Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΙΚΕΛΙΝΑΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ
Όταν πέθανε ο γέρο-Μαρούκα, ο ανιψιός του, ο Μαρουκίνο όπως τον φώναζαν όλοι χαϊδευτικά στην πόλη, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι χρόνια του και ετοιμαζόταν με βαριά καρδιά να πάει να υπηρετήσει τη θητεία του στο στρατό. Η Θεία Μικελίνα, η δεύτερη γυναίκα του γέρο-Μαρούκα, ήταν εκείνη που τον είχε αναθρέψει σαν αληθινή μητέρα από τότε που ήταν μωρό στην κούνια. Για εκείνη, ο Μαρουκίνο δεν
ξεχώριζε σε τίποτα από ένα δικό της σπλάχνο.Ο γέρο-Μαρούκα δεν είχε αποκτήσει παιδιά από την πρώτη του γυναίκα. Γι’ αυτόν τον λόγο, είχε πάρει τον Μαρουκίνο από τον αδερφό του, τον Μάκο, για να έχει έναν κληρονόμο και μια συντροφιά στα γεράματά του. Όταν χήρεψε και αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί τη Μικελίνα —μια κοπέλα γεμάτη νιάτα, ομορφιά και δροσιά— κράτησε τον ανιψιό του κοντά του. Ήξερε βαθιά μέσα του πως δεν υπήρχε πια καμία ελπίδα να αποκτήσει δικό του παιδί από τη δεύτερη γυναίκα του. Έτσι, το ανιψάκι του ήταν γι’ αυτόν ο μοναδικός του γιος.
Η Θεία Μικελίνα, από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο αρχοντικό του γέρο-Μαρούκα, έδειξε σε όλους την αξία της. Ήταν μια φρόνιμη και άξια νοικοκυρά, που ήξερε να κουμαντάρει με σιδερένια πυγμή και εξυπνάδα τα υποστατικά της. Ο άντρας της είχε μεγάλη περιουσία, σπίτια στην πόλη και απέραντα κτήματα στην εξοχή, και η Μικελίνα έγινε ο φύλακας άγγελος αυτής της περιουσίας. Μα πάνω απ’ όλα, αγάπησε τον Μαρουκίνο.
Πέρασαν τα χρόνια μέσα σε μια γαλήνη που έμοιαζε ακλόνητη. Ο Μαρουκίνο έγινε ένα παλικάρι είκοσι χρονών, σφριγηλό και γεμάτο ζωή. Η Θεία Μικελίνα, που δεν είχε κλείσει ακόμα τα σαράντα της χρόνια, έλεγε συχνά χαμογελώντας πως είχε γεράσει πια, αν και η ομορφιά της παρέμενε αλώβητη από τον χρόνο. Όταν ο καλός και πάντα πράος γέρο-Μαρούκα άφησε την τελευταία του πνοή, η θεία και ο ανιψιός έκλαψαν με πραγματικό πόνο.
Η διαθήκη του γέροντα ήταν ξεκάθαρη: άφηνε όλη του την περιουσία στον πολυαγαπημένο του ανιψιό, αλλά στη γυναίκα του, τη Μικελίνα, άφηνε την επικαρπία όλων των κτημάτων και των σπιτιών για όσο ζούσε. Υπήρχε όμως ένας όρος, μια δικλείδα ασφαλείας: ο όρος αυτός ίσχυε μόνο αν η Μικελίνα δεν αποφάσιζε ποτέ να ξαναπαντρευτεί.
Ο Μαρουκίνο, που το πραγματικό του όνομα ήταν Σιμονέλο, έφυγε για τον στρατό. Η Μικελίνα έμεινε πίσω, φροντίζοντας το νοικοκυριό με την ίδια αφοσίωση. Όλα έμοιαζαν να κυλούν ομαλά, μέχρι που ένα γράμμα από τον ανιψιό της ήρθε να ταράξει την ηρεμία της. Ο Μαρουκίνο είχε αλλάξει. Της έγραφε πως δεν ήθελε πια να ξαναγυρίσει στο σπίτι, πως ένας κρυφός και αγιάτρευτος πόνος του μάτωνε την καρδιά μέρα και νύχτα. Σε κάθε γράμμα του, η απελπισία του γινόταν πιο μαύρη, πιο βαθιά, κι εκείνος αρνιόταν πεισματικά να αποκαλύψει την αιτία.
Η Θεία Μικελίνα, ανήσυχη σαν μάνα, του απαντούσε συνέχεια. Του έλεγε πως αν ήταν ερωτευμένος, έπρεπε να της το φανερώσει για να τον βοηθήσει. Του έστελνε άφθονα χρήματα, ελπίζοντας πως με τις διασκεδάσεις και τη ζωή της πόλης θα ξεχνούσε αυτή την «τρελή απελπισία». Όμως, προς μεγάλη της έκπληξη, ο Μαρουκίνο της έστειλε πίσω τα χρήματα. Το γράμμα που τα συνόδευε ήταν γεμάτο θυμό, παράπονα και μια απεγνωσμένη κραυγή: «Κατάλαβέ με, θεία! Πρέπει να με καταλάβεις!»
Η Μικελίνα είχε χάσει τον ύπνο της. Τι έπρεπε να καταλάβει; Η απάντηση ήρθε όταν ο Μαρουκίνο γύρισε ξαφνικά με άδεια. Ήταν η σκιά του εαυτού του: αδύνατος, χλωμός, με μάτια που έλαμπαν από μια παράξενη, σχεδόν τρομακτική φλόγα. Η Μικελίνα τρόμαξε. Τον πήρε από κοντά, τον χάιδευε, τον φιλούσε μητρικά και τον ρωτούσε επίμονα: «Μα τι έχεις; Τι θες από μένα; Τι θες να καταλάβω;»
Όσο όμως εκείνη τον πλησίαζε με στοργή, τόσο εκείνος γινόταν πιο τρελός, πιο απόμακρος, πιο άγριος. Τελικά, ο Μαρουκίνο έφυγε από το σπίτι και κλείστηκε σε ένα μακρινό χωριό για να περάσει τις υπόλοιπες μέρες της άδειάς του ολομόναχος. Τότε ήταν που η Θεία Μικελίνα άρχισε να αναλογίζεται τις παράξενες ματιές του, τους ανεξήγητους θυμούς του την ώρα που τον θώπευε. Μια αφάνταστη υποψία την έκανε να ανατριχιάσει από την κορυφή ως τα νύχια. Έπεσε σε μια καρέκλα, ακατάχλωμη, ψιθυρίζοντας με φρίκη: «Μπορεί... ποιος ξέρει... μπορεί να είναι κι αυτό!»
Δεν τόλμησε να στείλει κανέναν στο χωριό. Όμως, μετά από τέσσερις μέρες, την επισκέφτηκε ο κουνιάδος της, ο πατέρας του Μαρουκίνου. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε πατήσει στο σπίτι από τότε που διαβάστηκε η διαθήκη, χολωμένος από τον πλούτο που κατείχε η Μικελίνα.
— «Αγαπητή μου κουμπάρα», της είπε με ένα ύποπτο, ειρωνικό χαμόγελο. Την έλεγε κουμπάρα, γιατί η πρώτη γυναίκα του αδερφού του είχε βαφτίσει τον Μαρουκίνο. «Δεν ξέρω τι να κάνω με τον Σιμονέλο. Αχ, κουμπάρα μου, τι κακό σαράκι που είναι ο έρωτας!»
— «Μπα! Είναι λοιπόν ερωτευμένος;» ρώτησε η Μικελίνα με κομμένη την ανάσα.
— «Το τρελόπαιδο...» συνέχισε εκείνος. «Κι εσύ κουμπάρα, τον ανέθρεψες από μωρό, τον αγάπησες σαν παιδί σου...»
— «Φυσικά και τον αγάπησα!» φώναξε εκείνη.
Ο κουνιάδος της κούνησε το κεφάλι με εκείνο το φαρμακερό χαμόγελο. — «Αυτό ακριβώς είναι η συμφορά του, αγαπητή μου κουμπάρα. Αυτό ακριβώς! Κοιτάχτηκες ποτέ σου στον καθρέφτη;»
Η Μικελίνα ένιωσε το φαρμάκι της υποψίας να πλημμυρίζει την καρδιά της. Πετάχτηκε όρθια και άρχισε να ουρλιάζει: — «Δεν μπορεί! Είναι τρέλα! Εσύ του την έβαλες στο νου, δαιμονισμένε! Εσύ που δεν ησύχασες ποτέ για την καταραμένη διαθήκη! Νομίζεις πως δεν ξέρω; Φώναζες σε όλο τον κόσμο πως είμαι νέα και πως ο γιος σου θα πέθαινε δίχως να χαρεί την περιουσία! Εγώ όμως είχα σκοπό να του πω: Σιμονέλο μου, διάλεξε μια καλή κοπέλα, φέρ’ την εδώ, εσύ είσαι ο αφέντης! Αυτό ήθελα! Γράψε του λοιπόν να του βγάλεις αυτή την καταραμένη ιδέα από το μυαλό!»
Ο κουνιάδος, ατάραχος, της είπε ξεκάθαρα πως ο Μαρουκίνο ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της και πως καλά θα έκανε να δει την ομορφιά της στον καθρέφτη. — «Έξω από δω!» ούρλιαξε η Μικελίνα. «Έξω, δαιμονισμένε! Ανάθρεψα μια οχιά στο στήθος μου! Έξω από το σπίτι μου!»
Μόλις έμεινε μόνη, η Μικελίνα ξέσπασε σε κλάματα. Η μητρική της καρδιά ήταν ματωμένη. Οι γειτόνισσες προσπάθησαν να την παρηγορήσουν, αλλά κανείς δεν καταλάβαινε την απελπισία της. Όλοι ψιθύριζαν πως έφταιγε η διαθήκη. Γιατί να μην παντρευτούν; Δεν ήταν έγκλημα. Άλλωστε, αν ο Μαρουκίνο έπαιρνε μια άλλη, οι δύο γυναίκες θα μάλωναν συνέχεια για την εξουσία του σπιτιού. Έτσι, όλοι έβλεπαν το συμφέρον και κανείς την ιερή μητρική στοργή.
Η Μικελίνα έτρεξε στον καθρέφτη. Δεν ήταν άσχημη. Ήταν ακόμα δροσερή. Μα για εκείνο το παιδί; Ήταν ντροπή! Ήταν κρίμα!
Ο Μαρουκίνο όμως επέμενε. Της έγραφε συνέχεια, ζητώντας της έρωτα και οίκτο. Όταν γύρισε οριστικά από τον στρατό, ακόμα πιο εξαθλιωμένος, η Μικελίνα του φώναξε αγριεμένη: — «Άκουσε, παλιόπαιδο! Ξέρω τι θέλεις. Θέλεις να παντρευτώ για να χάσω την επικαρπία και να πάρεις εσύ την περιουσία του μπάρμπα σου από τώρα. Ε λοιπόν, μόνο γι’ αυτό θα σε παντρευτώ! Μη γελάς, ξεδιάντροπε!»
Ο Μαρουκίνο πήδηξε στο λαιμό της να τη φιλήσει, αλλά εκείνη τον απώθησε με βία. — «Αν με ξαναφιλήσεις, θα σε διώξω! Σε παντρεύομαι για να κάνεις ό,τι θες με την περιουσία. Πάρε όσες γυναίκες θες, αλλά μη με κοιτάξεις ποτέ στα μάτια! Θα πάω να ζήσω στην εξοχή, μακριά σου. Ορκίσου!»
Ο Μαρουκίνο ορκίστηκε, αλλά μόνο και μόνο για να την καταφέρει. Η Μικελίνα τον προειδοποίησε: — «Πρόσεχε, γιατί μπορεί να σε σκοτώσω ή να σκοτωθώ αν δεν κρατήσεις τον όρκο σου!»
Μετά τον γάμο, η Μικελίνα έφυγε αμέσως για την εξοχή. Όμως δεν σκότωσε κανέναν. Όταν μετά από έξι μέρες ο Μαρουκίνο πήγε τη νύχτα και χτυπούσε την πόρτα της μέχρι να του ανοίξει, η μοίρα σφραγίστηκε. Μετά από μια ώρα, ο Μαρουκίνο βγήκε κατάχλωμος, με το πρόσωπο, τον λαιμό και τα χέρια γεμάτα γρατζουνιές και μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλη. Έτρεξε να κλειστεί στο σπίτι του, φοβισμένος σαν εγκληματίας.
Όταν οι γείτονες είδαν τα σημάδια και τον ρώτησαν ειρωνικά «τι νέα από τη νύφη;», εκείνος δεν απάντησε. Αποφάσισε να μην την ξαναδεί. Όμως, δέκα μήνες αργότερα, έμαθε πως η Θεία Μικελίνα είχε αποκτήσει παιδί. Έτρεξε να τη συναντήσει γεμάτος ελπίδα ή ενοχή.
Η Μικελίνα, μόλις τον είδε, έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της σαν να το γλίτωνε από θηρίο. — «Φεύγα!» τον παρακάλεσε. «Άφησέ με στην ησυχία μου. Δεν βλέπεις πως μου φτάνει η συντροφιά του παιδιού μου; Αχάριστε! Τόσος ήσουν κι εσύ όταν σε βρήκα και σε ανάθρεψα. Αλλά αυτό δεν θα σου μοιάζει. Δεν θα μου φερθεί όπως εσύ. Γιατί αυτό είναι και δικό μου παιδί!»
Και η Θεία Μικελίνα, κλαίγοντας, έσκυψε και φίλησε στο μέτωπο το παιδί της, βρίσκοντας επιτέλους τη δική της λύτρωση μέσα στη δική της τραγωδία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.