Οι κήρυκες ήταν πρόσωπα σεβαστά και απαραβίαστα.
Όπως οι Ολύμπιοι είχαν κήρυκα τον Ερμή, έτσι και οι θνητοί είχαν ήδη από τους Ομηρικούς χρόνους τους κήρυκές τους.
Γενάρχης τους ήταν ο Κήρυξ, γιος του Ερμή και της Αγλαύρου, κόρης του Κέκροπα.
Έμβλημά τους ήταν το κηρύκειο . Σύμφωνα με την παράδοση , ο Ερμής καθώς περπατούσε, είδε δυο φίδια που μάλωναν. Με το ραβδί που κρατούσε προσπάθησε να τα χωρίσει. Τα φίδια τυλίχτηκαν γύρω του συμφιλιομένα, και η ράβδος που ήταν από ξύλο ελιάς, έγινε σύμβολο ομόνοιας .
Στην Ιλιάδα (Δ,192) οι κήρυκες επονομάζονταν "θείοι" και "διίφιλοι" καθώς είχαν προστάτη τους όχι μόνο τον Ερμή αλλά και τον Δία.
Είναι αυτοί που με δυνατή και μελωδική φωνή, προσκαλούσαν τους άνδρες στη μάχη "πόλεμόνδε"
Γνωστοί ομηρικοί κήρυκες ήταν ο Επιός του Αγαμέμνονα, ο Στέντωρ (στεντόρεια φωνή) του Νέστορα, ο Ιδαίος του Πρίαμου και ο Μέδων του Οδυσσέα.
Στους Ολυμπιακούς αγώνες ο κήρυκας έδινε το το σύνθημα της έναρξης του τέλους αγώνων.