Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ- ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ




Το βαπόρι είχε φανεί στο βάθος του ορίζοντα και το λιμάνι άρχιζε να ζωντανεύει. Ήταν η ώρα που το σούρουπο άπλωνε τις πρώτες γκρίζες σκιές του πάνω στα νερά και στις στέγες των σπιτιών. Ο κόσμος μαζευόταν στην προκυμαία, περιμένοντας τους δικούς του ή απλώς για να δει την κίνηση της άφιξης.

Μέσα σε αυτή την ανακατωσιά, ξαφνικά, ακούστηκαν δύο ξεροί πυροβολισμοί. Το πλήθος πάγωσε για μια στιγμή και μετά άρχισε να τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο κέντρο της πλατείας, κοντά στο

τελωνείο, ένας άντρας σωριάστηκε στο χώμα. Ήταν ο Γιώργης ο Πολυζώης. Δέχτηκε τις σφαίρες στο στήθος, από πολύ κοντά. Ο φονιάς, εκμεταλλευόμενος τον πανικό, έτρεξε στα στενά σοκάκια και χάθηκε πριν προλάβει κανείς να τον σταματήσει.

Οι φίλοι του, ο Μήτσος και ο Βαγγέλης, έτρεξαν πρώτοι κοντά του. Τον βρήκαν να σφαδάζει, με το πουκάμισο να βάφεται γρήγορα κόκκινο.

— Στην σπετσαρία! Φωνάξτε τον γιατρό! φώναξε κάποιος από το πλήθος.

Ο Γιώργης, με μια φωνή που έβγαινε με δυσκολία, τους σταμάτησε. — Όχι... όχι στη σπετσαρία... Στο σπίτι... Πάρτε με στο σπίτι μου... Θέλω την Ασημίνα...

Τον σήκωσαν στα χέρια. Ο Βαγγέλης από τους ώμους και ο Μήτσος από τα πόδια. Το αίμα έσταζε στο καλντερίμι καθώς τον ανέβαζαν προς το σπίτι του, στο πάνω μέρος του χωριού. Η διαδρομή φαινόταν αιώνια. Κάθε βήμα των φίλων του ήταν και ένας πόνος για τον Γιώργη, που κρατούσε τα δόντια του σφιγμένα για να μην βογκήξει.

Όταν έφτασαν, η γυναίκα του, η Ασημίνα, βγήκε στην πόρτα με την καρδιά να κοντεύει να σπάσει. Είχε ακούσει τις φωνές από μακριά. — Γιώργη! Παναγιά μου, τι έγινε; ούρλιαξε και έπεσε πάνω του.

Τον απόθεσαν στο μεγάλο κρεβάτι της κάμαρης. Ο γιατρός έφτασε λίγο μετά, αλλά το πρόσωπό του, μόλις είδε τις πληγές, σκοτείνιασε. — Είναι βαθιά, παιδιά... Πολύ βαθιά... είπε χαμηλόφωνα στους άλλους.

Καθώς οι ώρες περνούσαν και ο Γιώργος βυθιζόταν στον πυρετό, ο Βαγγέλης και ο Μήτσος κάθονταν έξω στην αυλή, προσπαθώντας να καταλάβουν το «γιατί». — Ο Σταύρος ο Γιαννακός ήταν, είπε ο Μήτσος σιγανά. Τον είδαν που έτρεχε. Μα γιατί; Φίλοι δεν ήταν;

Η αιτία είχε ριζώσει το προηγούμενο βράδυ στην ταβέρνα. Ο Γιώργης, άνθρωπος νοικοκύρης και λιγομίλητος, είχε φωνάξει τον Σταύρο παράμερα. — Σταύρο, του είχε πει, σε παρακαλώ, μην έρχεσαι τόσο συχνά από το σπίτι μου. Όχι πως έχω τίποτα μαζί σου, αλλά ο κόσμος είναι κακός. Η Ασημίνα είναι νέα, εσύ είσαι ελεύθερος... δίνουμε δικαιώματα χωρίς λόγο.

Ο Σταύρος, άνθρωπος με εγωισμό που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, θίχτηκε βαθιά. Θεώρησε ότι ο Γιώργης τον υποψιαζόταν για την τιμή του. — Έτσι λοιπόν; μου κλείνεις την πόρτα; είχε πει και έφυγε με το πρόσωπο χλωμό από την οργή.

Για τρία μερόνυχτα ο Γιώργης χαροπάλευε. Η Ασημίνα δεν έφυγε στιγμή από πάνω του. Του σκούπιζε τον ιδρώτα και έκλαιγε βουβά. Μέσα της όμως έκρυβε έναν άλλο φόβο, πιο τρομερό από τον θάνατο: Φοβόταν μήπως ο άντρας της πίστευε πως όντως υπήρχε κάτι με τον Σταύρο. Φοβόταν μήπως πέθαινε με αυτή την υποψία στην καρδιά.

Το τρίτο βράδυ, η αναπνοή του Γιώργη άρχισε να γίνεται πιο βαριά. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του. Το βλέμμα του ήταν καθαρό, αλλά κουρασμένο. — Βαγγέλη... είπε σιγανά.

Ο φίλος του έσκυψε πάνω του. — Εδώ είμαι, Γιώργη. Τι θέλεις;

Ο Γιώργης έκανε μια προσπάθεια να μιλήσει. Η Ασημίνα κρατούσε την ανάσα της, περιμένοντας να ακούσει μια κατάρα για τον φονιά ή ένα ερώτημα για εκείνη. — Βαγγέλη... η Ελιά... το σκυλί... είναι τρεις μέρες νηστική στην αυλή... Κανείς δεν τη θυμήθηκε... Δώσ’ της λίγο φαΐ, σε παρακαλώ...

Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Μια φροντίδα για ένα ζωντανό που δεν έφταιγε σε τίποτα. Ο Γιώργης ο Πολυζώης άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια του φίλου του, χωρίς κακία, χωρίς μίσος, με μια απλή κουβέντα καλοσύνης.


ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ: «ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ» (1901)

Περίληψη, Ανάλυση και Κριτική Θεώρηση

Η Πλοκή και το Τραγικό Γεγονός Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα ελληνικό παραθαλάσσιο χωριό. Καθώς το βαπόρι φτάνει στο λιμάνι την ώρα του δειλινού, η ηρεμία διακόπτεται από δύο πυροβολισμούς. Ο Γιώργης ο Πολυζώης πέφτει αιμόφυρτος, χτυπημένος από τον Σταύρο τον Γιαννακό. Παρά την κρισιμότητα της κατάστασής του, ο Γιώργης ζητά από τους φίλους του, τον Βαγγέλη και τον Μήτσο, να μην τον πάνε στο φαρμακείο αλλά στο σπίτι του, επιθυμώντας να πεθάνει κοντά στη γυναίκα του, την Ασημίνα.

Η Αιτία της Τραγωδίας Η ρίζα του κακού βρίσκεται στο προηγούμενο βράδυ, στην ταβέρνα του χωριού. Ο Γιώργης, ενεργώντας με μια σπάνια λεπτότητα και επιθυμώντας να προστατεύσει  την τιμή του σπιτιού του, κάλεσε τον Σταύρο παράμερα. Του εξήγησε φιλικά πως, επειδή ο κόσμος είναι κακόβουλος, οι συχνές επισκέψεις ενός ελεύθερου άντρα σε ένα σπίτι με μια νέα γυναίκα δίνουν δικαιώματα για σχόλια. Ο Σταύρος, όμως, εγκλωβισμένος σε μια παρεξηγημένη έννοια ανδρισμού και εγωισμού, εξέλαβε τη συμβουλή ως θανάσιμη προσβολή και αποφάσισε να «καθαρίσει» την τιμή του με αίμα.

Η Ηθική Κορύφωση Μετά από τρεις ημέρες αγωνίας, ο Γιώργης φτάνει στο τέλος του. Ενώ η Ασημίνα παραστέκεται γεμάτη τύψεις και φόβο μήπως ο άντρας της πεθαίνει με την υποψία της προδοσίας, ο Γιώργης επιβεβαιώνει την ανωτερότητα του χαρακτήρα του. Η τελευταία του κουβέντα δεν είναι κατάρα για τον φονιά, ούτε ερώτηση για τη γυναίκα του. Ζητά από τον φίλο του να ταΐσει το σκυλί του, την Ελιά, που έχει μείνει νηστική μέσα στην αναταραχή.

Κριτική Αξιολόγηση Το διήγημα αποτελεί μια αριστουργηματική μελέτη πάνω στη σύγκρουση της Λογικής και της Καλοσύνης (Γιώργης) με το Ένστικτο και τον Εγωισμό (Σταύρος).

  1. Κοινωνική Κριτική: Ο Νιρβάνας καυτηριάζει την καταπίεση της κλειστής κοινωνίας και το «τι θα πει ο κόσμος», που οδηγεί σε παράλογες βιαιοπραγίες.

  2. Νατουραλιστικά Στοιχεία: Οι ήρωες δρουν καθορισμένοι από το περιβάλλον τους. Ο θάνατος προκύπτει από μια «ασήμαντη» αφορμή, αναδεικνύοντας την τραγική ειρωνεία της ανθρώπινης ύπαρξης.

  3. Ο Ανθρωπισμός του Νιρβάνα: Η στροφή του βλέμματος του ετοιμοθάνατου προς το σκυλί μετατρέπει μια σκηνή εγκλήματος σε μια πράξη απόλυτου ανθρωπισμού. Ο Γιώργης πεθαίνει ως ηθικός νικητής, αφήνοντας πίσω του μια πράξη αγάπης αντί για ένα μήνυμα μίσους.

Το έργο παραμένει διαχρονικό, υπενθυμίζοντας πως συχνά οι πιο τραγικοί θάνατοι είναι αυτοί που προκαλούνται από την αδυναμία των ανθρώπων να κατανοήσουν μια πράξη καθαρής ευγένειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΟΙ ΒΑΚΧΕΣ- ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΒΑΚΧΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ αποτελούν το τελευταίο και πιο αινιγματικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή το οποίο γράφτηκε γύρω στο 406 π.Χ. ενώ ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου