ΤΟΥ ΓΕΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι. Ολημερίς χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν. Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες: «Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας, ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται». Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι, δεν κελαηδούσε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι, παρά κελαηδούσε κι έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα: «Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει· και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γεύμα».







