Η ΠΑΤΡΙΔΑ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
— Μωρέ, εσύ 'σαι, Πέτρο; — Γιωργάκη, εσύ;
Και με το σπιθόβολημα της ψυχής, με την αποφασιστική ροπή που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων, με το τρεμούλιασμα της φωνής που πρόδιδε τη βαθιά συγκίνηση, άνοιξαν ορθά τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ’ αλλού.
Και από τον τόσο λαό που περνοδιάβαινε εκεί στο λιθόστρωτο, ανάμεσα στους Εβραίους που ξυπόλυτοι κουβαλούσαν τα σακιά από το τελωνείο, τον ψωμά, τον μανάβη και τον κουρέα που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες τους, τον σαράφη που μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλιρα βασανίζοντας με τον ήχο και τη λαμπρότητά τους τον κόσμο, κανείς ούτε πρόσεξε ούτε ήταν ικανός να αισθανθεί τη λαχτάρα που είχαν στο αγκάλιασμά τους οι δυο φίλοι.
Εδώ και πέντε λεπτά πριν, ο ένας δεν γνώριζε τον άλλον. Ο Γεωργάκης Λαμπρόπουλος καθόταν ανάμεσα στις πραμάτειες του, στα στρώματα και τα σκοινιά, τις ντάνες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα, το κεφάλι μισογυρισμένο, μισοκλείνοντας τα μάτια κάτω από την πλέξη των σκόρδων και του κεράτου, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο κατώφλι ο Πέτρος Λέτσος, ψηλός, λεβέντης, ξεσκισμένος, ζητώντας έναν οβολό για ένα κομμάτι ψωμί, σαν να πλάκωσε ο ίσκιος του τον μπακάλη. Σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλόνισε για μια στιγμή τα αποκαμωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η υποψία πως κάπου απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε εκείνη τη φωνή, πως τα αγάπησε άλλοτε εκείνο το κορμί.
Η φαντασία του άρχισε να πλέκει τη φωτεινή σειρά των περασμένων, παντού ψηλαφώντας και πασπατεύοντας στα κλωστά και τα παραστρατήματα της ζωής του. Νεκρούς ξέθαψε από τα μνήματα, ξανάνοιξε γερόντους, έσυρε σε λύπες και σε χαρές, σε φιλίες και σε έχθρες, σε γάμους και σε νεκροπομπές. Μα δεν κατόρθωσε άλλο παρά να ζαλιστεί και να πονέσει για τα χρόνια που έφυγαν, για τα παθήματα που τον ηύραν. Έξαφνα πέταξε μπροστά του ξανθομάλλης, ορμητικός παλικαράς, ο Πέτρο Λέτσος του, ο αδελφός του!
Και τώρα, ανάμεσα στο μαγαζί, οι δυο φίλοι, ψαρομάλληδες, σαρκοφαγωμένοι, σφιχτά αγκαλιάζονται και γλυκοφιλιούνται με τα δάκρυα βροχή στα μάτια. — Μωρέ, εσύ 'σαι, Πέτρο; — Γιωργάκη, εσύ;
Τέλος χωρίστηκαν και ο ένας κοίταξε τον άλλον με περιέργεια μεγάλη. Απορία ζωγραφίστηκε στα πρόσωπά τους, σαν να μην μπορούσαν να καταλάβουν πώς έγινε και από τα σπαρταριστά νιάτα γκρεμίστηκαν για μιας στα άχαρα γεράματα. — Καημένε, γεράσαμε! είπε αργοκουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος. — Γεράσαμε και αλλάξαμε, πρόσθεσε ο Πέτρο Λέτσος πικραμένος. Σωστός Κορφιάτης μου φαίνεσαι και σφουγγοκωλάριος.
Και ξανακοίταξε τον φίλο του σαν να ζητούσε κάτω από το βαρύ εκείνο σώμα, το στρογγυλό κεφάλι, τον λαιμό, τον λυγερό παλιό του σύντροφο. Σαν να ζητούσε κάτω από την υγρή και συρτή φωνή να ακούσει τους στρογγυλούς μωραΐτικους ήχους· σαν να ήθελε να ιδεί τον ελαφρό αέρα του κορμιού και των ματιών το σπιθοβόλημα στο πρόσωπο ενός Κορφιάτη νοικοκύρη.
— Μωρέ, εσύ 'σαι ο Γιώργος που τα 'βαλες με όλους τους Κοντοσταύλους στην Οβριακή; φώναζε δυσπιστώντας.
Ήρθε στο νου του έξαφνα η πρώτη φορά που γνωριστήκανε μέσα στην Οβριακή, στον φοβερό καυγά. Ο Πέτρο Λέτσος, από μικρός στο νησί, όταν ο πατέρας του πέρασε απέναντι από το Αργυρόκαστρο φεύγοντας τη λύσσα του Αλή Πασά. Ο Λαμπρόπουλος, φευγάτος από τον κάμπο της Γαστούνης για να γλιτώσει από τους μαχαιράδες του δημογέροντα. Ήταν αδύνατο να γνωριστούν στον ξένο τόπο που τον έσφιγγε και εκείνον του Σουλτάν Θωμά η λίγη παλάμη. Μα όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει όλος ο χρόνος. Ο Μωραΐτης στον καυγά εκείνο έδειξε φοβερή παλικαριά· εξάρθρωσε την εξουσία, άνοιξε κεφάλια, τσάκισε κόκαλα και τέλος τους σκόρπισε όλους. Ο Ρουμελιώτης, από φυσικό σεβασμό στην παλικαριά, έκρυψε τον Μωραΐτη στο μαγαζί του, χωρίς να συλλογιστεί πως, αν τον έβρισκαν, θα στέλνανε και εκείνον στην κρεμάλα. Κατόρθωσαν όμως να μην ανακαλυφθούν και έμειναν από τότε αδελφοποιτοί.
Μα τώρα πώς μπορούσε να πιστέψει ο Πέτρο Λέτσος ότι το πιθάρι που κάθεται μπροστά του είναι εκείνος ο παλικαράς; Η παλικαριά, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν παλιώνει. Μα ο Λαμπρόπουλος του έκοψε τη φόρα: — Άσ’ τα τώρα, περάσανε! είπε. Παλαβομάρες παιδικές, όλο παλαβομάρες. Κι εσύ πώς βρίσκεσαι; Τι γίνεσαι; — Α! είπε με αδιαφορία μεγάλη ο Πέτρος. Βουκόλος γυρίζω. Μα εσύ, βλέπω, έχεις τάλιρα! — Τι λες αλήθεια; φώναξε ο Πέτρο Λέτσος με χαρά. Μπράβο! Μα πώς, μωρέ; Πώς; — Με αγώνες και κόπους. Για φαντάσου πόσα χρόνια είχαμε να ιδωθούμε. Θυμάμαι κι εγώ, σαν έφυγες για τον πόλεμο, εσύ πουλούσες σαπούνι στα καντούνια. Τι καλά που δεν σε άκουσα να έρθω μαζί σου! Τι απόκτησες με τα τρεχάματά σου; Πες μου, έχεις τίποτε; — Μπα! Ό,τι φορώ. Κλέφτη δεν φοβάμαι!
Και με μια βεργολυγιά πάνω, που δεν θα την έκανε χρυσοφόρος βασιλόπουλος, έδειξε ο Ρουμελιώτης τα τρυπημένα του γουρνοτσάρουχα, τις ξηλωμένες κάλτσες του, τη λερή και ξεσκέπαστη πέτσα του, το ξεφτισμένο μεϊντανογέλεκο και το λιγδωμένο φέσι του. Έδειξε ακόμη στη μέση του το σελάχι, μαύρο, καταξεσκισμένο, και δυο-τρεις αλυσίδες που βαστούσαν δεξιά τον ασημοσουγιά μισολιωμένο και αριστερά τρεις τοκάδες μοναχά, αρματωσιά και στολίδια του.
— Και βάσταγες καλά σαν έφυγες, είπε κουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος. Το ψωμάδικο δικό σου στην Πόρτα-Άλα· έκανε δουλειά· είχες όλη την Οβριακή επάνω σου. Αν βάσταγες κεφάλι, τώρα θα είχες μηχανές και θα τάιζες όλη τη χώρα. Ο Μεϊτάνης είναι εκατομμυριούχος τώρα. — Και δεν θα 'χανα τους γονιούς μου! πρόσθεσε ο Πέτρο Λέτσος, στρέφοντας το βλέμμα στον κούφιο αέρα, σαν να διάβαζε τα περασμένα. — Οι γονείς σου; φώναξε ο Λαμπρόπουλος. Οι γονείς σου διακονιάρηδες το ξέρεις που βγήκαν; Ο Πέτρο Λέτσος διακονιάρης! Η βαφτισιμιά του Τζαβέλα διακονιάρα! Ο πατέρας σου γύριζε παλαβός στον Πάντουκον του κόσμου και η μάνα σου έπεσε στη Γαρίτσα και πνίγηκε! — Σώπα! Για όνομα Θεού, σώπα! είπε ο Πέτρο Λέτσος, κουνώντας τα χέρια και γυρίζοντας τα μάτια, λες και ήθελε να διώξει φοβερό φάντασμα.
Μα ο Μωραΐτης, σαν να τον έπιασε η πείρα εκείνη της φυλής του, να γελάσει με την απελπισία του άλλου, να φανεί πως είναι έξυπνος και πως όλα με την τσαχπινιά του τα καταφέρνει, άρχισε με περισσότερο θυμό: — Τι σώπα, μωρέ; Τι σώπα; Δεν σ’ τα 'λεγα εγώ; Κάτσε και τίρα τη δουλειά σου. Καλά καθόμαστε εδώ, λευτεριά έχουμε με τους Εγγλέζους. Μα "τα αδέλφια μας", "η πατρίδα"... Τι πατρίδα; Ποιος σε είδε εσένα η πατρίδα; Ποιος την ξέρει; Τάισε τους γονιούς σου που πείνασαν. Εσένα σε τάισε; Μα να πεις, ήταν και το μυαλό παιδικό...
— Εγώ που σου μιλώ έτσι, δεν μπήκα στο καράβι με τους Παργινούς να κατεβώ στη φωτιά; — Α! έκαμε ο Πέτρο Λέτσος, κοιτάζοντας τον φίλο του κατάματα, σαν να έλεγε: "Βλέπεις, δεν έχω άδικο· η πατρίδα πάντα πατρίδα είναι".
— Άκουσε, εξακολουθούσε εκείνος χωρίς να τον προσέξει. Πήγε τότε ο Κυριακούλης να βαρέσει τους Αρβανιτάκηδες και πήγαμε να του δώσουμε βοήθεια. Μα ώσπου να φτάσουμε εκεί, τελείωσε ο πόλεμος. Οι Μανιάτες με το λείψανο του Κυριακούλη κατέβηκαν στο Μεσολόγγι· οι Παργινούς είπαν να κατέβουμε κι εμείς. Μα εγώ κατάλαβα πως δεν ήμουν για πόλεμο και πέρασα ολονυχτίς στους Παξούς. Από τότε ηύρα την τύχη μου.
— Τότε, που λες, έκανα κι εγώ τον πρώτο μου πόλεμο, τον έκοψε ο Ρουμελιώτης. Βαρέσαμε τους Τούρκους στο Μωριά. Ήταν άμετρη η Τουρκιά και λιγοστοί εμείς, μα διαλεγμένοι. Μας τάξανε καλά οι οχτροί· στο τέλος τσακίσαμε. Ω ρε μάτια μου, θέρο που τους κάναμε!
Και έριξε τα μάτια του μακριά, πύρινα, λες και ήθελε να φωτίσει τα περασμένα. Είχε τα δάσος στις ρουθούνες, σαν να μυριζόταν τη μάχη. Κουνούσε τα χέρια σαν να έδινε ζερβοδέξια σπαθιές θανατοφόρες. Έβλεπε να φεύγουν οι οχτροί. "Για την πίστη και την πατρίδα!" Τα λόγια του φίλου του, το Φανάρι, ο Κυριακούλης, οι Αρβανίτες, λόγια αλησμόνητα στη ζωή του, γιατί ήταν της ζωής του το όνειρο, στέγνωσαν ευθύς τα δάκρυά του.
Μα ο Λαμπρόπουλος, γυρίζοντας και αυτός στα περασμένα, περήφανος για το κατόρθωμά του, εξακολούθησε χωρίς να τον προσέξει: — Στους Παξούς, που λες, ηύρα δύο καλούς συντρόφους. Άξιοι άνθρωποι, δεν χάνονταν σε λόγια. Βρίσκουμε ένα καϊκάκι και τραβούμε στα σκαλώματα του Μωριά και στα πόρτα της Ρούμελης. Εκεί μας βοήθησε η τύχη στα γερά. Ηύραμε στους έρημους κάβους και στα περιγιάλια γυναίκες, άντρες, παιδιά, κατατρεγμένους από το τούρκικο ασκέρι. Άμα μας αγνάντευαν, αρχίναγαν να μας παρακαλούν να τους πάρουμε, να τους περάσουμε στα ξερονήσια, στον Κάλαμο. Και έδιναν ό,τι είχαν: δαχτυλίδια διαμαντένια, ζουνάρια ασημένια, μεταξωτά και λαχούρια, ό,τι άρπαξαν από τα σπίτια τους την ώρα του φευγιού. Τα δίνανε όλα για να σωθούν από το λεπίδι, από τη σκλαβιά και την ατιμία. Δεν λέω πως δεν κάναμε και αδικίες· χωρίς αδικία βιος δεν γίνεται. Το καϊκάκι μας δεν έπαιρνε πολλούς· κι εμείς βάναμε πρώτα εκείνους που έδιναν τα πολλά. Κι αν έμενε τόπος, μπαρκάραμε και από τη φτώχεια. Αλλιώς, βουλώναμε τα αυτιά μας στα μοιρολόγια τους και κάναμε πανιά. Πολλές βολές θυμάμαι πλάκωναν άξαφνα οι Τούρκοι και βλέπαμε τους έρημους να σκορπάνε και να γκρεμίζονται από τους βράχους στη θάλασσα για να μας φτάσουν, να μας απλώνουν τα παιδιά τους την ώρα που βυθίζονταν στα κύματα... Μα εμείς σώσαμε τη ζωή μας.
— Εγώ πήρα ζωές! Μα τούρκικες ζωές! Έσπειρα κουφάρια στο διάβα μου. Χορτάσαμε το ατσάλι και την αντρειά η γη μας. Μα δεν το πήρα για κλεψιά το πράγμα. Ό,τι πήρα, το πήρα δίκαια με το σπαθί μου!
— Κι εγώ δίκαια το πήρα. Στο Μεσολόγγι... — Έκαμες στο Μεσολόγγι; — Ναι, έκαμα στους δύο μπλόκους και στην Έξοδο. — Μωρέ, τι λες! Εγώ τότε ήμουν με τον Κώστα Μπότσαρη. Ήρθαμε γυρεύοντάς σας. Μωρέ, πες μου, αδερφέ, πολέμησες στο πλευρό του Σιαδήμα; Είδες πώς γλίτωσε ο Μακρής; Πώς χάθηκαν τα γυναικόπαιδα; Πώς σκοτώθηκε ο Ραζηκότσικας;
Ο Ρουμελιώτης, όπως όλοι του καιρού του, έτρεφε άλλου είδους σεβασμό στο Μεσολόγγι. Έγιναν κι άλλες μεγάλες μάχες, μα εκείνα τα φριχτά χρόνια του αγώνα, το Μεσολόγγι το νόμιζαν κάτι εξαιρετικό. Εκείνους που πολέμησαν εκεί, τους πίστευαν θεούς. Τώρα, εκεί που άρχισε να περιφρονεί τον Μωραΐτη, με μιας όλα τα λησμόνησε μπροστά στη σκέψη πως είναι αγωνιστής του Μεσολογγίου. Μα ο Λαμπρόπουλος γέλασε δυνατά.
— Τι Ραζηκότσικα και Μακρή; Δεν είδα τίποτα, αποκρίθηκε με απάθεια. Είδα μονάχα που ήφερα την άλλη μέρα τις Μεσολογγίτισσες αρμαθιασμένες στο αράπικο στρατόπεδο. — Μωρέ, με τους Τούρκους ήσουνα; — Γιατί όχι; Έδινα χούφτα καπνό στους Αρβανιτάκηδες και στους Αραπάδες και έπαιρνα χούφτα μάλαμα και χούφτα ασήμι. — Ου να μου χαθείς! βροντοφώναξε ο Λέτσος. — Γιατί να χαθώ; Εσύ χάθηκες, κακομοίρη, με τα μυαλά που 'χες. Τη βλέπεις τούτη την καδένα; Δεύτερη δεν βρίσκεται στον κόσμο. Την πήρα για μια Μεσολογγιτοπούλα που πούλησα στον πρόξενο της Αούστριας στον Τσιρίγο.
Ο Πέτρο Λέτσος πήγε να φρενιάσει από θυμό. Η ξετσιπωσιά του Μωραΐτη έφερνε το αίμα στα μάτια του και δυο-τρεις φορές σκέφτηκε να του στρίψει το λαιμό για να πάψει να λέει τις ατιμίες του. Έξαφνα, βράζοντας από γεροντικό θυμό, σήκωσε βιαστικά το δεξί μανίκι και έδειξε μια φοβερή σπαθιά.
— Τη βλέπεις τούτη; φώναξε φέρνοντάς την στα μάτια του Μωραΐτη. Είναι σπαθιά! Την πήρα στο Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη. Ήμασταν λίγοι, όπως πάντα, και οι Τούρκοι άμετροι. Με την πρώτη μπαταριά σκοτώνεται ο σημαιοφόρος. "Ο δικός σου!" φωνάζει ο καπετάνος. Τα άρπαξα κιόλας. Μας έμπλεξαν εκεί, μας ζώσανε από παντού. Κολύμπησα στα αίματα ώσπου το γλίτωσα το μπαϊράκι!
— Και τι απόκτησες; Πού είναι το σπίτι σου; Πού είναι οι γονείς σου; Πού είναι η φαμίλια σου; Δεν είχες μυαλό! Εγώ, ακούς; Εγώ, σαν τέλειωσε ο πόλεμος, γύρισα φορτωμένος εδώ. Μάζωξα τους γονιούς μου από τα καλύβια και τους έβαλα αφεντάδες. Την αδελφή μου τη Ρήνη, που της έκανες τα γλυκά μάτια, την πάντρεψα με τιμές και δόξες και ζει αρχοντικά στον Πέλεκα. Εγώ παντρεύτηκα και πήρα μια κοντέσα. Ετούτο το σπίτι δικό μου είναι, και τ’ άλλο στα Μουράγια δικό μου, και στην Σπιανάδα το ψηλό πάλι δικό μου. Εκείνος ο σαράφης είναι γιος μου, ο Νικολάκης· ακούς πώς παίζει τα τάλιρα; Τον άλλον, τον δικηγόρο, θα τον κάμουμε βουλευτή. Ετούτο το μαγαζί το κρατεί ο μικρότερος. Έχω λιοτρίβι στη Γαρίτσα, λιοστάσι στους Αγίους Δέκα, περιβόλι στον Ποταμό. Όλα δικά μου!
Ο Ρουμελιώτης χλόμιασε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του είδε να συνεπαίρνονται όλα του τα αισθήματα. Ένιωσε να τον ενοχλεί μια απορία. Να αυτός, να κι ο φίλος του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονείς του, αγαπημένος από τους συγγενείς του. Προσμένει τον θάνατο ήσυχος. Κεριά παιδιών θα του κλείσουν τα μάτια. Και αυτός, που δεν αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στην φροντίδα του εαυτού του, γυρίζει τώρα δίχως τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, καταραμένος από τους γονείς του. "Ποιος λοιπόν είναι ο ίσιος δρόμος, Θεέ μου;"
Έξαφνα ο λογισμός του ύφανε εμπρός του μια εικόνα ολοζώντανη: Μια ασπροφόρα με κορμί και πρόσωπο αγγελοκαμωμένο στεκόταν κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά, κόσμος εκλεκτός ερχόταν και έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονείς, παιδιά, αδέρφια, αγάπες, πόθους, όνειρα. Η φωτιά τα άρπαζε όλα, τα κατάπινε. Και η Παρθένα, με το πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα, κι άλλα. Τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και εκείνοι, αφού έριχναν ό,τι είχαν, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν τέλος και οι ίδιοι και χάνονταν εκεί. Και κάτι του έλεγε μυστικά πως η Παρθένα, η Λάμια η αχόρταγη, ήταν η ΠΑΤΡΙΔΑ.
Ανυπόμονα έριξε τα μάτια περίγυρο να βρει την ελπίδα, την ανταπόδοση σε εκείνο το ολοκαύτωμα. Τίποτα. — Έχεις δίκιο... δίκιο έχεις... ψιθύρισε με δακρυσμένα μάτια και στήθος βαρύ.
Μα εκεί είδε την Κόρη να τον κοιτάζει κατάματα και με το χέρι της να δείχνει μακριά. Γύρισε εκεί ο Πέτρο Λέτσος και είδε μια χώρα μεγάλη, και μάντεψε αμέσως πως ήταν η ΕΛΛΑΔΑ! Ελεύθερη, δοξασμένη, λαμπροφώτιστη. Είχε πρωτεύουσά της την Πόλη την επτάλοφη και λατρευτό ναό της την Αγιά-Σοφιά. Του Κωνσταντίνου τον τάφο άγιο λείψανο, και των Κλεφτών τα άρματα φυλαχτά της. Και ήταν ο στρατός της τρόμος της γης και φρίκη της θάλασσας ο χιλιάρμενος στόλος της, και δόξα της δημιουργίας ο λαός της ο ημίθεος!
Μονιάς ένιωσε μια ανακούφιση να κυλά από πάνω του. Τα πύρινα αισθήματά του ξανάνιωσαν. Πήδησε αγέρωχος, αυστηρός, όπως την ώρα που στο Κερατσίνι αγωνιζόταν. Και στο "τι απόκτησες" που του πρόβαλλε με επιμονή ο Μωραΐτης, απάντησε χτυπώντας τα στήθη του δυνατά:
— Την Πατρίδα μου, μωρέ! Την Πατρίδα μου!
Ο Λαμπρόπουλος στην απροσδόκητη απάντηση έμεινε άλαλος. Ο Πέτρο Λέτσος φαντάστηκε να στέλνει και δεύτερη παταριά να σαρώσει τα κακομοιριασμένα λείψανα του οχτρού. Μεγάλος, αφεντικό, σαν να μιλούσε από μέρους όλου του λαού του ’21, του αδικημένου, μνημόνευε πιο δυνατά:
— Ναι! Έκαμα την Πατρίδα μου!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.