Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την έναρξη μιας από τις πιο ευφυείς και χιουμοριστικές αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του μεγάλου οραματιστή συγγραφέα. Στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ, ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ αφήνει για λίγο τα ταξίδια στον πυρήνα της γης και στα βάθη των ωκεανών, για να μας μεταφέρει σε μια πολύ πιο «επικίνδυνη» και κωμική περιπέτεια: την προσπάθειά του να επιβιώσει σε ένα κυνήγι στην εξοχή της Νορμανδίας.

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ στο ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ δεν κάνει απλώς μια χιουμοριστική αφήγηση· χρησιμοποιεί το κοφτερό του πνεύμα για να αποδομήσει πλήρως την εικόνα του «γενναίου» κυνηγού. Μέσα από την αυτοσαρκαστική του ματιά, γελοιοποιεί την υπεροψία, την αιμοδιψή διάθεση και τον δήθεν ηρωισμό όσων θεωρούν το κυνήγι άθλημα ή κοινωνική καταξίωση.

ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΚΥΝΗΓΙ



ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ

Είμαι κυνηγός; Πιστεύω πως όχι. Εντούτοις, στις 28 Αυγούστου 1881, βρέθηκα στο Villers-Bocage, προσκεκλημένος του φίλου μου Guillon. Ο εξοπλισμός μου, δανεικός από τον Deleuze, περιλάμβανε ένα όπλο που «κλωτσούσε», όπως με προειδοποίησαν. «Ελπίζω να κλωτσάει προς το θήραμα», απάντησα, αν και κατά βάθος ένιωθα σαν στρατιώτης που πηγαίνει σε μάχη χωρίς να ξέρει πού είναι ο εχθρός.


Η ομάδα μας ήταν ετερόκλητη: ο Guillon ως στρατηγός, ο κύριος Π. με την άψογη στολή του και ο Morand, ο ντόπιος που μας κοίταζε με οίκτο. Η πορεία ξεκίνησε μέσα στα χωράφια με τα τεύτλα. Η δροσιά είχε μετατρέψει τα φύλλα σε γλιστερές παγίδες που μούσκευαν τα παντελόνια μας. Ξαφνικά, ο σκύλος φερμάρει. Η σιωπή έγινε απόλυτη. Μια πέρδικα πετάχτηκε με θόρυβο. Μπαμ! Μπαμ! Μια ομοβροντία από δέκα όπλα συγκλόνισε την πλάση. Όταν ο καπνός διαλύθηκε, η πέρδικα συνέχιζε το πέταγμά της ατάραχη. «Ήταν θωρακισμένη», πρότεινα, αλλά οι σύντροφοί μου δεν εκτίμησαν το αστείο.

Η ζέστη άρχισε να σφίγγει. Ο Guillon με τοποθέτησε σε μια άκρη του δάσους. «Μην κουνηθείς, εδώ θα περάσει ο λαγός». Περίμενα ώρες. Το όπλο βάραινε σαν να ήταν φτιαγμένο από μόλυβδο. Ξαφνικά, ένας λαγός ξεπήδησε. Τον κοίταξα στα μάτια. Εκείνος με κοίταξε με μια έκφραση που έλεγε: «Σιγά μην με πετύχεις». Πίεσα τη σκανδάλη, αλλά ξέχασα την ασφάλεια. Μέχρι να τη βρω, ο λαγός είχε γίνει καπνός. Ο Morand με πλησίασε: «Κύριε Βερν, αν γράφετε όπως κυνηγάτε, οι αναγνώστες σας θα μένουν πάντα πεινασμένοι».

Το μεσημέρι, το γεύμα κάτω από τις βελανιδιές ήταν η μόνη μου επιτυχία. Το κρασί έρεε και οι ιστορίες για απίθανα χτυπήματα έδιναν και έπαιρναν. Εγώ περιορίστηκα στο να περιγράφω πώς θα ήταν ένα κυνήγι στη Σελήνη, όπου η έλλειψη βαρύτητας θα έκανε τα σκάγια να ταξιδεύουν αιώνια. Μετά το φαγητό, η κούραση ήταν αβάσταχτη. Τα πόδια μου αρνούνταν να υπακούσουν. «Άλλες πέντε ώρες», φώναξε ο Guillon.

Σε μια στιγμή σύγχυσης, είδα κάτι να κινείται στους θάμνους. «Αυτό είναι δικό μου!» σκέφτηκα. Στόχευσα προσεκτικά και έριξα. Ένας τρομερός θόρυβος και μια κραυγή πόνου ακούστηκε. Έτρεξα γεμάτος αγωνία, ελπίζοντας να μην είχα σκοτώσει κανέναν χωρικό. Αντί για θήραμα, βρήκα το καπέλο του κυρίου Π. καρφωμένο σε ένα κλαδί, γεμάτο τρύπες από τα σκάγια μου. «Κύριε», του είπα σοβαρά καθώς του το παρέδιδα, «τουλάχιστον τώρα έχετε καλύτερο εξαερισμό».

Η μέρα πλησίαζε στο τέλος της. Οι άλλοι είχαν γεμίσει τις τσάντες τους με πέρδικες και λαγούς. Εγώ είχα μόνο φουσκάλες στα πόδια και μια σχισμένη ζακέτα. Καθώς επιστρέφαμε, ένας τελευταίος λαγός διέσχισε το δρόμο μας. Όλοι έριξαν και αστόχησαν. Έριξα κι εγώ, χωρίς καν να κοιτάζω. Ο λαγός έπεσε! Έτρεξα περήφανος, αλλά ο Morand με σταμάτησε: «Μην χαίρεστε, κύριε Βερν. Ο λαγός πέθανε από το φόβο του μόλις είδε τόσους ανίκανους μαζεμένους».

Φτάνοντας στην Amiens, ο Deleuze με ρώτησε για το όπλο. «Είναι εξαιρετικό», του είπα. «Δεν σκότωσε τίποτα, άρα είναι ένα όπλο ανθρωπιστικό». Μπήκα στο σπίτι μου, άφησα το δίκαννο στη γωνία και ορκίστηκα: Οι επόμενες περιπέτειές μου θα γίνονταν μόνο πάνω στο χαρτί, όπου οι σφαίρες βρίσκουν πάντα το στόχο τους και οι λαγοί δεν σε κοιτάζουν υποτιμητικά. Δέκα ώρες κυνήγι ήταν αρκετές για μια ολόκληρη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΣΕ ΠΕΖΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ SAMUEL TAYLOR COLERIDGE Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ Έξω από την ορθάνοιχτη πόρτα ενός σπιτιού όπου γιο...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου