ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την έναρξη μιας από τις πιο ευφυείς και χιουμοριστικές αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του μεγάλου οραματιστή συγγραφέα. Στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ, ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ αφήνει για λίγο τα ταξίδια στον πυρήνα της γης και στα βάθη των ωκεανών, για να μας μεταφέρει σε μια πολύ πιο «επικίνδυνη» και κωμική περιπέτεια: την προσπάθειά του να επιβιώσει σε ένα κυνήγι στην εξοχή της Νορμανδίας.
Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ δεν κάνει απλώς μια χιουμοριστική αφήγηση· χρησιμοποιεί το κοφτερό του πνεύμα για να αποδομήσει πλήρως την εικόνα του «γενναίου» κυνηγού. Μέσα από την αυτοσαρκαστική του ματιά, γελοιοποιεί την υπεροψία, την αιμοδιψή διάθεση και τον δήθεν ηρωισμό όσων θεωρούν το κυνήγι άθλημα ή κοινωνική καταξίωση.
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την έναρξη μιας από τις πιο ευφυείς και χιουμοριστικές αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του μεγάλου οραματιστή συγγραφέα. Στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ, ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ αφήνει για λίγο τα ταξίδια στον πυρήνα της γης και στα βάθη των ωκεανών, για να μας μεταφέρει σε μια πολύ πιο «επικίνδυνη» και κωμική περιπέτεια: την προσπάθειά του να επιβιώσει σε ένα κυνήγι στην εξοχή της Νορμανδίας.
ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ
ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ
Είμαι κυνηγός; Πιστεύω πως όχι. Εντούτοις, στις 28 Αυγούστου 1881, βρέθηκα στο Villers-Bocage, προσκεκλημένος του φίλου μου Guillon. Ο εξοπλισμός μου, δανεικός από τον Deleuze, περιλάμβανε ένα όπλο που «κλωτσούσε», όπως με προειδοποίησαν. «Ελπίζω να κλωτσάει προς το θήραμα», απάντησα, αν και κατά βάθος ένιωθα σαν στρατιώτης που πηγαίνει σε μάχη χωρίς να ξέρει πού είναι ο εχθρός.


