ΦΡΥΚΤΩΡΙΑ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ
Σε μια παρέα γέρων, ένα βράδυ, γινότανε λόγος για τις αρχαίες φρυκτωρίες· τις φωτιές που άναβαν από βουνό σε βουνό οι Έλληνες του Τρωικού Πολέμου, για να στείλουν στις Μυκήνες το μήνυμα πως η φωτιά που έβαλε στην καρδιά του Πάρη η ομορφιά της Ελένης, τελείωσε με την πυρκαγιά της Τροίας. Ένας δάσκαλος, μάλιστα, άρχισε με στόμφο την ετυμολογία της λέξης «φρυκτωρία» και ανέλυε πώς οι
«φρυκτωροί» φύλαγαν σκοπιά στις κορυφές. Μα εγώ δεν πρόσεχα πια. Ο νους μου έτρεχε σε μια άλλη βουνίσια φωτιά, που την έβλεπα στο φόντο άλλου καιρού και άλλου τόπου να φωτίζει ολοζώντανο ένα συγκαιρινό μας δράμα. Και σήμερα βάλθηκα να το ιστορίσω κατά πώς γίνηκε, με κάθε του πίκρα και κάθε του αλήθεια.Ήταν ένα καλοκαιράκι χλιαρό, στο έμπα του Ιούλη, που τα τσαμπιά των φιλεριών είχαν αρχίσει να μαυρογιαλίζουν στον κάμπο και η ζέστη άρχισε να βαραίνει πάνω από τους ελαιώνες. Στο καραβοστάσι μας, στη γραμμή του μόλου, που η θάλασσα μύριζε κατράμι, σάπια φύκια και εκείνα τα χαρακτηριστικά κρεμμύδια τα βατικιώτικα, η ζωή έβραζε. Καραβοκύρηδες με πρόσωπα σκαμμένα από την άλμη, ναύτες με τατουάζ στα μπράτσα, εργάτες του τελωνείου και ψαράδες πήγαιναν και ερχόντουσαν, γεμίζοντας τους καφενέδες και τα καπηλειά. Τη χρονιά εκείνη είχε πέσει μπόλικο σιτάρι στον τόπο, οι σοδειές ήταν πλούσιες και οι άνθρωποι του λιμανιού, με τις τσέπες γεμάτες, ξόδευαν ασυλόγιστα, ζητώντας να ξορκίσουν τον κάματο.
http://googleusercontent.com/image_collection/image_retrieval/12971245949252202690_0
Ένα πρωί, ο καφετζής ο Κουτσαΐτης, με τις τεράστιες, στριφτές μουστάκες του, έστησε απέξω από το μαγαζί του ένα ξύλινο παράπηγμα: το πάλκο. Εκρέμασε σινιάλα από καράβια και πολύχρωμες σημαούλες για να δώσει γιορτινή όψη και κάλεσε τον Παλαδά, τον τελάλη. Αυτός, ένας ψηλός, μαύρος και ξερακιανός τύπος, πήρε σβάρνα τα σοκάκια, σταματώντας σε κάθε γωνιά, και διαλάλησε με τη βροντερή του φωνή: — Κάτω στο γυαλό, στου Ανδρέα του Κουτσαΐτη τον καφενέ, ήρθανε κοκόνες πρεμαντόνες με βιολιά και λαούτα! Ήρθε η Μαριγούλα η Καλαματιανή, η Ελενίτσα το Συριανάκι και η κοκόνα η Ταρσή η Πολίτισσα με το ούτι της! Γλέντια θα γίνουν! Ζουτ!
Κάθε βράδυ από τις εννιά, ο μόλος βούιζε. Ο καπνός από τα τσιμπούκια και τα ναργιλέδες ανακατευόταν με τη μυρωδιά του ούζου. Ακόμα και οι δημόσιες αρχές, ο ειρηνοδίκης και ο λιμενάρχης, έδιναν το «παρών» στα μπροστινά τραπέζια, εκτός από τον Νομάρχη που κρατούσε τα προσχήματα. Η κομπανία αποτελούνταν από έναν ηλικιωμένο λαουτιέρη, έναν σαντουριέρη που τα δάχτυλά του πετούσαν πάνω στις χορδές, έναν κλαριντζή που τον έλεγαν «Μισέ Μπουρλή» και έναν νέο βιολιστή, τον Πίπη. Ο Πίπης ήταν διαφορετικός από τους άλλους της πιάτσας· ήταν μουσικός σπουδαγμένος με «πατέντα» από Ωδείο, με λεπτά χαρακτηριστικά και μια θλίψη στο βλέμμα, που βρέθηκε εκεί από έρωτα μεγάλο και ανέλπιστο για τη Ροδούλα, την κόρη της Ταρσής.
Η Ροδούλα ήταν ένα κορίτσι χλωμό, ως δεκαέξι χρονών, με μεγάλα ελαφίσια μάτια που έμοιαζαν να καθρεφτίζουν όλη τη μελαγχολία του κόσμου. Καθόταν πάντα σε μια άκρη κοντά στο πάλκο, συνεπαρμένη από τους ήχους. Ο Πίπης την κοίταζε συνέχεια την ώρα που έπαιζε το βιολί του, και οι χορδές του έμοιαζαν να μιλάνε μόνο σ' εκείνη. Όλοι ήξεραν το ειδύλλιο και το παρακολουθούσαν με μια κρυφή συμπάθεια. Ώσπου μια βραδιά, ο κλαριντζής, ο Μισέ Μπουρλής, πήρε τον καφετζή παράμερα και του ανακοίνωσε τα δυσάρεστα: η Ροδούλα έπεσε στο κρεβάτι και δεν μπορούσε να σηκωθεί. — Είναι χτυπημένο το κορίτσι, μουρμούριζε ο γέρο-μουσικός δείχνοντας με νόημα το στήθος του. Είχε τη φθίση, την αρρώστια που δεν συγχωρούσε.
Απέναντι από την πόλη υψώνεται το βουνό του Προφήτη Ηλία, άγριο και επιβλητικό. Η Ροδούλα, βλέποντας την κορφή από το μικρό της παραθύρι, έλεγε και ξαναέλεγε στη μάνα της, την Ταρσή: — Αχ, να 'μουν εκεί πάνω, μανούλα μου! Εκεί που ο αέρας δεν έχει τη σκόνη του κάμπου, εκεί δεν θα πέθαινα! Εκεί θα γινόμουν καλά! Ο γιατρός, όταν τον κάλεσαν, σήκωσε τα χέρια ψηλά, βλέποντας πως το τέλος πλησίαζε: — Ας πάει στο βουνό, τουλάχιστον για την ευθανασία, είπε σκληρά, ξέροντας πως μόνο η γαλήνη του ύψους της απέμενε.
Την ανέβασαν με ένα μουλάρι, με χίλιες προφυλάξεις. Εγκαταστάθηκε σε ένα παλιό κελί μαζί με μια γριά θεία της, την κυρά-Καλή, που ήξερε από βότανα, δίπλα στον γέρο-καλόγερο Ανανία. Πριν φύγουν οι δικοί της, ο άντρας της Ταρσής, με μάτια βουρκωμένα, είπε στον καλόγερο κρυφά: — Γέροντα, αν τύχει και συμβεί το κακό τη νύχτα και η ψυχή της φτερουγίσει, άναψε μια μεγάλη φωτιά στη δυτική άκρη του βουνού, εκεί που ο γκρεμός κοιτάζει το λιμάνι, να τη δούμε από την πόλη. Να είναι το σημάδι πως η Ροδούλα μας έσβησε, για να μην ανέβουμε άδικα το πρωί.
Η Ταρσή ήταν αναγκασμένη να κατεβαίνει κάθε βράδυ στο λιμάνι για το μεροκάματο, γιατί το ψωμί έβγαινε με ιδρώτα. Η καρδιά της όμως ήταν ψηλά, στο κελί του βουνού. Τραγουδούσε τα αμανετζίδικα και τα μάτια της ήταν διαρκώς καρφωμένα στο σκοτεινό βουνό, τρέμοντας μήπως δει τη φλόγα να σχίζει το σκοτάδι. Οι μέρες περνούσαν και η Ροδούλα έδειχνε μια προσωρινή αναλαμπή, εκείνο το ψεύτικο ρόδισμα που δίνει η αρρώστια πριν το τέλος. Ένα Σάββατο απόγευμα, η Ταρσή και ο Πίπης την αποχαιρετούσαν με χαρά: — Θα ξανάρθουμε τη Δευτέρα, Ροδούλα μου, πας καλύτερα! Ο αέρας του Προφήτη Ηλία έκανε το θαύμα του!
Το βράδυ της Κυριακής, η ζέστη ήταν βαριά, αποπνικτική. Το λιμάνι ήταν γεμάτο κόσμο που αναζητούσε μια ανάσα δροσιάς κοντά στο κύμα. Η Ταρσή, πλημμυρισμένη από μια ανεξήγητη ελπίδα, σχεδόν σίγουρη πως το παιδί της γλίτωσε, σηκώθηκε να χορέψει. Πήρε το ντέφι, το τίναξε ψηλά, τα κουδουνίσματα αντήχησαν σε όλο τον μόλο και άρχισε τον σκοπό: «Αν είσαι μάνα και πονείς, έλα στα Ανάπλι να με ιδείς...» Χόρευε με τόσο κέφι, με μια τέτοια μανία ζωής, που δεν είχε ξαναχορέψει έτσι ποτέ. Ο Πίπης την ακολουθούσε με το βιολί, παίζοντας πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά.
Ξαφνικά, ένα σπαρακτικό «κρακ» ακούστηκε, καθώς το δέρμα του ντεφιού σχίστηκε στα δύο από την ορμή της. Το τραγούδι κόπηκε σαν με μαχαίρι. Η Ταρσή έβγαλε μια κραυγή που πάγωσε το αίμα των παρευρισκομένων και σωριάστηκε χάμο, πιάνοντας την καρδιά της. Οι μουσικοί παράτησαν τα όργανα. Μόνο ο βιολιστής, με το χέρι τεντωμένο προς τον Προφήτη Ηλία, ψιθύρισε με πνιγμένη φωνή που ακούστηκε σε όλο το σιωπηλό λιμάνι: — Η φωτιά... η φωτιά... πέθανε η Ροδούλα!
Όλος ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος, κοιτάζοντας προς τα πάνω. Στην κορυφή του βουνού, μια δυνατή φωτιά, λαμπαδιαστή, γραφόταν στο φόντο του σκοτεινού ουρανού. Ήταν η φρυκτωρία του θανάτου. Η κομπανία, οι φίλοι και η χαροκαμένη μάνα πήραν τον δρόμο για το βουνό μέσα στη νύχτα, ακολουθώντας εκείνη τη φλόγα που έμοιαζε με αιμάτινη πληγή κατάστηθα στον ουρανό, ένα σήμα πόνου που δεν θα έσβηνε ποτέ από τη μνήμη τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.