Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ: ΕΝΑΣ ΘΡΥΛΟΣ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 


Σαράντα χρόνους πολεμούν το Κάστρο της Ωριάς, το πολιορκούν οι Τούρκοι με τον πασά τον ξακουστό. Δεν πέφτει με το σπαθί, δεν πέφτει με το κανόνι, γιατί έχει τείχη σιδερένια και πόρτες από ατσάλι. Ένας Τούρκος πονηρός, ένας Τούρκος δόλιος, ντύνεται καλόγερος, ντύνεται προσκυνητής, παίρνει το ραβδί του και πάει στην πόρτα του κάστρου. «Ανοίξτε μου, χριστιανοί, ανοίξτε μου του ξένου, που με κυνηγούν οι Τούρκοι και θέλουν να με σφάξουν». Η Ωριά τον άκουσε, η Ωριά τον λυπήθηκε: «Ανοίξτε την πόρτα τη μικρή, ανοίξτε στον καλόγερο». Μα μόλις άνοιξε η πόρτα, χίλιοι Τούρκοι ορμήσαν, χίλιοι από την πόρτα και χίλιοι από τα τείχη. Η Ωριά σαν το είδε, το αίμα της πάγωσε, τρέχει στον ψηλό τον πύργο, τρέχει στο παράθυρο. «Καλύτερα να πέσω στη γη, παρά στα χέρια των Τούρκων!» Πηδάει από τον πύργο, πέφτει στο γκρεμό, κι εκεί που έπεσε η Ωριά, φύτρωσε μια δάφνη, να θυμίζει στους αιώνες την έμορφη την κόρη. 


 Η ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ


 


Η παραλογή αυτή αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά δείγματα της δημοτικής μας ποίησης, όπου η ιστορική πραγματικότητα των πολιορκιών συναντά το μεταφυσικό στοιχείο. Το κάστρο παρουσιάζεται ως απόρθητο για τα συμβατικά όπλα, αναδεικνύοντας τη σημασία της στρατηγικής του δόλου. Ο εχθρός εκμεταλλεύεται το ιερό πρόσωπο ενός καλόγερου για να κάμψει την άμυνα των πολιορκημένων, μετατρέποντας την ευσπλαχνία της ηρωίδας σε κερκόπορτα. Η ΩΡΙΑ (η Ωραία), ως κεντρικό πρόσωπο, ενσαρκώνει τις αξίες της αγνότητας και της αξιοπρέπειας. Η επιλογή της να πηδήξει στο κενό αντί να παραδοθεί, αποτελεί μια πράξη απόλυτης ελευθερίας που συγκίνησε τον λαϊκό ποιητή. Το τέλος, με τη μεταμόρφωσή της σε δάφνη, συμβολίζει την αθανασία και τη νίκη της μνήμης πάνω στη φθορά. Η φύση παρεμβαίνει για να δικαιώσει τη θυσία της, προσδίδοντας στην ηρωίδα μια αιώνια παρουσία στο τοπίο.



1. Η ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ (ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ)

Στην Πελοπόννησο, ο θρύλος συνδέεται συχνά με το Κάστρο του Γερακίου ή της Μονεμβασιάς. Εδώ


δίνεται μεγάλη έμφαση στη διάρκεια της πολιορκίας.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: «Σαράντα χρόνους έκανε το κάστρο να παρθεί, δώδεκα χρόνους το πατάν και δεν ημπορούν να το πάρουν. Κι ένας Τουρκάκης, μια σκυλιά, ένας κακός δαιμόνος, ντύνεται καλογερίστικα, ντύνεται προσκυνάρης. — Άνοιξε, Ωριά, την πόρτα σου, άνοιξε την πυλή σου, τι με κυνηγάν οι Τούρκοι, οι Τούρκοι οι βρωμο-Τούρκοι. Κι η Ωριά σαν τον άκουσε, τα κλειδάκια της πετάει, και οι Τούρκοι σαν το είδανε, μες στο κάστρο ορμήσαν. Κι η Ωριά απ’ τον φόβο της, στον πύργο απάνω τρέχει, και ρίχνεται απ’ τον πύργο κάτω, στο βάραθρο, στον γκρεμό.»

2. Η ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (ΤΟ ΚΑΣΤΡΟΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ)

Στον Πόντο, το τραγούδι έχει μια ιδιαίτερη μουσικότητα και αναφέρεται συχνά στην πτώση της Τραπεζούντας.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: «Έναν κάστρον, καλόν κάστρον, κάστρον της Ωριάς, χίλιοι Τούρκοι το πολέμαναν και μύριοι Σαρακηνοί. Ούτε με σπαθιά παίρεται, ούτε με τα κανόνια. Ένας Τούρκος, πονηρός, ντύνεται καλογέρος, με τον σταυρόν στο χέρι του, την πόρτα πάει και κρούει. — Άνοιξον, κόρη, την πόρτα σου, τον ξένο να γλυτώσεις. Κι η κόρη η ανιστόρητη, την πόρτα πάει κι ανοίγει. Σαν είδε τους Τούρκους που έμπαιναν, στον πύργον απάνω τρέχει, κι απ’ τον πύργον εγκρεμίστηκε, και δάφνη εβλάστησε.»


Όλα τα κάστρα είδα κι όλα γύρισα
κι άμον του Ηλ' το Κάστρον, κάστρον κ' έτονε.
Σεράντα πόρτας είχεν κι όλια σίδερα
κι εξήντα παραθύρια κι όλια χάλκενα.
Και του γιαλού η πόρτα έτον μάλαμαν.
Τούρκος το τριγυρίζει, χρόνους δώδεκα,
μηδ' εμπορεί να παίρει, μηδ' αφήνει ατο.
Κι ένας μικρός τουρκίτσος, ρωμιογύριστος,
ρόκαν και ροκοτζούπιν βάλ' σα μέσα του,
αδράχτι και σποντύλι παίρ' σα χέρια του,
μαξιλαρίτσαν βάλει κι εμπροζώσκεται
κι εγέντονε γυναίκα, βαριασμένισσα.
Το Κάστρον 'λογυρίζει και μοιρολογά
άνοιξον, πόρτα, άνοιξον, καστρόπορτα
άνοιξον να εμπαίνω, Τούρκοι διώχνε με
κι η κορ' απέσ' ακούει και καρδοπονά.
Κι άμον ντ' ενοίγε η πόρτα, χίλιοι έτρεξαν
κι άμον ντ' εκαλονοίγε, μύριοι έτρεξαν.
Κι άλλοι την κόρ' αρπάζνε κι άλλοι τα φλουριά
κι από το παραθύρ' η κορ' επήδησε,
σε παλληκάρ' αγκάλιας ψυχομάχησε.




3. Η ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (Η ΡΗΓΑΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΡΑΚΗΝΟΙ)




Στην Κύπρο, η Ωριά ταυτίζεται με την περίφημη Ρήγαινα και το κάστρο με αυτό του Αγίου Ιλαρίωνα ή του Βουφαβέντο.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: «Η Ρήγαινα εις τον πύργον της, τους Σαρακηνούς φοβάται, που την πολιορκούσανε χρόνους και καιρούς. Ένας Σαρακηνός δόλιος, ντύνεται σαν καλόγερος, και με φωνή γλυκιά-γλυκιά την πόρτα της χτυπά. — Άνοιξε, Ρήγαινα, την πόρτα σου, τον άρρωστο να σώσεις. Μόλις η πόρτα άνοιξε, ο στρατός μες στον πύργο μπήκε. Κι η Ρήγαινα στον γκρεμό επήδηξε, να μην την πιάσουν ζωντανή, κι εκεί που έπεσε το σώμα της, το χώμα μοσχοβόλησε.»

4. Η ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΡΟΓΔΙΑΣ)

Στην Κρήτη, η παραλλαγή είναι σύντομη αλλά πολύ δυναμική, εστιάζοντας στην αντίσταση.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: «Το κάστρο το λεν Ωριά, γιατί είναι όμορφο και μέγα, κι οι Σαρακηνοί το ζώσανε, μέρα και νύχτα το χτυπούν. Με δόλο μόνο επάρθηκε, με σχήμα καλογέρου, που γέλασε την αρχόντισσα και του ’νοιξε την πύλη. Κι εκείνη για την λευτεριά, στον βράχο εγκρεμίστηκε, να μείνει το όνομα της Ωριάς αθάνατο στον κόσμο.»

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ ΚΑΙ ΤΙ Η ΜΑΤΡΙΟΣΚΑ;

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ ΚΑΙ ΤΙ Η ΜΑΤΡΙΟΣΚΑ;

Αν και συχνά χρησιμοποιούμε τις δύο λέξεις για το ίδιο πράγμα, στην πραγματικότητα έχουν διαφορετική σημασία και προέλευση.

Εδώ είναι οι βασικές τους διαφορές:

1. Η ΜΑΤΡΙΟΣΚΑ (MATRYOSHKA)



Είναι το επίσημο όνομα της διάσημης ξύλινης κούκλας που ανοίγει και κρύβει μέσα της άλλες μικρότερες κούκλες.

  • Προέλευση ονόματος: Προέρχεται από το ρωσικό γυναικείο όνομα "Ματριόνα" (Matryona), που έχει τις ρίζες του στη λατινική λέξη mater (μητέρα).
  • Συμβολισμός: Συμβολίζει τη μητρότητα, τη γονιμότητα και την οικογενειακή συνέχεια. Το γεγονός ότι η μία κούκλα βρίσκεται μέσα στην άλλη αντιπροσωπεύει τη μάνα που φέρει μέσα της το παιδί της και τη διαδοχή των γενεών.
  • Εμφάνιση: Παραδοσιακά απεικονίζει μια χωριατοπούλα με μαντήλι και ποδιά, αλλά πλέον υπάρχουν αμέτρητα σχέδια.

2. Η ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ (BABUSHKA)



Στα ρωσικά, η λέξη σημαίνει κυριολεκτικά «γιαγιά».

  • Στον υπόλοιπο κόσμο: Έχει επικρατήσει να αποκαλούμε έτσι τις ξύλινες κούκλες (τις ματριόσκες), κυρίως επειδή η μορφή τους θυμίζει μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαντήλι.
  • Στη Ρωσία: Αν πείτε "μπάμπουσκα", οι Ρώσοι θα σκεφτούν την πραγματική τους γιαγιά ή μια ηλικιωμένη κυρία στον δρόμο, και όχι το ξύλινο παιχνίδι.
  • Στο παραμύθι:  Η ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ είναι η ηρωίδα του θρύλου των Χριστουγέννων, η γιαγιά που αναζητά το Θείο Βρέφος.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΣΕ ΠΕΖΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ SAMUEL TAYLOR COLERIDGE Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ Έξω από την ορθάνοιχτη πόρτα ενός σπιτιού όπου γιο...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου