Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Oδός Πολυγνώτου στο Μοναστηράκι.




















Ο François Perilla, γεννημένος στη Γαλλία το 1874, με ιταλικές ρίζες ήταν περιηγητής, συγγραφέας, λαογράφος, ζωγράφος, φωτογράφος, σχεδιαστής και τυπογράφος. Ήρθε στην Ελλάδα γύρω στα 1920 προκειμένου να μελετήσει βυζαντινή και ελληνική ιστορία, την αγάπησε με πάθος και έγραψε κάποια βιβλία για τους τόπους στους οποίους περιηγήθηκε, τα κόσμησε με τις φωτογραφίες, τα σχέδια και τις εικόνες που ζωγράφιζε και τα εκτύπωσε ο ίδιος. Εδώ ένα έργο του απεικονίζει την οδό Πολυγνώτου στο Μοναστηράκι.

Κάτω από μία λάμπα μόλις δεκαπέντε κηρίων

Κάτω από μία λάμπα μόλις δεκαπέντε κηρίων
του Μενέλαου Λουντέμη

Τώρα είμαι υποχρεωμένος να φυσάω κάτω απ’ το φωτεινό κύκλο τού λαμπιονιού αυτού των μόλις δέκα πέντε κηρίων με τα χέρια σφιγμένα απ’ την αγωνία.

Φτιάνω μικρές βούλες με τη μύτη τού μολυβιού, αν δεν κοιτάω κατά το ταβάνι, με τη γροθιά μπηγμένη στο σαγόνι, ή ξεφλουδίζω με τα δόντια μου το μολύβι και περιμένω, περιμένω.

«ΤΟ ΚΡΥΟ ΓΕΛΙΟ»


«Ήταν η τρίτη φορά από το «κακό» που το γνώριμο τσεμπέρι της γριάς μαύριζε γύρω απ' το κιγκλίδωμα. Τη γνώριζαν πια όλοι. Γνώριζαν το ξεπλυμένο απ' τον ήλιο φακιόλι της, τα μαλλιά της που ξέφευγαν άσπρα σαν τα στάχυα του καλοκαιριού. Ήρθε πάλι και σταμάτησε αντίκρυ στο κιγκλίδωμα κι' έψαχνε. Τα χέρια της μελανιασμένα απ' το κρύο γάντζωναν πάνω στο πλεχτό σύρμα

ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΠΛΟΥΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΠΛΟΥΣ

Σοφία Δημητριαδου Κοκκίνου


Από τον Ύμνο στο Διόνυσο




Κάποια μέρα ο Διόνυσος καθόταν στα βράχια μιας παραλίας και ρέμβαζε τη θάλασσα. Ο Απολλόδωρος λέει πως ήταν σε μια παραλία της Ικαρίας, ενώ ο Οβίδιος, πως ήταν στη Χίο.

Όπου και να ήταν, έμοιαζε με ένα όμορφο δυνατό παλικάρι από ευγενική γενιά, και είχε ριγμένο στους ώμους έναν πορφυρό μανδύα.

Από μακριά φάνηκε να έρχεται ένα κουρσάρικο καράβι με Τυρρηνούς, που ερχόταν προς στην ακτή. Ήταν Τυρρηνοί

( Ετρούσκοι) της Ιταλίας, μπορεί όμως και να ήταν Πελασγοί κούρσαροι της Λήμνου.

"Δέκα μικροί νέγροι"

Δεκα μικροί στρατιώτες πήγαν να φάνε μια φορά, Ο ένας τρώγοντας πνίγηκε και έμειναν εννιά. Εννιά μικροί στρατιώτες ξενύχτι κάνανε γερό, Ο ένας παρακοιμήθηκε και έμειναν οκτώ. Οκτώ μικροί στρατιώτες στο Ντέβον πήγαν συντροφιά., Ο ένας πίσω δεν γύρισε και έμειναν επτά. Επτά μικροί στρατιώτες κόβανε ξύλα ώσπου να φέξει, Ο ένας κόπηκε στα δυο κι έτσι έμειναν έξι. Έξι μικροί στρατιώτες σ’ένα μελίσσι πήγανε κοντά, Μέλισσα τσιμπάει τον ένα και έμειναν πέντε τώρα πια. Πέντε μικροί στρατιώτες πήγαν να μάθουν τον νόμο, Έγινε ο ένας δικαστής και έμειναν τέσσερις μόνο. Τέσσερις μικροί στρατιώτες βγήκαν στα ανοιχτά, Τρώει τον έναν μια ρέγκα κι έμειναν τρεις ξαφνικά. Τρεις μικροί στρατιώτες πήγαν στο ζωολογικό, Μία αρκούδα αγκάλιασε τον έναν κι έμειναν οι δύο. Δύο μικροί στρατιώτες κάθισαν στον ήλιο τον καυτό, Ψήθηκε ο ένας κι άφησε τον άλλο μοναχό. Τώρα μικρός

«Το χριστόψωμο (Διήγημα πρωτότυπον)»

«Το χριστόψωμο» είναι το πρώτο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Δημοσιεύτηκε στις 26/12/1887 στην «Εφημερίς» και θέλησε να δείξει ήθη, έθιμα, αλλά και να εμφανίσει την αδυναμία του ανθρώπου να επιδράσει πάνω στη τύχη του, είτε με καλή, είτε με κακή πρόθεση. Στο παρόν, μια κακιασμένη πεθερά θέλει να φαρμακώσει τη νύφη που δε κάνει παιδιά, μ’ ένα χριστόψωμο, που όμως το τρώει κατά λάθος ο γιος της. Το διήγημα δείχνει επίσης τη νησιώτικη ζωή της Σκιάθου μιας κι ο γιος της ήταν ναυτικός…



Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Το χριστόψωμο (Διήγημα πρωτότυπον)»

Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλοτε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι- Διήγημα- Πηνελόπη Δέλτα


Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο.

Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα.

Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Μπολιβάρ

Σαν σήμερα… στις 17 Δεκεμβρίου 1830 πεθαίνει ο
Νίκος Εγγονόπουλος, Μπολιβάρ,
Σιμόν Ντε Μπολιβάρ, ο «απελευθερωτής» των κατοίκων της Λατινικής Αμερικής από τον ισπανικό ζυγό και οραματιστής των Ηνωμένων Πολιτειών της Νότιας Αμερικής. (Είχε γεννηθεί στις 24/7/1783).Το απόσπασμα που ακολουθεί ανήκει στην ποιητική σύνθεση του Νίκου Εγγονόπουλου Μπολιβάρ. Ένα ελληνικό ποίημα, το οποίο γράφτηκε στη διάρκεια της Κατοχής, το χειμώνα του 1942-1943, κυκλοφόρησε αρχικά σε χειρόγραφα αντίγραφα, διαβάστηκε σε συγκεντρώσεις αντιστασιακού χαρακτήρα και δημοσιεύτηκε το 1944. Πρόκειται για ένα μεγάλο συνθετικό ποίημα, με υπερρεαλιστικά στοιχεία και με περιεχόμενο που αναφέρεται σε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες. Κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος είναι ο Σίμων Μπολιβάρ, πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης σε πολλά απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Νότιας Αμερικής (1810-1830) ενάντια στους Iσπανούς κατακτητές. «Μπολιβάρ! Κράζω τ' όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε, Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας. Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΣΕ ΠΕΖΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ SAMUEL TAYLOR COLERIDGE Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ Έξω από την ορθάνοιχτη πόρτα ενός σπιτιού όπου γιο...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου