Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ



Η Πολιορκία που δεν Τέλειωνε

Ο ήλιος έγερνε πίσω από τα απόκρημνα βράχια, βάφοντας με ένα βαθύ πορφυρό χρώμα τις πολεμίστρες του κάστρου. Δώδεκα χρόνια κρατούσε η πολιορκία. Οι εισβολείς είχαν στρατοπεδεύσει στη ρίζα του λόφου, όμως οι πέτρινοι τοίχοι παρέμεναν αλώβητοι. Ψηλά, στις επάλξεις, η κόρη του άρχοντα, η Ωριά, στεκόταν σαν άγαλμα. Η ομορφιά της ήταν εφάμιλλη της αντοχής του κάστρου· λέγανε πως όσο εκείνη

έμενε όρθια, το κάστρο δεν θα έπεφτε ποτέ.

Οι στρατιώτες του εχθρού είχαν απελπιστεί. «Είναι στοιχειωμένο», ψιθύριζαν στις φωτιές τους. «Δεν είναι πέτρες αυτές, είναι η ίδια η μοίρα που μας εμποδίζει». Όμως ο αρχηγός τους, ένας άνθρωπος με βλέμμα παγωμένο, ήξερε πως ό,τι δεν πέφτει με το σπαθί, πέφτει με το μυαλό.

Ο Δόλος του Μοναχού

Ένα βράδυ, μια φιγούρα με κουρελιασμένα ράσα πλησίασε την πύλη. Ήταν ένας υποτιθέμενος μοναχός, που έσερνε τα βήματά του και ζητούσε έλεος.

  • «Ανοίξτε μου, χριστιανοί!» φώναζε με τρεμάμενη φωνή. «Οι εχθροί με καταδιώκουν, θα με σφάξουν στο κατώφλι σας!»

Η Ωριά, που η καρδιά της ήταν τόσο μαλακή όσο σκληρό ήταν το φρούριό της, τον κοίταξε από ψηλά. Οι σύμβουλοί της την προειδοποίησαν:

  • «Μην ανοίγεις την πύλη, αρχόντισσα. Ο εχθρός έχει χίλια πρόσωπα».

  • «Είναι ένας γέροντας μόνος», απάντησε εκείνη. «Πώς μπορεί ένας άνθρωπος του Θεού να φέρει την καταστροφή; Αν τον αφήσω να πεθάνει, το κάστρο θα μολυνθεί από την αδικία».

Με μια βαριά κίνηση, οι σιδερένιες αμπάρες τράβηξαν πίσω. Η πύλη άνοιξε μόνο όσο χρειαζόταν για να περάσει ένας άνθρωπος. Αλλά ο «μοναχός» δεν ήταν παρά ο πιο έμπειρος πολεμιστής του εχθρού μεταμφιεσμένος. Μόλις το πόδι του πάτησε στο εσωτερικό, τράβηξε ένα σπαθί κρυμμένο στα ράσα και σφήνωσε έναν σιδερένιο μοχλό στον μηχανισμό της πύλης, εμποδίζοντάς την να κλείσει.

Η Πτώση και η Θυσία

Το σύνθημα δόθηκε. Εκατοντάδες στρατιώτες που παραμόνευαν στο σκοτάδι όρμησαν στην ανοιχτή πύλη. Ο ήχος των σπαθιών γέμισε την αυλή, και οι κραυγές της προδοσίας έσκισαν τη νύχτα.

Η Ωριά κατάλαβε το λάθος της την ώρα που το κάστρο πλημμύριζε από τον εχθρό. Δεν έτρεξε να κρυφτεί στα υπόγεια, ούτε ζήτησε έλεος. Ανέβηκε στον πιο ψηλό πύργο, εκεί που ο άνεμος φυσούσε δυνατά. Κοίταξε για μια τελευταία φορά τον τόπο της, τις κορυφές των βουνών και τη θάλασσα στο βάθος.

  • «Προτίμησα την ευσπλαχνία από τον φόβο, και ο φόβος με νίκησε», ψιθύρισε.

Πριν οι πρώτοι στρατιώτες φτάσουν στην κορυφή του πύργου, η Ωριά έκανε το τελευταίο της βήμα στο κενό. Το σώμα της έπεσε σαν λευκό περιστέρι στα βράχια. Λένε πως στο σημείο που χάθηκε, φύτρωσε ένα χορτάρι που δεν ξεραίνεται ποτέ, και πως τις νύχτες με φεγγάρι, αν σταθείς σιωπηλός κάτω από τα ερείπια, ακούς ακόμα το κλάμα του κάστρου για την αρχόντισσά του που χάθηκε από μια στιγμή καλοσύνης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Ο ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΙΟΥ

Φωτογράφος: William James Stillman το 1869. Το Ξύπνημα στον Λόφο Ο ήλιος δεν είχε προβάλει ακόμα πίσω από τον Υμηττό, όταν ο μαστρο-Αργύρης ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου