ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Σαν της Ωριάς το κάστρο, κάστρο δεν είδα, σαν της Ωριάς το κάστρο, κάστρο δεν είδα, τέτοιο κάστρο δεν είδα, γεια χαρά σας, βρε παιδιά, που ’χει ασημένιες πόρτες κι αργυρά κλειδιά, τέτοιο κάστρο δεν είδα, Φράγκα και καλή καρδιά.
Τούρκοι το πολεμούσαν χρόνους δώδεκα, χρόνους, μήνες δεκατρείς, συ το νου μου τον κρατείς. Κι ένα γιανιτσαράκι, μιας Ρωμιάς παιδί, εις τον μπαρμπέρη πάει και μπαρμπερίζεται, γυναίκεια ρούχα βάνει και γυναικίζεται.
Πιάνει ένα μαξιλάρι και βάνει το κοιλιά και δύο μαντιλάκια και βάνει τα βυζιά και γίνεται γυναίκα και γκαστρώνεται κι απ’ όξω από τον πύργο πάει και κλαίεται.
«Ανοίξετέ μου να ’μπω το βαριόμοιρο, που ’μαι και γκαστρωμένο κι ετοιμόγεννο». Κι όσο να μισανοίξουν, χίλιοι εμπήκανε, κι όσο να καλανοίξουν, το κάστρο πάρθηκε.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Από τα πιο γνωστά, τα πιο μελωδικά, τα πιο ερωτικά αλλά και τα πιο διαδεδομένα στον ελλαδικό χώρο δημώδη άσματα, «Το κάστρο της Ωριάς» θεωρείται σαν ένα από τα πλέον δημοφιλή της Χίου, που όμως η κάθε εκδοχή ποικίλει από τη Βολισσό στο Πυργί κι από τα Καρδάμυλα στους Ολύμπους ή τη Χώρα, με το νησί να επιδεικνύει μέσω και του συγκεκριμένου άσματος, την πλούσια λαϊκή του παράδοση, όσο και τον πλούτο της πολιτισμικής