![]() |
|
Ρούπερτ Μπρουκ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΚΙ ΕΛΕΝΗ
Ι
Μες απ’ τα ερείπια της Τροίας μπήκε ο Μενέλαος
αλαφιασμένος
Στο παλάτι του Πριάμου, κρατώντας το σπαθί στο χέρι,
Να χορτάσει, πάνω στην άπιστη την πόρνη, δέκα χρόνων μίσος
Και την τιμή του βασιλιά. Δρασκελώντας ματωμένα πτώματα,
μες από καπνούς και ουρλιαχτά κι από ήσυχους διαδρόμους
φτάνει εντέλει μπρος την κάμαρη που στα ενδότερα βρισκόταν.
Το σπαθί ψηλά κραδαίνει και χτυπά στην τρυφηλή
και σκοτεινή παστάδα, λάμποντας σαν θεός!
Ψηλά καθόταν εκθαμβωτική η Ελένη, ήρεμη και μόνη.
Είχε λησμονήσει πως ήταν τόσο όμορφη κι ωραία,
Και πως ο λαιμός της λύγιζε με τέτοια χάρη·
Ένοιωθε κουρασμένος. Πέταξε το σπαθί του πέρα,
Και της φίλησε τα πόδια, και γονάτισε εκεί μπροστά της,
Ο ιδανικός Ιππότης μπρος στην τέλεια Βασίλισσα.
ΙΙ
![]() |
| Προτομή της Ελένης από τον Αντόνιο Κανόβα. |
Μέχρις εδώ ο ποιητής. Πώς θα μπορούσε να μαντέψει
Το ταξίδι στην πατρίδα, τη μακρά συζυγική ζωή;
Δεν σας λέει πως η εκθαμβωτική Ελένη γεννώντας
.jpg)


.jpg)
