Η ΠΑΤΡΙΔΑ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
— Μωρέ, εσύ 'σαι, Πέτρο; — Γιωργάκη, εσύ;
Και με το σπιθόβολημα της ψυχής, με την αποφασιστική ροπή που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων, με το τρεμούλιασμα της φωνής που πρόδιδε τη βαθιά συγκίνηση, άνοιξαν ορθά τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ’ αλλού.
Και από τον τόσο λαό που περνοδιάβαινε εκεί στο λιθόστρωτο, ανάμεσα στους Εβραίους που ξυπόλυτοι κουβαλούσαν τα σακιά από το τελωνείο, τον ψωμά, τον μανάβη και τον κουρέα που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες τους, τον σαράφη που μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλιρα βασανίζοντας με τον ήχο και τη λαμπρότητά τους τον κόσμο, κανείς ούτε πρόσεξε ούτε ήταν ικανός να αισθανθεί τη λαχτάρα που είχαν στο αγκάλιασμά τους οι δυο φίλοι.