοὺς κάμπους.

― Καλέ, δὲν ἀκοῦς τί γίνεται, δὲν βλέπεις! ἐφώναξεν ἄνωθεν διὰ τῆς καταπακτῆς ἡ σύζυγός του. Θὰ χαλάσῃ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο.

Ὁ κηπουρὸς κάτωθεν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐρώτησιν δι᾽ ᾄσματος, ψάλλων μὲ τὴν βραχνὴν φωνήν του:

Βρέχει οὐρανὸς καὶ βρέχουμαι,
ξενάκ᾽ εἶμαι καὶ ντρέπουμαι.

*
* *

Ἡ θέσις τῶν δύο γυναικῶν, εἰς τὸ μοναχικὸν σπιτάκι τοῦ Λιβαδιοῦ, ἤρχισε νὰ γίνεται ἀπελπιστική. Ἡ κόρη ἔκφρων ὠλόλυζεν. Ἐκοίταζε βλοσυρὰ τὸ παράθυρον, τὸν ἐξώστην, τὴν ξυλίνην σκάλαν, ὅλα ἀπειλούμενα καὶ σαλευόμενα ἀπὸ τὴν πλημμύραν. Ἡ μήτηρ εἶχε παύσει ἀρτίως νὰ τραβᾷ τὰ μαλλιά της. Ἔσχιζε τὰς παρειάς, ἐκόπτετο, κ᾽ ἐμοιρολογοῦσε. Δὲν ἔκλαιε τὸ σπίτι, δὲν ἔκλαιε τὴν κόρην της, οὔτε τὸν ἑαυτόν της, ἔκλαιε τὸν υἱόν της, ὅστις ἦτο μακράν. Ἐκοίταζε κατὰ τὸ βουνόν, ἀλλὰ δὲν τὸ διέκρινε πλέον. Ὁ πελώριος σίφων, στῦλος φοβερὸς ἑνώνων τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν γῆν, ὁποὺ διὰ πενθίμου ἀνταυγείας ἐφώτιζεν ἐκ διαλειμμάτων τὰ πέριξ καὶ ἔκαμνε τὸ βουνὸν νὰ ξεχωρίζῃ, ἐσχίσθη ἤδη, διερράγη καὶ διελύθη, καὶ τὸ βουνόν, μαῦρος ἀτμός, ἔγινεν ἓν μὲ τὸν αἰθέρα.

Ἐφαντάζετο ἤδη πνιγμένον τὸν υἱόν της, πτῶμα ἐλεεινόν, φοβερὸν τὴν θέαν, παρασυρόμενον ἀπὸ τὸ ρεῦμα, κτυπῶντα τὴν κεφαλὴν ἀπὸ βράχου εἰς βράχον, ἀγκιστρούμενον καὶ σφηνούμενον εἰς τοὺς βάτους καὶ τοὺς θαμνῶνας, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς αἱμασιάν. Ηὐτοσχεδίαζεν ἀκουσίως ἓν μοιρολόγιον:

Πῶς θὰ σὲ φέρουν, γυιόκα μου, πνιμένον μὲς στὸ ρέμα!
Πῶς θὰ σὲ ἰδῶ!…

Ἡ Μαργαρὼ ἡ Μποστανοὺ ἐφώναζε τὸν ἄνδρα της:

― Καλέ, ἔλα πάνω νὰ ἰδῇς! Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὶς γλυτώσῃ!

Ὁ ἄνθρωπος ἀπήντησε μὲ τὸ βραχνὸν τραγούδι του:

Ἔρχουμαι, κυρά μ᾽, δὲν ἔρχουμαι,
ὄξω στὴν πόρτα στέκουμαι,

βρέχει οὐρανὸς καὶ βρέχουμαι.

*
* *

Ἡ βροχὴ εἶχε παύσει, καὶ ἡ πλημμύρα δὲν εἶχε καταπέσει. Εἶχαν κατέλθει ὅλα τὰ ἀνώνυμα ρεύματα τοῦ ποταμοῦ, ὅλα τῶν κοιλάδων τὰ θολὰ ποτάμια, ὅλα τὰ χειμέρια κατακαθίσματα τῶν ὑπωρειῶν.

Τὸ μικρὸν σπιτάκι στὸ Λιβάδι ἔτριζεν, ἔτριζε, κατέρρεεν. Ἡ βοὴ τοῦ καταποντισμοῦ ἀνήρχετο εἰς τὸν αἰθέρα, καὶ εἰς τὴν βοὴν αὐτὴν δὲν ἐχάνετο ὁ στεναγμὸς τῶν πενήτων διὰ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ.

Τὸ σπιτάκι τῆς πτωχῆς χήρας εἶχε καθίσει ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ εἶχε λάβει στάσιν χωλοῦ κλίνοντος πρὸς τὸν ἕνα ὦμον, πτωχοῦ γέροντος στηριζομένου ἐπὶ τῆς ράβδου του. Δὲν ὑπῆρχεν ὁρατὸν στήριγμα δι᾽ αὐτό. Πλὴν ἀόρατος χεὶρ ἐφαίνετο νὰ τὸ κρατῇ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, διὰ νὰ μὴ καταρρεύσῃ ὅλον.

Ὅταν ἐκόπασεν ἡ βροχή, χωρικοὶ κατέβαινον τρέχοντες μὲ τὰ ὑποζύγιά των. Ἐπανήρχοντο ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς μισοπνιγμένοι, βρεγμένοι ὣς τὸ κόκκαλον. Διήρχοντο εἰς ἀπόστασιν ἑκατοντάδων βημάτων. Ἡ Μαριὼ ἵστατο εἰς τὸ παράθυρον, παρακαλοῦσα ἐκθύμως τὴν Παναγίαν, καὶ ἐρωτῶσα μεγαλοφώνως τοὺς διαβαίνοντας μακράν:

― Μὴν εἴδατε τὸν Μανώλη, τὸν γυιό μου;

Οὔτε φωνή, οὔτε ἀκρόασις. Ὁ καθεὶς ἔσπευδε διὰ νὰ ἴδῃ τί ἔγινε τὸ σπίτι του, ἡ φαμιλιά του, καὶ δὲν ἤκουε τί τὸν ἠρώτα ἡ χήρα τοῦ Λιβαδιοῦ.

Ἀλλ᾽ αὕτη δὲν ἀπέκαμνε νὰ ἐρωτᾷ, ἐνόσῳ διέβλεπεν εἰς τὸ σκότος. Ἡ δεκεμβριανὴ ἡμέρα εἶχε δύσει, ἡ πλημμύρα κατέπιπτε καὶ τὸ σκότος ἀπειλητικὸν ἐπεκρέματο εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.

― Μὴν εἴδατε πουθενὰ τὸ γυιό μου, τὸν Μανώλη;

― Δὲν τὸν εἴδαμε… τῆς ἐφάνη ὅτι ἤκουσεν ἅπαξ, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο σπαραγμὸς δι᾽ αὐτήν. Ὤ, Παναγία μου!

― Μάννα, ἀφοῦ γλυτώσαμε ὣς τώρα, πᾶμε νὰ κατεβοῦμε, κι ἂς πλέψουμε στὸ ποτάμι. Τὸ σπίτι θὰ πέσῃ, μπορεῖ νὰ γλυτώσουμε!

― Πᾶμε νὰ ἰδοῦμε τί γίνηκε ὁ Μανώλης.

Ἡ κόρη ἐμπρός, ἡ μήτηρ ὀπίσω, ἐδοκίμασαν νὰ καταβῶσι τὴν σαλευομένην καὶ σειομένην σκάλαν.

Εἶχον κατέλθει δύο σκαλοπάτια καὶ πλατάγισμα ἠκούσθη μέσα εἰς τὸ νερόν. Ἐφάνη κάτι τι μεγαλόσωμον, διπλοῦν τὸ σχῆμα, τεράστιον, κενταυρικόν, κατὰ τὸ ἥμισυ πλέον, κατὰ τὸ ἥμισυ πατοῦν, πηδῶν καὶ παραδέρνον, μέσα εἰς τὸ ρεῦμα.

― Μάννα, εἶστε καλά; Γλυτώσατε;

Ἦτο ἡ φωνὴ τοῦ Μανώλη.

―Ὤ, γυιέ μου! Ὤ, παιδί μου, παιδάκι μου! Εἶσαι καλά; Ἦρθες;

Ἦτον ὁ Μανώλης, καβάλα εἰς τὸ ἄλογόν του. Ἐπήδησε κάτω, ἕως τὴν μέσην εἰς τὸ νερόν, καὶ ἠγκαλίσθη τὴν μητέρα του.

*
* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ πτωχὴ οἰκογένεια ἐπῆγε καὶ διενυκτέρευσεν εἰς τῆς Μαργαρῶς τῆς Μποστανοῦς. Ὁ κηπουρὸς ἐσυμβούλευσε τὸν Μανώλην:

― Νὰ κάμῃς νόμο-τρόπο*, λέω ᾽γώ, ν᾽ ἀγοράσῃς ἕνα σπιτότοπο ἀπάνω στὰ Κοτρώνια, ἢ στὰ Γελαδάδικα, ἢ στὸν Ἀπάνω Μαχαλᾶ, νὰ χτίσετε κανένα σπιτάκι, νὰ μὴ σᾶς πατῇ τὸ νερό.

Ἡ χήρα ἔλαβε τὸν λόγον:

― Καλὰ τὸ λές, γείτονα, μὰ κεῖνος ὁ νταβατζής* μας ὁ Ξυγκάκιας, τοῦ χρωστοῦμε, λέει, δὲν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιες δραχμές, ὅλο τὸ διάφορο-κεφάλι*, τὸ διάφορο-κεφάλι… κι ἂς τοῦ πληρώναμε ταχτικὰ τὸ διάφορο, μόνο δυὸ χρονιὲς δὲν τοῦ πληρώσαμε… Θὰ μᾶς ἔχῃ πάρει ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα, κι ἀκόμα δῶσ᾽ του, τὸ διάφορο-κεφάλι του… κ᾽ ἐφοβέριζε νὰ μᾶς βγάλῃ ἀπὸ τὸ σπίτι, νὰ μᾶς τὸ πουλήσῃ στὴ δημοπρασία… καὶ μᾶς εἶπε τὶς προάλλες, θὰ πέσῃ, μᾶς εἶπε, τὸ σπίτι νὰ μᾶς πλακώσῃ… Νά ποὺ ἔπεσε τώρα, ἂς τὸ χαρῇ… Δὲν ἔστελνε δὰ σήμερα κανένα κλήτορα ἢ κανένα ταχτικὸ νὰ μᾶς βγάλῃ ἀπ᾽ τὸ σπίτι, μεγάλη χάρη θὰ μᾶς ἔκανε… ὅλοι μας δυὸ πῆχες τόπο θὰ χρειαστοῦμε γιὰ νὰ μᾶς θάψουν… Ἂς χορτάσουν πλιὰ οἱ ἀναχόρταγοι…

Ὁ κηπουρὸς ἔσεισε τοὺς ὤμους, ἔπιε μίαν εἰς ὑγείαν τῆς χήρας καὶ τῶν τέκνων της, καὶ ἔψαλεν εὐθύμως τὸ βραχνὸν ᾆσμά του:

Ἔλα βαριά, σιγὰ καὶ ταπεινά,
μὴν πάρουν τ᾽ ἄρματα φωτιά,
καὶ κάψουνε τὴ γειτονιά.
Ἔρχουμαι, καλέ μ᾽, δὲν ἔρχουμαι,
ὄξω στὴν πόρτα στέκουμαι,
ξενάκ᾽ εἶμαι καὶ ντρέπουμαι.

Καὶ ἡ Μαργαρὼ ἡ γυναίκα του εἶπεν:

―Ἐγλύτωσεν ὁ κοσμάκης καὶ τὴ φορὰ αὐτή, δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός!

(1896)

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ


Τοῦ Δημήτρη τοῦ Μπέρδε τὸ μαγαζὶ ὡμοίαζε, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, μὲ βάρκαν, κατὰ τὸ φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα* πλέουσαν, πληττομένην ὑπὸ τῶν κυμάτων τὴν μίαν πλευράν, μὲ τὸ ὕδωρ εἰσπηδῶν ἀπὸ τὴν κωπαστὴν καὶ περιρραντίζον τοὺς δυστυχεῖς ἐπιβάτας, ὅπου ὁ κυβερνήτης καὶ ὁ ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες καὶ λαμβάνοντες προστάγματα εἰς ἀκατάληπτον γλῶσσαν, ὁ μὲν ἰθύνων μετὰ βίας τὸ πηδάλιον, ὁ δὲ λύων καὶ δένων τὰ ἱστία, βοηθῶν διὰ τῆς κώπης ἐκ τοῦ ὑπηνέμου, ἀμφότεροι τρέχοντες ἀπὸ τὴν

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

«Χριστούγεννα στὴ Σπηλιά»


Χριστούγεννα παραμονές.
Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Φιλόστοργοι

Οι «Φιλόστοργοι» είναι ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και συγκαταλέγεται και στα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματά του καθώς ο δραματικός χρόνος είναι μέρες Χριστουγέννων. Το διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1895. Ο τίτλος είναι ειρωνικός κατά το ήμισυ όπως σαρκαστική είναι και η διήγηση που παρουσιάζει μικρές ιστορίες ανθρώπων με φιλόστοργα και άλλους με τάχα φιλόστοργα αισθήματα∙ όπως για παράδειγμα την Κυρά-Πράπω που πηγαίνει “δώρο” στη νονά και τον νονό της αυγά, υπολογίζοντας το κέρδος απ’ το χαρτζιλίκι που θα της δώσουν…


                                               Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Φιλόστοργοι
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Φιλόστοργοι» δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1895 στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα του «κοσμοκαλόγερου» των ελληνικών γραμμάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και ηθογραφικό συνθετικό περίγραμμα...
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Φιλόστοργοι δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις. Ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα του

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Η ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ, ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΜΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΤΗΝΙΑΚΟ ΖΩΓΡΑΦΟ. Στο εμβληματικό έ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου