ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ
Λοιπόν, πιο γλετζές, πιο χαριτωμένος άνθρωπος από το Γιάννη τον Ξεφλούδα δεν εματάγινε. Ήταν μουσικός στη στρατιωτική μπάντα. Κοντούτσικος, ολοστρόγυλος, σαν κάτι σμυρνέικα πεπονάκια, τόσα δα! Μα όταν έπαιζε την κλαπαδώρα και έφτανε το σόλο του στην «Καβαλαρία Ρουστικάνα» να πούμε, ή στο «Λαντόνα Εμόπιλε», ο Γιάννης ο Ξεφλούδας ψήλωνε στις μύτες των παπουτσιών του, σήκωνε το χωνί της κλαπαδώρας ψηλά, γούρλωνε τα μάτια και γινότανε τόσος κι άλλος τόσος! Και τότε όλοι στην πλατεία τον προσέχανε και μουρμουρίζανε: «Μωρέ μπράβο, Ξεφλούδα!».
Και σαν τελείωνε το κομμάτι, ο Ξεφλούδας πήγαινε στον αρχιμουσικό του καμαρωτός για να πάρει το «εύγε». — Ε, μαέστρο, μπουκαδούρα, ε; του 'λεγε. Χαμογελούσε ο μαέστρος ο Ατζούς και χτυπώντας τον προστατευτικά στον ώμο: — Μπράβο, Ξεφλούδα, του 'λεγε. Φίνα! Επιλοχία θα σε κάνω εγώ εσένανε!
Τότε ο κλαπαδορίστας έφευγε ευχαριστημένος να πάει αλλού, σε καμιά φιλική παρέα που καθόταν στο καφενείο, να του πουν κι εκείνοι «μπράβο» και να τον τρατάρουν. Α, όχι πιωτά, σπίρτα και τέτοια. — Μυγδαλάτο θα πάρω εγώ, να γλυκάνω το λαρίγγι. Παραφύσηξα σήμερα, μωρέ παιδιά! Και χτυπούσε τα παλαμάκια να 'ρθει το παιδί να του φέρει το αγαπημένο του γλύκισμα. Γιατί αλήθεια, σπίρτα δεν έπινε ποτέ ο Γιαννάκης ο Ξεφλούδας. Κρασάκι μάλιστα, ρετσίνα, να μοσκοβολάς πεύκο και να σε βλέπει ο Θεός,
παιδί μου! Να κάθεσαι, που λες, κάτω από τη μουριά του Ρουκουνιώτη και να φυσάει το βραδινό αεράκι στα φύλλα, να τσιμπάς το μεζέ σου και να έρχεται η μισή να γουργουλίζει ψιλοκρεμαστά στα ποτήρια. Έπειτα να το κουρτίζει το γλέντι, να λες το ένα, να λες το άλλο με τους φίλους, ώσπου να ρεβάρει το μπουζουκάκι, το γιαρεδάκι και τα λοιπά, όλα τα ευχάριστα. Και να σε πηγαίνουν ύστερα κρατητό στην κυρα-Ξεφλούδενα. Ε, και τι; Απολογιόταν ο Γιάννης περήφανα: — Μη δεν είμαι άντρας; Άντρες το πίνουν το κρασί και άντρες το ομολογάνε!
Κι έτσι η ζωή του αλέγρου μουσικάντη κυλούσε ποταμάκι γάργαρο. Γιατί και στο σπίτι του ήταν αγαπητός. Η γυναίκα του, αγαθή νησιώτισσα, δεν τον εγκρίνιαζε, δεν του χαλούσε ποτέ το χατίρι. Κι αν η
μοναχοκόρη του η Αγγελικούλα τον εμάλωνε καμιά φορά, το 'κανε για να τον συγκρατεί στα όρια. — Ε, τι πίνω βρε κορίτσι; απολογιόταν εκείνος. Μια φορά τη βδομάδα, Σαββατόβραδο με τους φίλους. — Ναι, μα θα σε χαλάσει, Γιάννη μου, έλεγε τώρα και η γυναίκα του. — Τι να χαλάσει; Τη φωνή μου; Μη γαρ είμαι ψάλτης εγώ ή κανονάρχης; Έπειτα τη φωνή μου την έχω σίγουρη εγώ, χαλκοματένια! Και έδειχνε ξεκαρδισμένος την κλαπαδώρα του που κρεμότανε στον τοίχο πάνω από την κασέλα την κάρυνη.
Την ελάτρευε την Αγγελικούλα του ο πατέρας. Αυτό το κορίτσι ήταν η αδυναμία του και έτσι ούτε ράφτρα θέλησε να την κάνει, ούτε καπελού. — Δεν έχουμε ανάγκη να ξενοδουλεύει το κορίτσι. Ακούς, γυναίκα; έλεγε. — Μα να κάνει την προικούλα της, Γιάννη μου, συμβούλευε η μητέρα. — Προίκα έχει την ομορφιά της! αντέκοβε ο πατέρας με καμάρι. Θα της δώσουμε και το σπίτι. Ήταν αλήθεια όμορφη η Αγγελικούλα, φανταχτερή κοπέλα, κορίτσαρος! Ίδια η μάνα της στα δεκαοχτώ της χρόνια. Φεγγαροπρόσωπη, με μάτια που σφάζανε, γλυκομελάχρινη και μια φωνή βελούδο. Τραγουδούσε κιόλας. — Άιντε, Αγγελικούλα μου, να το σκούξουμε! έλεγε καμιά φορά το βράδυ ο πατέρας της μερακλωμένος. Και η Αγγελικούλα, πρόθυμη πάντα, έβγαζε την κιθάρα απ' την πανένια της θήκη, την εκούρδιζε, ξεκρεμούσε και ο Γιάννης την κλαπαδώρα του. — Σότο βότσε, παιδί μου, πιάνο-πιάνο! Και άρχιζε το γλέντι το οικογενειακό. Το σπίτι τους ήταν ψηλά, ανηφορίζοντας στη βενετσιάνικη σκάλα, πίσω από τη Φραγκόκλησα, που λένε. Αεροκρέμαστο στα βράχια, θα 'λεγες. Από το ξύλινο μπαλκόνι του φαινόταν όλος ο κόρφος και πέρα, φόντο η κορνίζα των βουνών, ένα κάδρο. Και δεξιά ο βάλτος με τις κυπαρισσόλευκες στη σειρά, να καθρεφτίζονται στην άκρα της θάλασσας. Έναν καιρό, στα χρόνια της Τουρκιάς, το σπίτι αυτό ήταν δικαστήριο. Τσατμάδες οι τοίχοι του. Ψηλά στο ταβάνι σκαλισμένος σωζόταν ακόμα ο ντουράς ο σουλτανικός, κόκκινος και πράσινος.
Λοιπόν, πατέρας και κόρη άρχιζαν τη συναυλία τους, όπως την έλεγε ο μουσικός, σβησμένη τη λάμπα στο σκοτάδι. Γιατί έτσι άρεσε της Αγγελικούλας, που ήτανε λιγάκι ρομαντική. Η κοπέλα τραγουδούσε με την καθαρή, έντονη φωνή της, ακομπανιάροντας στις χορδές, και ο πατέρας φύσαγε την κλαπαδώρα του το κάντο. Σότο βότσε, μπαμπά, πιανίσσιμο! Και η μελωδία έβγαινε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, απλωνόταν στο σκοτάδι, στη σιγαλιά της καλοκαιριάτικης νύχτας, στην κοιμισμένη θάλασσα που αντικαθρέπτιζε τις μυριάδες των άστρων. «Αν γαλήνιος κοιμάσαι, αν τον ύπνο σου ταράττω...» Και καμιά φορά, άλλη παρέα από ερωτοχτυπημένους νέους συνόδευαν κάτω στο δρόμο, σότο βότσε κι αυτοί, το ρομαντικό τραγούδι: «Την καρδίαν μου σπαράττω με το άσμα μου αυτό...» Οι γειτόνοι λέγανε: «Να, πάλι γλεντούν οι Ξεφλούδηδες!». Κανείς όμως δεν παραπονιόταν γι' αυτό. Και η Αγγελικούλα η όμορφη, η κοσμοαγάπητη, ήταν το στολίδι της γειτονιάς και της πόλης.
Αυτό το διαμαντικό ήρθε να μας το πάρει ένας ξένος, ένας Αμερικάνος. Ήρθε από τη χώρα των δολαρίων, όμοιος και παράλλακτος με το γνωστό τύπο του πλουτισμένου μετανάστη. Ξυρισμένη μούρη, χρυσά δόντια, χοντρή καδένα, γαρίφαλο στο ένα πέτο, σήμα ελληνοαμερικάνικο στο άλλο, σημαιοστόλιστος! «Ο-γιές», «Θανκ γιου» και τα τοιαύτα. Τρία μαγαζιά στη Βοστόνη, δολάρια κατατεθειμένα στην Εθνική, ρολόι στο καμπαναριό του χωριού να βαράει τις ώρες, κουτιά με διαμαντικά στις τσέπες για τη νύφη. Όλα σωστά και εξακριβωμένα. Μια γυναίκα του λείπει και ήρθε να τη βρει στον τόπο του. Μα δεν την ήθελε απ' το χωριό, από τη «χώρα» την ήθελε και μάλιστα φιγουράτη.
Εκάθισε λοιπόν στο καλύτερο ξενοδοχείο. Ξόδιαζε σαν πρίγκιπας. Έδωσε για το ορφανοτροφείο και το νοσοκομείο. Τον εγράψανε μια-δυο φορές στα ντόπια φύλλα και έγινε ο άνθρωπος της ημέρας: «Ο ομογενής κύριος Δημήτρης Παπαθανασόπουλος, ο υπό το όνομα Τζιμ Πάπας πασίγνωστος ανά τας Ηνωμένας Πολιτείας, μέγας εργοστασιάρχης ειδών ζαχαροπλαστικής, ο διακρινόμενος πάντοτε δια τα πατριωτικά αυτού αισθήματα...» και λοιπά και λοιπά. Από τις πρώτες μέρες ο Τζιμ Πάπας επήρε σβάρνα τις γειτονιές και τις ρούγες, ψάχνοντας να βρει τη νύφη. Ρωτούσε, κοίταζε, διάλεγε, μα δεν του άρεσε καμία. Όμως σαν αντίκρισε μια μέρα την Αγγελικούλα στο μπαλκόνι, στάθηκε αποσβολωμένος. «Γκόντεμ, τη βρήκαμε!» είπε μέσα του. Εκείνη την ώρα η Αγγελικούλα πότιζε τις γαρυφαλλιές της και καθώς περνούσε κάτω ο Αμερικάνος, λίγοι κόμποι νερό πέσαν πάνω του. Η κοπέλα κατέβηκε γρήγορα στην πόρτα και του είπε: — Με συγχωρείτε, κύριε. Ο Αμερικάνος έβγαλε το καπέλο του, χαιρέτησε μαγεμένος. Η ροδομάγουλη ομορφιά της τον εχτύπησε κατάμπλα. Πήγε ως τη γωνιά του δρομάκου, ξαναγύρισε, κοντοστάθηκε. Αυτή ήταν που 'θελε!
Κι αμέσως, από την ίδια μέρα, ο Τζιμ Πάπας ενήργησε με γρηγοράδα αμερικάνικη, «φουλ στίμ»! Μάζεψε σύντομα τις πληροφορίες του και ύστερα πήγε ίσια στον πατέρα της Αγγελικούλας. Χωρίς περιστροφές του είπε: — Είμαι ο Τζιμ Πάπας, έχω πεντακόσια το μήνα εισόδημα. Θέλω την κόρη σου! Κακομοίρης ο Ξεφλούδας, τα 'χασε! Ζαλίστηκε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. — Πώς; Τι; Στάσου, βρε παιδί μου, σιγά-σιγά. Δηλαδή εγώ δεν σε ξέρω... να ρωτήσω και τη μάνα της, να το πούμε και της ίδιας... Μα γιατί βιάζεσαι τόσο, παιδάκι μου; Κάτσε, κάτσε! Και χτυπώντας παλαμάκια: Μιχάλη! φώναξε, φέρε μυγδαλάτα! Ο Αμερικάνος δέχτηκε το τρατάρισμα. Κουβέντιασαν καλύτερα την υπόθεση, «δε μπίζνες» όπως έλεγε ο Τζιμ, και χωρίστηκαν για να ξανασμίξουν την άλλη μέρα. Και ο Γιάννης πήγε γρήγορα σπίτι να φέρει το μεγάλο χαμπέρι.
Ούτε η μάνα της Αγγελικούλας ούτε η ίδια τα άκουσαν με ενθουσιασμό. Η ξενιτιά ετρόμαξε τις δυο απλοϊκές γυναικείες ψυχές, που είχαν φυτρώσει εκεί στη σκιά σαν τα βραχολούλουδα του κάστρου. Και τώρα ερχόταν εκείνος ο ξυρισμένος με τα χρυσά δόντια να ξεριζώσει το ένα και να το πάει πέρα μακριά, στον άλλο κόσμο. Όμως να που σηκώθηκε βουητό η κοινή γνώμη. Το μυριόστομο τέρας τους εμπομπούνισε τα αυτιά. Συγγενείς, φίλοι, γειτόνοι, όλοι συμβουλάτορες. Κοίτα-κοίτα, κάποιανού χαρίζανε γάιδαρο! Κι όλοι κοιτάζαν τα χρυσά δόντια του υποψήφιου γαμπρού και καλοτυχίζαν την τυχερή φαμίλια που της έπεσε τέτοιο λαχείο. Το βέβαιο είναι πως η Αγγελικούλα δεν έβρισκε αντιπαθητικό τον άνθρωπο αυτό που τη ζητούσε με τόση επιμονή. Η μάνα της, που τον κουβέντιασε μια-δυο φορές, τον είπε καλόγνωμο και γλυκοαίματο. Κι έτσι μια βραδιά ο Ξεφλούδας, κάτω από τη μουριά του Ρουκουνιώτη, ανάμεσα σε δύο ποτηράκια κρασί, έδωσε τη συγκατάθεσή του. — Το κατοχέρι λοιπόν, η Αγγελικούλα είναι δική σου!
Ύστερα από ένα μήνα έγινε και ο γάμος. Έγινε με θόρυβο, με επισημότητα. Γλέντισαν όχι μόνο οι συγγενείς, μα και όλη η γειτονιά. Επάνω στο τραπέζι ήρθαν και εφτά συνάδελφοι του Ξεφλούδα με τα όργανα. Μπήκαν στην αυλή χωρίς να τους περιμένει και άξαφνα άρχισαν ένα μάρτς θριαμβευτικό που βούιξε ο τόπος! Ο Ξεφλούδας ενθουσιάστηκε. Πήρε και αυτός την κλαπαδώρα του και ανταποκρίθηκε από την κορυφή της σκάλας με φουσκωμένα μάγουλα, φυσώντας μέσα στο όργανο όλη του την ευτυχία. Οι συνάδελφοι ανέβηκαν πάνω και ως το πρωί γινόταν το πελεκούδι.
Ύστερα από δεκαπέντε μέρες οι νιόπαντροι ετοιμάστηκαν για το υπερωκεάνιο ταξίδι τους. Συγγενείς και φίλοι τους ξεπροβόδησαν στο βαπόρι. Η Αγγελικούλα ήτανε λυπημένη που άφηνε τον τόπο της, τους γονιούς της, μα ωστόσο στηριζόταν με εμπιστοσύνη στο μπράτσο του ανθρώπου εκείνου, που ήταν μια γερή θέληση και την αγαπούσε. Και η Αγγελικούλα τον ακολουθούσε ήσυχη στην καινούργια τη ζωή. Η μάνα σφούγγιζε τα μάτια της και έλεγε το ένα και το άλλο: — Να μη μας ξεχάσετε, παιδιά μου, και να μας γράφετε συχνά, και γρήγορα να μας έρθετε με το καλό! Κι όλο τους αγκάλιαζε κι όλο τους φιλούσε, πότε χαϊδεύοντας τα χέρια της νύφης και πότε τις πλάτες του γαμπρού. Μα ο Ξεφλούδας προσπαθούσε να σταθεί άντρας ντούρος. Σφύριζε τάχα ήσυχος, ευχαριστημένος, σφύριζε μια «μάρτσια τριομφάλε». Όμως η ψυχή του υπέφερε και κοίταζε τον κόρφο, πέρα τη θάλασσα που μαυρολογούσε και μούγκριζε στο μυστήριο της νύχτας. Κοίταζε το πέλαγο στο ατελείωτο του, που θα του έπαιρνε σε λίγο την Αγγελικούλα του, ίσως για πάντα.
Κι όταν αποχαιρετιστήκανε και βγήκαν έξω και το βαπόρι λάπιασε, οι δυο γονείς στάθηκαν στην προκυμαία και κοίταζαν ώρα πολλή, βαριά λυπημένοι, αμίλητοι. Ώσπου τα φώτα του βαποριού μίκρυναν, μίκρυναν, μίκρυναν, χάθηκαν σαν άστρα στο πηχτό σκοτάδι και στην απεραντοσύνη. Γύρω τους βούιζε ο θαλασσινός αέρας. Δεν τους έκανε καρδιά να ξεκολλήσουν. — Πάμε; είπε καμιά φορά ο πατέρας. — Πάμε... ανάστενε η μάνα, και ξαναπήρανε το δρόμο για το έρημο σπιτάκι τους.
Μαζί με την Αγγελικούλα φτερούγησε και όλη η χαρά από το άλλοτε ευτυχισμένο σπιτικό του μουσικάντη. Άδειο το κλουβί, το πουλί φευγάτο. Οι δύο γέροι που έμεναν πια μέσα στις απλόχωρες κάμαρες, σαν σκιές, κάθε κουβέντα τους γύριζε πίσω σε εκείνη που ήταν ο παντοτινός τους καημός. Στην αρχή ο Γιάννης δεν ήθελε να αφήσει μοναχή τη γυναίκα του. Ερχότανε νωρίς σπίτι, τρώγανε, κουβεντιάζανε για την ξενιτεμένη και έπειτα νωρίς πλαγιάζανε. Μα και πλαγιασμένοι, πάλι για εκείνη μιλούσαν, ώσπου κουραζότανε πια και τους έπαιρνε ο ύπνος. Άλλοτε πάλι η γυναίκα πήγαινε να πλαγιάσει πρώτη και τότε ο Ξεφλούδας ξεκρεμούσε την κλαπαδώρα του από το καρφί και καθότανε μοναχός τώρα να παίξει κάτι. Μια παθητική άρια ή κάτι τέτοιο. Έπαιζε με σβησμένο το φως. Έπιανε μπουκαδούρα στα μπάσα, έπειτα φύσαγε δυνατότερα. Οι νότες φτερούγιζαν στο σκοτάδι σαν τρομαγμένες νυχτερίδες αλαφρές, ξεχύνονταν απ' την ανοιχτή μπαλκονόπορτα για να σκορπιστούν πέρα πάνω από την αφρισμένη θάλασσα, να ταξιδέψουνε με το βοριά στα κύματα. Έπαιζε με πάθος, με τα μάτια βουρκωμένα, χωρίς να έχει πια την Αγγελικούλα του να τον ακομπανιάρει στην κιθάρα. Και όσοι τον άκουγαν έλεγαν: «Ο Γιάννης ο Ξεφλούδας που πάντρεψε την κόρη του με τον Αμερικάνο, τυχερός άνθρωπος!».
— Αν δεν το ήξερα, βρε γυναίκα, πως θα μας κόστιζε τόσο, δεν θα την έδινα! είπε κάποτε ο Ξεφλούδας. Μα η γυναίκα του δεν τον άφησε να συνεχίσει: — Μη βαρυγκωμάς, χριστιανέ μου! Μη γρουσουζεύεις! Την ευχή μας να έχει το παιδάκι μας εκεί που είναι. Και αλήθεια, οι ευχές των γονιών συντρόφευαν την Αγγελικούλα στην καινούργια τη ζωή. Τους έστελνε το ένα πάνω στο άλλο γράμματα πονετικά, λαχταρισμένα, και τους έλεγε πως όλα τους πάνε καλά, πως οι δουλειές του Τζίμι προχωρούνε φίνα, πως έκανε κι άλλο μαγαζί, πως όλο για αυτούς μιλάνε και πως σε λίγα χρόνια θα 'ρθουνε να ζήσουν στον τόπο τους πλούσιοι. Η καλή κόρη μάλιστα άρχισε να τους στέλνει πότε-πότε και κανένα τσεκάκι, σφηνωμένο μέσα στο γράμμα όπως το μαργαριτάρι στο στρείδι του. Η μανούλα έκλαιγε από τη συγκίνησή της και ο Ξεφλούδας έπαιρνε το γράμμα, το έκρυβε στον κόρφο του να το διαβάσει το βράδυ στους πιο καρδιακούς του φίλους. Στο Φούλια τον κλαρινέτο να πούμε, στον Κοντοβράκη τον κραγκασίστα και στους άλλους της μπάντας. Οι φίλοι πίναν το κρασάκι τους, ακούγανε τα γραφόμενα της Αγγελικούλας και την ευτυχίζανε. — Μωρέ τύχη! έλεγε ο Φούλιας. Αχ, να 'δινε και ο Θεός κάτι τέτοιο και για την Κατίνα μου! — Πω-πω, τύχη βουνό! συμπλήρωνε θορυβώδικα ο Κοντοβράκης, σαν να χτυπούσε την κρακάσα του. Στην υγειά της το λοιπόν, στην υγειά της! Οι μισές πήγαινε-κι-ερχόταν ώρες ολόκληρες. Και όταν τέλος η παρέα χάλαγε και ο Ξεφλούδας κινούσε να πάει σπίτι του, η βενετσιάνικη η πετρόσκαλα της γειτονιάς ήταν ατελείωτη. Η αφιλότιμη! «Μωρέ γιατί την κάνατε τόσο ψηλή;» ρωτούσε τον εαυτό του ο Ξεφλούδας. — Πάλι ήπιες, Γιάννη! τον εμάλωνε η γυναίκα του. — Ε, δηλαδή και τι; Δύο ποτηράκια με τους φίλους για τα καλά χαμπάρια, γυναίκα! δικαιολογιόταν ο Ξεφλούδας.
Ολόκληροι πέντε μήνες περάσανε. Τότε ξαφνικά ένα γράμμα της Αγγελικούλας κόντεψε να ξετρελάνει τα γερόντια από χαρά. Η Αγγελικούλα το έγραφε ξεκάθαρα στη μάνα της: «Ύστερα από τέσσερις μήνες θα γίνεις γιαγιά, μανούλα μου!». Αν και ξενέρωτος ο Ξεφλούδας εκείνη την ώρα, έκανε σαν μεθυσμένος. Άρπαξε την κλαπαδώρα του και άρχισε να φυσάει το βασιλικό θούριο: «Τα-ρα-τα-τα-τα-τα...»! Ξεκούφανε τη γειτονιά! Έπειτα άφησε την κλαπαδώρα και πήγε να βρει τους φίλους του στη μουριά. Εκείνο το βράδυ κέρασε όλες τις παρέες εις υγείαν του εγγονού του, του «Ιωάννου Τζιμ Πάπα». Γιατί το νόμιζε σίγουρο πως θα γινόταν αγόρι και θα του δίναν το δικό του όνομα. — Ιωάννης Ξεφλούδας, παιδί μου! έλεγε στον κραγκασίστα. Ξέρεις, είναι παλιό όνομα, ιστορικό! Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη, ξέρεις, ο παππούς μου στα Δερβενάκια. Ιωάννης Ξεφλούδας με το όνομα! «Μπουμ!» χτυπούσε τις χειλάρες του ο κραγκασίστας και έγινε κράση στα ποτήρια.
Πύκνωνε ο καιρός της γέννας, τόσο η ανησυχία της καημένης της Ξεφλούδενας μεγάλωνε. Γράμματα λαβαίνανε συχνά απ' τη Βοστόνη. Σε ένα από αυτά η Αγγελικούλα έγραφε της μάνας της ότι ο Τζίμης αποφάσισε να τη βάλει σε γυναικολογική κλινική για να ξεγεννήσει. «Έτσι κάνουν όλοι οι καλοί εδώ» της έγραφε. Είχανε μάλιστα διαλέξει και την κλινική, που της την ονομάτιζε με εγγλέζικα γράμματα, και η Ξεφλούδενα σκούπιζε τα μάτια της και παραπονιότανε που δεν θα ήταν κοντά να παρασταθεί της κορούλας της, να τη φροντίσει. Έπειτα από το γράμμα αυτό ακολούθησε μια σιωπή ανεξήγητη. Πέρασε μια εβδομάδα, πέρασε άλλη, έπειτα ένας μήνας... δύο... γράμμα δεν ερχότανε.
Άξαφνα μια Κυριακή απόγευμα, εκεί που ο Ξεφλούδας ήταν στην πλατεία και έπαιζε με την μπάντα, σε ένα διάλειμμα, στάθηκε μπροστά του ο διανομέας του τηλεγραφείου και του έδωσε ένα στενό μακροφάκελο. — Τηλεγράφημα εγώ; Η καρδιά του πατέρα έκανε «τακ». Με τρεμάμενα δάχτυλα άνοιξε το φάκελο, ξεδίπλωσε το χαρτί, κοίταξε, μα δεν μπορούσε να καταλάβει. Το κείμενο ήταν ελληνικό μα με λατινικά γράμματα, όπως τα εμπορικά τηλεγραφήματα. Το έδειξε στον ένα μουσικό, στον άλλο, κανείς δεν καταλάβαινε. Τέλος το πήγε στον αρχιμουσικό. — Μαέστρο, τι λέει; Ο αρχιμουσικός έριξε μια ματιά στο χαρτί και ζάρωσε τα φρύδια. Το κείμενο έλεγε: «Αγγελική απεβίωσε επιλόχιον πυρετόν». Και από κάτω υπογραφή: «Τζιμ».
Λοιπόν, εκείνο το δειλινό έγινε και τούτο: Ο κόσμος της πλατείας είδε έξαφνα όλους τους μουσικούς της μπάντας να τριγυρίζουν τον Ξεφλούδα, που πεσμένος σε μια καρέκλα έκλαιγε με αναφιλητά, και άκουγαν τον Ατζού τον αρχιμουσικό να λέει: «Μαζέψτε τα όργανα σας και τα αναλόγια, θα διακόψουμε!». Έπειτα όλοι μαζί συνόδεψαν το συμφοριασμένο συνάδελφό τους στο σπίτι του. Όταν η Ξεφλούδενα είδε από το μπαλκόνι όλους τους μουσικούς της φρουράς να ανεβαίνουν τη βενετσιάνικη πετρόσκαλα και στη μέση τον άντρα της να τον κρατούν απ' τις μασχάλες, στην αρχή νόμιζε πως τον φέρανε μεθισμένο από το κουτούκι. Μα όταν ανέβηκαν στο πλάτωμα και άκουσε το τρομερό χαμπέρι, η χτυπημένη μάνα έμπηξε μια κραυγή που ακούστηκε ως επάνω στο Ιτς-Καλέ: — Συμφορά μας! Ωωω! Και οι δύο αστραποκαμένοι γονείς έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, και ήτανε σαν δύο κοντινά δέντρα που τα συνταράζει η ίδια μπόρα. Και οι θρήνοι τους δεν είχαν τελειωμό.
Η μάνα δεν μπόρεσε να βαστάξει τον καημό. Έλιωσε, μαράζωσε. Τον ίδιο χρόνο πέθανε, αφήνοντας έρημο στον κόσμο τον Ξεφλούδα της. Από τότε πια ο κακομοίρης ο μουσικός πήρε τον κατήφορο της αγιάτρευτης λύπης. Στην αρχή νόμιζε πως θα βρει παρηγοριά στο πιωτό, να πνίξει τα φαρμάκια. Μα εκείνα ανεβαίνουν σαν φελλοί στον αφρό του ποτηριού. Ξεμεθώντας ύστερα, νιώθει κανείς πικρότερη τη γεύση τους. Παράτησε λοιπόν και την ταβέρνα ο Ξεφλούδας και κλεινόταν νωρίς στο σπίτι του. Μη λογαριάζοντας πια τι θα πει ο κόσμος, έπαιρνε την κλαπαδώρα του να βρει σε εκείνη παρηγοριά, να φυσήξει μες στο χάλκινο στήθος της τη λάβρα της ανταριασμένης ψυχής του. Σαούλ απαρηγόρητος, Δαυίδ καταπικραμένος, όπως οι βιβλικοί αυτοί προφήτες, έτσι και αυτός αρπάχτηκε σε ένα μουσικό όργανο και ξέχυνε μέσα στη νύχτα το τρεμάμενο αναφυλητό του λαιμού του. Και ο αχός του μετάλλου, αναμερίζοντας το σκοτεινό αέρα, ξεδιπλωνόταν επάνω από την ήσυχη πόλη σε μελωδίες σπαραχτικές. Άλλοτε έπαιζε τη θρησκευτική άρια της «Λουτσίας ντι Λαμερμούρ», άλλοτε τον κλασικό γύρο του «Ριγολέτου», κι άλλοτε, τις περισσότερες φορές σε ώρες αβάσταχτης λύπης, έκλαιγε σε μια ισπανική «Μάρτσια Φουνέμπρε», όπως σε κηδεία. Ο αχός της κλαπαδώρας έφτανε στην προκυμαία, τον αφουγκράζονταν ως πέρα στο Μπούρτζι και οι φυλακισμένοι δήμιοι ως απάνω στο Παλαμήδι και οι σκοποί στις ντάπιες τους. Κι όλοι πια το ξέρανε: «Ο Ξεφλούδας είναι και κλαίει τη μοίρα του!» λέγανε.
Με τον καιρό το ξανάριξε στο κρασί. Τον κουβαλούσαν στο σπίτι του «τάπα». Παραμέλησε τη δουλειά του. Έκανε φάλτσα. Ο Ατζούς τον παρατηρούσε. Του έριχνε θυμωμένες ματιές, τον εμάλωνε κουνώντας αυστηρά την μπαγκέτα. Μια φορά μάλιστα που η κλαπαδώρα έμπηξε ένα άγριο φάλτσο σαν μαχαιριά, ο αρχιμουσικός του πέταξε την μπαγκέτα στο κεφάλι και έκοψε απότομα το κομμάτι. Ύστερα πήρε κατά μέρος τον Ξεφλούδα και του έκανε φοβερές παρατηρήσεις: — Τι είναι τώρα αυτά, Ξεφλούδα; Κάθε μέρα και χειρότερα! Τα δάχτυλά σου τρέμουν απ' το πιωτό. Πρόσεξε, θα χάσεις τη θέση σου! Και την έχασε. Όταν ήρθε στ' Ανάπλι ο επιθεωρητής των μουσικών, τον έβγαλε ανίκανο. Του δώσαν τη σύνταξή του και την κλαπαδώρα του και τον στείλανε σπίτι του.
Αυτό ήταν η αρχή του τέλους. Ο Ξεφλούδας πήρε γοργά τον κατήφορο. Πήγαινε κουτρουβάλα,
κακοντυμένος, με ξεθωριασμένα τα ρούχα του, ανάμαλλος και αξούριστος. Παραλογιζόταν κιόλας. Έριχνε ύποπτες ματιές γύρω του. Ένας γιατρός είπε: «Σίγουρα αρχίζει το αλκοολικό του παραλήρημα, τον κακομοίρη». Ύπνος δεν τον έπιανε. Νόμιζε πως τον κυνηγούν και τότε πεταγόταν όρθιος και φώναζε ζητώντας βοήθεια. Μια βραδιά μάλιστα, άρπαξε τρομαγμένος την κλαπαδώρα και σάλπισε συναγερμό! Από πάνω απ' το Ιτς-Καλέ απάντησαν άλλες κραυγές: «Στα όπλα!». Κάτω στο φρουραρχείο οπλιάστηκε η φρουρά και πήρε τους γκράδες. Τ' Ανάπλι σηκώθηκε στο ποδάρι! Και όταν πια μαθεύτηκε πως ο Ξεφλούδας την είχε κάνει όλη αυτή τη φασαρία, η αστυνομία θέλησε να λάβει μέτρα. Αποφασίστηκε να τον πιάσουν, να τον κλείσουν σε ένα κελί, να του πάρουν την κλαπαδώρα. Μα όταν πήγανε σπίτι του, δεν τον βρήκαν εκεί. Ψάξανε πάνω-κάτω, στο υπόγειο, πουθενά. Ο Ξεφλούδας είχε γίνει άφαντος. Τ' Ανάπλι είναι μικρό. Οι χωροφύλακες το φέραν όλο άνω-κάτω. Ο τρελός μουσικός δεν βρισκόταν πουθενά.
Γιατί κανείς δεν τον είχε δει όταν την ίδια εκείνη νύχτα, κυνηγημένος από τους φανταστικούς εχθρούς του, με την κλαπαδώρα κάτω από τη μασχάλη, γλίστρησε έξω από το σπίτι του. Κατέβηκε στα «Πέντε Αδέρφια». Πέρασε από τη σκοτεινή βενετσιάνικη καμάρα και περνώντας το στενό δρομάκο, τον ερημικό ανάμεσα απ' τα βράχια, έφτασε στη μικρή εκκλησιά, την Παναγίτσα. Κατάβασος ο γκρεμός, η θάλασσα βαθιά, τρικυμισμένη. Φαίνεται πως όλη την άλλη μέρα έμεινε κρυμμένος εκεί, καταχωνιασμένος στην κουφάλα του βράχου. Όμως τη νύχτα, την ώρα που τα φώτα ενός βαποριού φάνηκαν να μπαίνουν στο λιμάνι, η κλαπαδώρα ξέσχισε πάλι το σκοτάδι βαρώντας το συναγερμό! Οι χωροφύλακες έτρεξαν κατά εκεί. Ψάξανε στην εκκλησίτσα, στους βράχους, στις φραγκοσυκιές, μα και πάλι δεν τον εβρήκανε. Η φούρκα τους ήταν μεγάλη. «Εκεί αν τον έπιαναν!».
Ύστερα από πέντε μέρες, η θάλασσα έβγαλε το κορμί του κοντά στις παράγκες. Έριζε στο λιμεναρχείο. Μα η κλαπαδώρα, σίγουρα στέκει ακόμα στο πάτο της θάλασσας, και ίσως κανένας κάβουρας την έχει κάνει φωλιά του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ
Η κλαπαδώρα είναι μια λαϊκή ονομασία που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στην Ελλάδα για το μουσικό όργανο τρομπόνι.
Στο διήγημα του Στέφανου Δάφνη που είδατε, ο πρωταγωνιστής, ο Γιάννης ο Ξεφλούδας, είναι μουσικός στη στρατιωτική μπάντα και παίζει αυτό ακριβώς το όργανο. Μερικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο βίντεο και βοηθούν να καταλάβουμε τι είναι:
Είδος οργάνου: Είναι πνευστό μουσικό όργανο, κατασκευασμένο από χαλκό (αναφέρεται ως "χαλκός" ή "χάλκινο στήθος").
Εμφάνιση: Διαθέτει ένα χαρακτηριστικό «χωνί» στην άκρη, το οποίο ο μουσικός σηκώνει ψηλά όταν παίζει σόλο.
Ήχος: Παράγει δυνατό ήχο και χρησιμοποιείται συχνά σε στρατιωτικές μπάντες ή φιλαρμονικές για εμβατήρια και όπερες (όπως η Καβαλαρία Ρουστικάνα).
Στην ευρύτερη λαϊκή παράδοση, η λέξη "κλαπαδώρα" χρησιμοποιούνταν μερικές φορές για να περιγράψει όργανα που κάνουν πολύ θόρυβο, ενώ στον Καραγκιόζη η μουσική της κλαπαδώρας συνόδευε συχνά σκηνές με φασαρία ή ξύλο.
Η λέξη μπουκαδούρα έχει δύο βασικές σημασίες, μία μουσική και μία ναυτική/μετεωρολογική. Στο πλαίσιο του βίντεο που παρακολουθήσατε, χρησιμοποιείται με τη μουσική της έννοια.
1. Στη Μουσική
Στα πνευστά μουσικά όργανα (όπως η κλαπαδώρα/τρομπόνι, το κλαρίνο ή η τρομπέτα), η μπουκαδούρα είναι το επιστόμιο.
Είναι το εξάρτημα του οργάνου όπου ο μουσικός τοποθετεί τα χείλη του για να φυσήξει.
Στο διήγημα, ο Ξεφλούδας λέει στον μαέστρο: «Ε μαέστρο, μπουκαδούρα ε;», εννοώντας την ικανότητά του στο φύσημα, την τεχνική και την ένταση που έβγαλε στο σόλο του. Επίσης, αναφέρεται ότι «έπιανε μπουκαδούρα στα μπάσα», δηλαδή έπαιζε με γεμάτο, δυνατό ήχο στις χαμηλές νότες.
2. Στη Θάλασσα και τον Καιρό
Η μπουκαδούρα είναι επίσης ένας ναυτικός όρος που περιγράφει:
Τον θαλάσσιο άνεμο (μπάτης): Είναι η δροσερή αύρα που πνέει από τη θάλασσα προς τη στεριά, συνήθως κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Την είσοδο σε λιμάνι: Προέρχεται από την ιταλική λέξη imboccatura (από το bocca = στόμα) και σημαίνει το άνοιγμα, το «στόμα» του λιμανιού ή μιας εκβολής ποταμού.
Ο Στέφανος Δάφνης (Άργος, 1882 - Αθήνα, 14 Ιουλίου 1947[1]) ήταν Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Θρασύβουλος Ζωιόπουλος.
Βιογραφία
Οι γονείς του ήταν φτωχοί γεωργοί. Ο πατέρας του ήταν από το Ναύπλιο και η μητέρα του από το Άργος. Σπούδασε μαθηματικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην ελληνική πρωτεύουσα το 1907. Δίδαξε Μαθηματικά σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εν συνεχεία διορίστηκε τμηματάρχης στην Εθνική Βιβλιοθήκη.Παράλληλα, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και συνεργάστηκε με εφημερίδες όπως οι "Ακρόπολις", "Αθήναι", "Νέοι Καιροί" και άλλες.
Η σύζυγός του, Αιμιλία Κούρτελη (1887-1941), ήταν επίσης ποιήτρια, γνωστή ως Αιμιλία Δάφνη.
Έργα
Η πρώτη του ποιητική συλλογή δημοσιεύτηκε το 1911 και τιτλοφορείται "Ο ανθισμένος δρόμος" και ακολουθήθηκε πολλά άλλα έργα, μεταξύ των οποίων και τα 12 σονέτα του ("Ο κύκλος της χαράς και του πόνου"). Πολλά από τα διηγήματά του, όπως "Ο ονειροκρίτης", "Αίμα στον κάμπο", "Το αγρίμι", "Ο ξένος των Χριστουγέννων", "Φρυκτωρία", "Ο Αρχάγγελος" έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο της εποχής του. Έγραψε και θεατρικά έργα, όπως "Το Αγριογούρουνο", το μονόπρακτο "Της φυλακής" και το ερωτικό δράμα "Το τραγούδι της καρδιάς".
Βραβεία
Α΄ Βραβείο του Φιλαδέλφειου Διαγωνισμού (1920)
Βραβείο Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων (1926)


.jpg)
.jpg)




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.