Ποιος τρέχει έτσι αργά μες στη νύχτα και τον άνεμο; Είναι ο πατέρας με το παιδί του στο άλογο· έχει το αγόρι σφιχτά στην αγκαλιά του, το κρατά με ασφάλεια, το κρατά ζεστά.
— Γιε μου, γιατί κρύβεις το πρόσωπό σου με τόσο φόβο; — Πατέρα, δεν βλέπεις εσύ τον Βασιλιά των Ξωτικών; Τον Βασιλιά με το στέμμα και την ουρά; — Γιε μου, είναι μια λωρίδα ομίχλης, τίποτα παραπάνω.
«Γλυκό παιδί, έλα, έλα μαζί μου! Πολύ όμορφα παιχνίδια θα παίξω μαζί σου· πολλά χρωματιστά λουλούδια έχει η ακρογιαλιά, η μητέρα μου έχει πολλά χρυσά ενδύματα».
— Πατέρα μου, πατέρα μου, και δεν ακούς εσύ τι μου υπόσχεται ο Βασιλιάς των Ξωτικών σιωπηλά; — Ησύχασε, μείνε ήσυχος, παιδί μου· στα ξερά φύλλα θροΐζει ο άνεμος.
«Θέλεις, όμορφο αγόρι, μαζί μου να ’ρθεις; Οι κόρες μου θα σε προσέχουν με αγάπη· οι κόρες μου οδηγούν τον νυχτερινό χορό, θα σε λικνίζουν και θα σου τραγουδούν χορεύοντας».
— Πατέρα μου, πατέρα μου, και δεν βλέπεις εκεί, τις κόρες του Βασιλιά των Ξωτικών στο σκοτεινό μέρος; — Γιε μου, γιε μου, το βλέπω καθαρά· είναι οι παλιές ιτιές που φαίνονται τόσο γκρίζες.
«Σ’ αγαπώ, με θέλγει η όμορφη μορφή σου· κι αν δεν θέλεις εσύ, τη βία θα ασκήσω». — Πατέρα μου, πατέρα μου, τώρα με πιάνει σφιχτά! Ο Βασιλιάς των Ξωτικών μού έκανε κακό!
Ο πατέρας φρίττει, γρήγορα καλπάζει, κρατά στα χέρια το παιδί που στενάζει, φτάνει στην αυλή με κόπο και αγωνία· στα χέρια του το παιδί ήταν νεκρό.
Το ποίημα «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΞΩΤΙΚΩΝ» (Der Erlkönig), γραμμένο από τον ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ το 1782, αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά δείγματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αν και ξεκίνησε ως μέρος ενός λυρικού δράματος (Die Fischerin), αυτονομήθηκε γρήγορα λόγω της δραματικής του έντασηςΤο ποίημα «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΞΩΤΙΚΩΝ» (Der Erlkönig), γραμμένο από τον ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ το 1782, αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά δείγματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αν και ξεκίνησε ως μέρος ενός λυρικού δράματος (Die Fischerin), αυτονομήθηκε γρήγορα λόγω της δραματικής του έντασης.
Η Πλοκή και η Ατμόσφαιρα
Η ιστορία εξελίσσεται μέσα σε μια άγρια, θυελλώδη νύχτα. Ένας πατέρας καλπάζει με το άλογό του, προσπαθώντας να μεταφέρει τον άρρωστο γιο του σε ασφαλές μέρος. Το παιδί, σε κατάσταση παραληρήματος λόγω του πυρετού, βλέπει τον «Βασιλιά των Ξωτικών» —μια μεταφορά για τον ίδιο τον Θάνατο— να το πλησιάζει.
Οι Τρεις Φωνές
Το ποίημα λειτουργεί ως ένας διάλογος μεταξύ τριών διαφορετικών κόσμων:
Το Παιδί: Αντιπροσωπεύει το ένστικτο και την υπερφυσική ενόραση. Βλέπει τον κίνδυνο εκεί που ο ενήλικας βλέπει μόνο φυσικά φαινόμενα.
Ο Πατέρας: Αντιπροσωπεύει τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού. Προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα λογικά (είναι η ομίχλη, είναι τα δέντρα), αποτυγχάνοντας όμως να προστατεύσει το παιδί από το «άυλο» κακό.
Ο Βασιλιάς των Ξωτικών: Είναι η φωνή του πειρασμού. Αρχικά μιλά γλυκά, υποσχόμενος παιχνίδια και χρυσά ρούχα, αλλά στο τέλος χρησιμοποιεί βία («κι αν δεν θέλεις, τη βία θα ασκήσω»), δείχνοντας το ανελέητο πρόσωπο της φύσης και του τέλους.
Η Σημασία του Έργου
Ρομαντισμός: Το ποίημα καθιέρωσε τη στροφή προς το φανταστικό, το τρομακτικό και το λαϊκό παραμύθι.
Μελοποίηση: Η εκδοχή του ΦΡΑΝΤΣ ΣΟΥΜΠΕΡΤ θεωρείται αριστούργημα, καθώς το πιάνο αποδίδει τον αγωνιώδη χτύπο των οπλών του αλόγου, εντείνοντας την αίσθηση του κατεπείγοντος.
Το Τέλος: Η τελευταία φράση του ποιήματος είναι μια από τις πιο διάσημες και οδυνηρές στη λογοτεχνία: «Στα χέρια του το παιδί ήταν νεκρό».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου