Ο Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (βαπτίστηκε στις 6 Απριλίου 1849 - 10 Φεβρουαρίου 1917) ήταν Άγγλος ζωγράφος, γνωστός για την αρχική του ακαδημαϊκή τεχνοτροπία και την υιοθέτηση στη συνέχεια του στυλ και της θεματολογίας της Προραφαηλιτικής Αδελφότητας. Οι πίνακές του είναι γνωστοί για τις απεικονίσεις γυναικών τόσο από την αρχαία ελληνική μυθολογία όσο και από τον θρύλο του Αρθούρου. Ένα υψηλό ποσοστό απεικονίζει μια νεαρή και όμορφη γυναίκα με ιστορική ενδυμασία και σκηνικό, αν και υπάρχουν κάποιες προσπάθειες στην οριενταλιστική ζωγραφική και την ηθογραφία, που εξακολουθούν να παρουσιάζουν κυρίως γυναίκες.
Γεννημένος στη Ρώμη από Άγγλους γονείς που ήταν και οι δύο ζωγράφοι, ο Γουότερχαουζ αργότερα μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου εγγράφηκε στη Βασιλική Ακαδημία Σχολών Καλών Τεχνών. Σύντομα άρχισε να εκθέτει στις ετήσιες καλοκαιρινές εκθέσεις τους, εστιάζοντας στη δημιουργία μεγάλων έργων σε καμβά που απεικονίζουν σκηνές από την καθημερινή ζωή και τη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας. Πολλοί από τους πίνακές του βασίζονται σε συγγραφείς όπως ο Όμηρος, ο Οβίδιος, ο Σαίξπηρ, ο Τέννυσον ή ο Κιτς.
Το έργο του Γουότερχαουζ εκτίθεται σε πολλά μεγάλα μουσεία τέχνης και γκαλερί, και η Βασιλική Ακαδημία Τέχνης οργάνωσε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του το 2009.
Ήταν στο δώμα. Κάτω, η θάλασσα κοιμότανε, λευκή στο φεγγαρόφωτο και στους ατμούς,
Μπέρτραμ ΜΑΚΕΝΑΛ
Κίρκη
1893
μια νιότη όπως ο θάνατος αιώνια. Εκεί, με τα μεγάλα μάτια της κλειστά πεισματικά, θαρρείς για να κρατήσει φυλακισμένο το όνειρο, η Κίρκη με περίμενε. Κορμί ντυμένο μόνο με την αρμύρα του νερού, της γης την άχνη, του καιρού το ρίγος, παιδική σάρκα σφριγηλή, αφημένη στο άγνωστο. Το πόσο περπατήσαμε ο ένας του άλλου τη μοναξιά, διαβαίνει η πίκρα και το παίρνει. Κι ο Έρωτας έχει πάντα ένα σκυμμένο πρόσωπο όταν κοιτάει στη χώρα της ανάμνησης, ψάχνοντας για μια κίνηση, για μια γραμμή, για έναν ίσκιο πνιγμένο, για ένα θρόισμα, ζώντας ξανά το μυστικό κύμα, ανεβαίνοντας την ερημιά. Μα ωστόσο, η Κίρκη ήταν εκεί, ταξιδεμένη απ’ τις αγρύπνιες μου χρόνια και χρόνια, ήταν εκεί και με περίμενε, παιδική σάρκα, οδυνηρά μεγαλωμένη στου αγνώστου το καρτέρεμα. Σκύβοντας, ήπια, πρώτα, νερό απ’ τα χείλη της. Το καλοκαίρι τραγουδούσε βαθιά μέσα στις φλέβες το κομμένο τραγούδι του. Περιπλανήθηκα ώρα πολλή στη σκοτεινή της γη, κοιτώντας παράφορα τα κλεισμένα ματόφυλλα, κρούοντας τις πύλες του μέσα κόσμου της, μιλώντας τα λόγια που είναι σαν φτερά. Μα η Κίρκη, με το κορμί αφημένο στην πρωτόγνωρη αίσθηση, με την πηγή της ανοιχτή στη βαριά δίψα μου, κρατούσε πάντα στα θαυμάσια βύθη κάποιον ουρανό φυλακισμένο, κι ένα φως που τρέμιζε άχραντο στα απροσπέλαστα δάση. Μοναχή σα να ταξίδευε με το ζεστό πουλί της αναπνιάς, ξένη κι ολόδική μου. Είναι μακριά τώρα το καλοκαιρινό νησί, η χαρά που πέτρωσε, είναι μακριά και το κορμί της Κίρκης, η γιορτή του πάθους πάνω από τη θάλασσα, κοντά στην αιώνια νιότη. Και στις μεγάλες κάμαρες γυρίζουν τώρα τα μάτια της ολάνοιχτα, ξεκομμένα απ’ το σώμα. Ανάβουνε μικρές φωτιές μέσα στα χέρια μου, παίζουνε πίσω απ’ τα παραπετάσματα, τυραννούνε τις νύχτες μου, απρόσιτα άστρα. Ανατέλλουν στη ρέμβη μου, βασιλεύουν στα δάκρυά μου, μοίρα από φως και σκοτάδι, πικρή και ανεξήγητη, σαν τη μοίρα της ποίησης, που αγρυπνάει στην ψυχή μου“.
➖Γιώργος Γεραλής.
Circe offering the Cup to Odysseus. JW Waterhouse
Στίχοι: Σωκράτης Μάλαμας Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Παπάζογλου
Είσαι μια πέτρα στην άκρη του δρόμου κι είμαι παιδί κουρασμένο στον ίσκιο σου μοιάζεις με λέξη που φτιάχνει τον κόσμο κι εγώ σταγόνα που βρέχει τα χείλη σου
Μάγισσα Κίρκη πού με πας σε ποια γωνιά μ’ αφήνεις και με σβήνεις έχω ξεχάσει τι ζητώ ζω στο δικό σου κόσμο κι απορώ
Παίζεις στα ζάρια τη μαύρη χαρά μου μα περιμένω βουβός στο κατώφλι σου έρχεται η νύχτα και φέγγεις μπροστά μου σαν ναυαγός κολυμπάω στο σεντόνι σου
Μάγισσα Κίρκη πού με πας σε ποια γωνιά μ’ αφήνεις και με σβήνεις έχω ξεχάσει τι ζητώ ζω στο δικό σου κόσμο κι απορώ
Οικολογία και παιδική λογοτεχνία: μια περίπτωση πρόσληψης
Εισήγηση σε συνέδριο του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Κρήτης με θέμα «Ψυχοπαιδαγωγική της Προσχολικής Ηλικίας», Ρέθυμνο,18-20 Οκτωβρίου 2001. Δημοσιεύτηκε στα «Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου», Τόμος Β΄, Έκδοση Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής
Τα Οικολογικά παραμύθια και διηγήματα που περιέχονται στο βιβλίο «Ο χορός της βροχής» του Μπάμπη Δερμιτζάκη, είναι μια πολύ καλή πρόταση για την παιδική ηλικία, με ενημερωτική, μορφωτική,
“Σαν απόμεινε μόνος και ξεμάκρυνε ο θόρυβος και τα γέλια της συντροφιάς, ένιωσε με ευχαρίστηση τη σιωπή της νυχτωμένης Αθήνας να τον τυλίγει με την ησυχία της. Από τα φοιτητικά του χρόνια του άρεσε να περπατά τις μικρές ώρες μέσα στα έρημα σοκάκια, ν’ ακούει τα βήματά του ένα – ένα. Έβλεπε δεξά – ζερβά σε παράταξη τα σπίτια να σωπαίνουν τυλιγμένα στον