Αυτά έγραφε ο Πωλ Λαφάργκ το μακρινό 1887:
Ε: Ποιοι είναι οι γονείς σου;
Α: Ο πατέρας μου ήταν μισθωτός, καθώς και ο παππούς μου και ο προπάππους μου. Αλλά οι πρόγονοί μου ήταν δουλοπάροικοι και σκλάβοι. Η μάνα μου ονομαζόταν Φτώχεια.
Ε: Από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις;
Α: Έρχομαι από τη Φτώχεια και πηγαίνω στην Εξαθλίωση, περνώντας από το νοσοκομείο, όπου το κορμί μου θα χρησιμεύσει για πειράματα στα καινούργια σας φάρμακα και για τις έρευνες των γιατρών που περιθάλπουν τους προνομιούχους του Κεφαλαίου.
Ε: Πού γεννήθηκες;
Α: Σε μια σοφίτα, κάτω από την στέγη του σπιτιού που έχτισε ο πατέρας μου και οι συνάδελφοί
