ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι ΒΑΚΧΕΣ αποτελούν το τελευταίο και ίσως το πιο αινιγματικό έργο του ΕΥΡΙΠΙΔΗ, το οποίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην αυλή του βασιλιά Αρχελάου στη Μακεδονία και παρουσιάστηκε μετά το θάνατό του, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια. Πρόκειται για μια τραγωδία που υπερβαίνει τα όρια του θεάτρου, καθώς πραγματεύεται την ίδια τη φύση της θεϊκής
δύναμης, της έκστασης και της ανθρώπινης αλαζονείας. Στο επίκεντρο του δράματος βρίσκεται η σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μία πλευρά ο ΠΕΝΘΕΑΣ, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας, που εκπροσωπεί τον νόμο, τη λογική και τον έλεγχο, και από την άλλη ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ο θεός του κρασιού, του θεάτρου και της απελευθέρωσης, που φτάνει στην πόλη για να επιβάλει τη λατρεία του.ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Ο ΘΕΟΣ ΣΤΗ ΘΗΒΑ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Έφτασα στη γη των Θηβαίων, εγώ, ο γιος του Δία, ο Διόνυσος. Με γέννησε κάποτε η κόρη του Κάδμου, η Σεμέλη, με τη μεσολαβήτρια φωτιά του κεραυνού. Άλλαξα τη θεϊκή μου μορφή με τη μορφή ενός θνητού και ήρθα εδώ, στα νάματα της Δίρκης και στα νερά του Ισμηνού. Βλέπω εδώ, κοντά στο παλάτι, το μνήμα της κεραυνοβολημένης μητέρας μου και τα ερείπια του σπιτιού της που ακόμα καπνίζουν — τη ζωντανή φλόγα της φωτιάς του Δία, την αθάνατη ύβρη της Ήρας ενάντια στη μητέρα μου. Παινεύω τον Κάδμο που έκανε αυτόν τον τόπο άβατο, ιερό τέμενος της κόρης του, κι εγώ τον κάλυψα γύρω-γύρω με το χλωρό φύλλωμα της αμπέλου.
Άφησα πίσω μου τις πολυδάπανες χώρες των Λυδών και των Φρυγών, τις ηλιόλουστες πεδιάδες των Περσών, τα τείχη της Βακτρίας, τη δυσχείμερη γη των Μήδων, την ευδαίμονα Αραβία και όλη την Ασία που βρέχεται από την αλμυρή θάλασσα. Εκεί, Έλληνες και βάρβαροι ζουν μαζί σε πόλεις με όμορφα πυργώματα. Εκεί έστησα πρώτα τους χορούς μου και καθιέρωσα τις τελετές μου, για να φανερωθώ στους θνητούς ως θεός.
Και τώρα, πρώτη πόλη στην Ελλάδα που ξεσήκωσα με τις ιαχές μου είναι η Θήβα. Έντυσα τους ανθρώπους με το δέρμα του νεβρού και έβαλα στα χέρια τους τον θύρσο, το κισσοπλεγμένο μου κοντάρι. Γιατί οι αδερφές της μητέρας μου —αυτές που έπρεπε να το κάνουν λιγότερο από όλους— είπαν πως ο Διόνυσος δεν γεννήθηκε από τον Δία. Είπαν πως η Σεμέλη έπεσε στο κρεβάτι κάποιου θνητού και φόρτωσε στον Δία το σφάλμα της, ένα τέχνασμα του Κάδμου. Γι' αυτό, είπαν με περηφάνια, ο Δίας την κεραυνοβόλησε, επειδή ψευδώς ισχυρίστηκε πως την παντρεύτηκε. Γι' αυτό κι εγώ τις τρέλανα, τις έδιωξα από τα σπίτια τους με οίστρο μανίας και τώρα κατοικούν στον Κιθαιρώνα, έχοντας χάσει τα λογικά τους.
Τις ανάγκασα να φοράνε τη στολή των οργίων μου. Όλες τις γυναίκες της Θήβας, όσες ήταν θηλυκές, τις πήρα από τα σπίτια τους και τις έστειλα στο βουνό. Τώρα κάθονται κάτω από τα πράσινα πεύκα, μαζί με τις κόρες του Κάδμου, χωρίς στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Πρέπει η πόλη αυτή, θέλει δεν θέλει, να μάθει καλά το μάθημά της, αφού δεν έχει μυηθεί στα δικά μου Βακχεύματα. Πρέπει να υπερασπιστώ τη μητέρα μου τη Σεμέλη, φανερώνοντας στους θνητούς πως είμαι θεός που γέννησε στον Δία. Ο Κάδμος παρέδωσε τώρα την εξουσία και τον θρόνο στον εγγονό του, τον Πενθέα. Αυτός με πολεμά, με διώχνει από τις προσφορές και δεν με αναφέρει πουθενά στις προσευχές του. Θα του δείξω λοιπόν, σε αυτόν και σε όλους τους Θηβαίους, πως είμαι θεός γεννημένος. Κι όταν τακτοποιήσω τα πράγματα εδώ, θα φύγω για άλλη γη. Αν όμως η πόλη των Θηβαίων προσπαθήσει με τα όπλα να φέρει τις Βάκχες πίσω από το βουνό, θα ηγηθώ των Μαινάδων σε μάχη. Γι' αυτό άλλαξα τη θωριά μου και πήρα τη φύση ανθρώπου.»
ΠΑΡΟΔΟΣ: Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΒΑΚΧΩΝ
ΧΟΡΟΣ: «Από τη γη της Ασίας, αφήνοντας τον ιερό Τμώλο, τρέχω για τον Βρόμιο, μια κούραση γλυκιά, έναν κάματο που δεν σε αποσταίνει, υμνώντας τον θεό Ευίον. Ποιος είναι στον δρόμο; Ποιος; Ας παραμερίσει! Ας κλειστεί ο καθένας στο σπίτι του και το στόμα του ας είναι αγνό και ευσεβές. Γιατί εγώ τον Διόνυσο θα υμνήσω τώρα, όπως ορίζει ο νόμος ο παντοτινός. Ω, μακάριος όποιος έχει την τύχη να γνωρίζει τα μυστήρια των θεών και αγιάζει τη ζωή του, όποιος ενώνει την ψυχή του με τον θίασο και βακχεύει στα βουνά με καθαρμούς οσίους. Μακάριος όποιος τελεί τα όργια της μεγάλης μητέρας Κυβέλης και κρατώντας ψηλά τον θύρσο, στεφανωμένος με κισσό, υπηρετεί τον Διόνυσο.
Εμπρός Βάκχες, εμπρός Βάκχες! Φέρτε τον θεό Διόνυσο, τον γιο του θεού, από τα βουνά της Φρυγίας στους φαρδιούς δρόμους της Ελλάδας! Αυτόν που κάποτε η μητέρα του, με τις ωδίνες του τοκετού να την πιέζουν, τον έριξε από τα σπλάχνα της όταν ο κεραυνός του Δία την χτύπησε, κι εκείνη έχασε τη ζωή της στη φλόγα. Όμως ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, τον δέχτηκε αμέσως σε μια κρύπτη γέννησης, τον έκλεισε στον μηρό του με χρυσές πόρπες, κρυφά από την Ήρα. Και όταν η μοίρα το θέλησε, γέννησε τον θεό με τα κέρατα ταυρίσια και τον στεφάνωσε με στεφάνια από φίδια.
Ω, Θήβα, τροφέ της Σεμέλης, στεφανώσου με κισσό! Πλημμύρισε από το πράσινο σμίλακα με τους όμορφους καρπούς. Γίνε μια Βάκχη με κλώνους από δρυ και πεύκο. Ντύσου τη στολή από δέρμα στικτού νεβρού, στολισμένη με το λευκό μαλλί των προβάτων. Τώρα όλη η γη θα χορέψει! Στα βουνά! Εκεί που περιμένει ο γυναικείος όχλος, μακριά από τους αργαλειούς και τα σπίτια, κεντρισμένος από τον Διόνυσο.
Είναι γλυκός ο θεός στα βουνά, όταν πέφτει στο χώμα από τον ορμητικό χορό, φορώντας το ιερό νεβρίδι. Κυνηγά το αίμα του τράγου που σφάχτηκε, τη χαρά της ωμοφαγίας, τρέχοντας στα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας. Ο Βρόμιος είναι ο αρχηγός! Ευοί! Το χώμα τρέχει γάλα, τρέχει κρασί, τρέχει το μέλι των μελισσών! Μοσχοβολάει σαν λιβάνι της Συρίας ο θύρσος που κρατά ο θεός, η φλόγα του πεύκου που σκορπά τρέχοντας, ξεσηκώνοντας τις γυναίκες που πλανιούνται, με ιαχές και μαλλιά που ανεμίζουν στον αέρα!»
ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ΚΑΔΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΘΕΑΣ
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Ποιος είναι στην πύλη; Φωνάξτε μου τον Κάδμο, τον γιο του Αγήνορα, που έχτισε αυτή την πόλη. Πείτε του πως ο Τειρεσίας τον ζητά. Ξέρει αυτός γιατί ήρθα. Συμφωνήσαμε, γέροντες κι οι δυο μας, να ετοιμάσουμε τους θύρσους, να φορέσουμε δέρματα ελαφιού και να στεφανώσουμε τα κεφάλια μας με κισσό.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Φίλε μου αγαπημένε, άκουσα τη φωνή σου μέσα από το σπίτι και τη γνώρισα — φωνή σοφού ανθρώπου. Ήρθα έτοιμος, φορώντας τη στολή του θεού. Γιατί ο Διόνυσος είναι γιος της κόρης μου και πρέπει, όσο περνά από το χέρι μας, να τον τιμήσουμε. Πού πρέπει να πάμε να χορέψουμε; Πού να στήσουμε το πόδι μας και να κουνήσουμε το άσπρο μας κεφάλι; Εσύ να με οδηγείς, Τειρεσία, γέροντας τον γέροντα, γιατί είσαι σοφός. Δεν θα κουραστώ ούτε νύχτα ούτε μέρα να χτυπώ τη γη με τον θύρσο. Μέσα στη χαρά μας, ξεχάσαμε πως είμαστε γέροι!»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Νιώθω το ίδιο! Κι εγώ ξανάνιωσα και θα ριχτώ στον χορό.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Να πάμε στο βουνό με αμάξι;»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Όχι, έτσι δεν θα είχε την ίδια τιμή ο θεός.»
(Εμφανίζεται ο Πενθέας)
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Έλειπα από τη χώρα και έμαθα για πρωτόγνωρα κακά στην πόλη. Οι γυναίκες μας άφησαν τα σπίτια τους για δήθεν βακχικές γιορτές και τρέχουν στα σκιερά βουνά, τιμώντας αυτόν τον νέο θεό. Στη μέση των θιάσων τους έχουν κρατήρες γεμάτους κρασί και η καθεμία τους κρύβεται σε μια γωνιά για να πέσει στην αγκαλιά αντρών. Λένε πως είναι Μαινάδες που προσφέρουν θυσίες, αλλά προτιμούν την Αφροδίτη από τον Βάκχο! Όσες έπιασα, τις έχω δεμένες. Τις άλλες θα τις κυνηγήσω — και τη μητέρα μου την Αγαύη! Αλλά τι είναι αυτό; Ο μάντης Τειρεσίας με δέρμα ελαφιού; Και ο πατέρας της μητέρας μου να βακχεύει με έναν θύρσο; Παππού, δεν ντρέπεσαι; Τειρεσία, εσύ τον έπεισες για να βγάλεις κι άλλα κέρδη από τις θυσίες! Αν δεν ήταν τα γηρατειά σου, θα ήσουν ήδη δεμένος!»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Πενθέα, έχεις εύκολη γλώσσα, αλλά τα λόγια σου δεν έχουν μυαλό. Αυτός ο νέος θεός που κοροϊδεύεις, θα γίνει ο πιο τρανός στην Ελλάδα. Δύο είναι τα πρώτα πράγματα για τους ανθρώπους: η θεά Δήμητρα, που μας δίνει την τροφή, και ο γιος της Σεμέλης, που βρήκε το ποτό του σταφυλιού. Αυτός διώχνει τη λύπη, δίνει τον ύπνο και τη λήθη στα βάσανα. Δέξου τον θεό στην πόλη, κάνε σπονδές και στεφανώσου!»
Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ
ΘΕΡΑΠΩΝ: «Πενθέα, σου φέρνουμε αυτό το θήραμα. Το θηρίο αυτό ήταν ήμερο μαζί μας, μας έδωσε τα χέρια του γελαστός. Αλλά βασιλιά, οι Βάκχες που είχες κλείσει στη φυλακή, λύθηκαν μόνες τους και έφυγαν τρέχοντας προς τα δάση. Τα δεσμά έπεσαν μόνα τους. Γεμάτος θαύματα ήρθε αυτός ο άνθρωπος στη Θήβα.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Λύστε του τα χέρια. Λοιπόν, ξένε, το σώμα σου δεν είναι άσχημο για γυναίκες. Τα μαλλιά σου είναι μακριά και το δέρμα σου λευκό, κυνηγώντας την Αφροδίτη. Πες μου, από πού κρατάει η γενιά σου;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Η Λυδία είναι η πατρίδα μου. Ο ίδιος ο Διόνυσος με μύησε.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πρόσωπο με πρόσωπο σε μύησε; Και τι μορφή έχουν αυτά τα όργια;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Δεν επιτρέπεται να τα μάθουν όσοι δεν είναι βακχευτές. Τα όργια του θεού μισούν όποιον ασέβησε.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πρέπει να τιμωρηθείς για τις πονηριές σου! Πρώτα θα σου κόψω αυτά τα απαλά μαλλιά.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Τα μαλλιά μου είναι ιερά. Τα τρέφω για τον θεό.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Μετά δώσε μου αυτόν τον θύρσο και θα σε κλείσω στη φυλακή.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ο θεός ο ίδιος θα με λύσει. Τώρα εδώ είναι και βλέπει τι παθαίνω, αλλά εσύ επειδή είσαι ασεβής δεν μπορείς να τον δεις.»
Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ
(Ο Διόνυσος οδηγείται μέσα. Ξαφνικά η φωνή του ακούγεται να καλεί τα στοιχεία της φύσης)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ιώ! Σείσε το δάπεδο της γης! Άναψε τη λαμπάδα του κεραυνού! Κάψε το σπίτι του Πενθέα!»
ΧΟΡΟΣ: «Δείτε πώς τρέμουν τα παλάτια! Θα γκρεμιστούν σε ερείπια! Δείτε τη φωτιά γύρω από τον τάφο της Σεμέλης!»
(Ο Διόνυσος βγαίνει ήρεμος)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Γυναίκες, τρομάξατε; Τον γέλασα τον Πενθέα. Νόμιζε πως με έδενε, αλλά έδενε έναν ταύρο στα παχνιά. Μετά ο Βάκχος έσεισε το σπίτι και άναψε φωτιά. Ο Πενθέας έτρεχε με το σπαθί του να χτυπά φαντάσματα στην αυλή. Τώρα το παλάτι είναι συντρίμμια. Ένας θνητός τόλμησε να τα βάλει με έναν θεό!»
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΥ
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: «Πενθέα, είδα τις Βάκχες στον Κιθαιρώνα. Ήταν τρεις ομάδες με την Αγαύη, την Ινώ και την Αυτονόη. Δεν ήταν μεθυσμένες όπως λες, αλλά σεμνές. Όταν άκουσαν τη φωνή του "Ξένου", ξύπνησαν σαν πουλιά. Χτύπησαν βράχους και βγήκε νερό, χτύπησαν τη γη και βγήκε κρασί και γάλα. Μέλι έσταζε από τους θύρσους! Προσπαθήσαμε να τις πιάσουμε, αλλά μας κυνήγησαν. Έσκισαν τα κοπάδια μας με τα χέρια τους, κομμάτιασαν ταύρους! Μετά έπεσαν στα χωριά, άρπαζαν τα πάντα και η φωτιά δεν τις έκαιγε. Πρέπει να δεχτείς αυτόν τον θεό, βασιλιά.»
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πενθέα, θέλεις να τις δεις να χορεύουν; Θα σε πάω εγώ, αλλά πρέπει να φορέσεις γυναικεία ρούχα, πέπλο και μακριά μαλλιά για να μην σε κατασπαράξουν.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Θα είμαι γελοίος, αλλά θέλω να δω! Οδήγησέ με.»
(Ο Πενθέας βγαίνει μεταμορφωμένος, παραληρώντας)
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Βλέπω διπλό ήλιο και διπλές Θήβες! Μοιάζω στη μητέρα μου; Κράτα μου τον θύρσο ίσια.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πάμε. Εγώ θα σε πάω, αλλά άλλος θα σε φέρει πίσω. Θα σε δει η μητέρα σου...»
Η ΣΦΑΓΗ (ΑΦΗΓΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΥ)
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: «Ο Πενθέας είναι νεκρός! Φτάσαμε στον Κιθαιρώνα και ο Ξένος λύγισε ένα πεύκο σαν τόξο, έβαλε πάνω τον Πενθέα και το άφησε να ορθωθεί. Μετά χάθηκε και μια φωνή φώναξε: "Τιμωρήστε τον!" Οι Βάκχες όρμησαν. Ξερίζωσαν το δέντρο με τα χέρια τους. Ο Πενθέας έπεσε ουρλιάζοντας: "Μητέρα, εγώ είμαι, ο γιος σου!" Αλλά η Αγαύη, τυφλωμένη από τον θεό, του ξερίζωσε τον ώμο. Η Ινώ και η Αυτονόη τον κομμάτιασαν. Όλο το βουνό γέμισε αίμα. Η Αγαύη κρατά το κεφάλι του στον θύρσο της, νομίζοντας πως είναι λιοντάρι, και έρχεται εδώ περήφανη.»
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ
ΑΓΑΥΗ: «Δείτε το θήραμα που έπιασα στον Κιθαιρώνα! Πατέρα Κάδμο, καμάρωσε την κόρη σου!»
ΚΑΔΜΟΣ: «Ω, πένθος! Αγαύη, κοίταξε καλά αυτό που κρατάς. Δεν είναι λιοντάρι. Είναι το κεφάλι του παιδιού σου, του Πενθέα.»
ΑΓΑΥΗ: «Α! Τι βλέπω; Τι έκανα; Ω, Διόνυσε, μας κατέστρεψες!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Εμφανίζεται ως θεός): «Με περιφρονήσατε και με υβρίσατε. Τώρα η τιμωρία ολοκληρώθηκε. Εσύ Κάδμε θα γίνεις φίδι και θα εξοριστείς σε βάρβαρη γη. Εσύ Αγαύη θα φύγεις μακριά από τη Θήβα. Έτσι ορίζει ο Ζεύς.»
ΑΓΑΥΗ: «Αντίο πατέρα! Πάω στην εξορία, εκεί που δεν θα βλέπω τον Κιθαιρώνα και κανένας θύρσος δεν θα μου θυμίζει το κακό.»
ΧΟΡΟΣ: «Πολλές είναι οι μορφές του θείου. Αυτά που περιμέναμε δεν έγιναν, και για τα ανέλπιστα ο θεός βρήκε δρόμο.»
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΟΙ ΒΑΚΧΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ
Οι ΒΑΚΧΕΣ αποτελούν το τελευταίο και ίσως το πιο αινιγματικό έργο του ΕΥΡΙΠΙΔΗ, το οποίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην αυλή του βασιλιά Αρχελάου στη Μακεδονία. Πρόκειται για μια τραγωδία που υπερβαίνει τα όρια του θεάτρου, καθώς πραγματεύεται την ίδια τη φύση της θεϊκής δύναμης, της έκστασης και της ανθρώπινης αλαζονείας. Στο επίκεντρο του δράματος βρίσκεται η σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μία πλευρά ο ΠΕΝΘΕΑΣ, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας, που εκπροσωπεί τον νόμο και τον έλεγχο, και από την άλλη ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ο θεός της απελευθέρωσης, που φτάνει στην πόλη για να επιβάλει τη λατρεία του.
ΓΕΓΟΝΟΣ 1: Ο ΘΕΟΣ ΣΤΗ ΘΗΒΑ
Ο Διόνυσος καταφθάνει στη Θήβα μεταμορφωμένος σε θνητό "Ξένο". Στέκεται μπροστά στο μνήμα της μητέρας του, της Σεμέλης, η οποία κεραυνοβολήθηκε από τον Δία. Ο θεός έρχεται για να αποκαταστήσει την τιμή της και να τιμωρήσει την πόλη που αρνείται τη θεϊκή του φύση. Ήδη έχει οδηγήσει τις γυναίκες της Θήβας σε κατάσταση μανίας στον Κιθαιρώνα, αφήνοντας πίσω τους τις εστίες και τους αργαλειούς τους.
ΓΕΓΟΝΟΣ 2: Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ενώ ο Πενθέας εξοργίζεται με τις νέες τελετές, δύο μορφές σοφίας, ο μάντης Τειρεσίας και ο γέροντας Κάδμος, αποφασίζουν να τιμήσουν τον θεό. Ντυμένοι με δέρματα ελαφιού και κρατώντας θύρσους, ετοιμάζονται να ανηφορίσουν στο βουνό. Η αντίθεσή τους με τον άκαμπτο Πενθέα αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ της αποδοχής του θείου και της αλαζονικής άρνησης.
ΓΕΓΟΝΟΣ 3: Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ Ο ΣΕΙΣΜΟΣ
Ο Πενθέας διατάζει τη σύλληψη του "Ξένου". Παρά τη φυλάκισή του, ο Διόνυσος παραμένει κυρίαρχος. Με έναν τρομερό σεισμό, το παλάτι κλονίζεται συθέμελα και οι φλόγες ζώνουν τον τάφο της Σεμέλης. Ο θεός απελευθερώνεται με ευκολία, δείχνοντας στον Πενθέα ότι κανένα δεσμό δεν μπορεί να περιορίσει τη θεϊκή βούληση.
ΓΕΓΟΝΟΣ 4: Η ΠΑΓΙΔΑ ΣΤΟΝ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ
Ο Διόνυσος, εκμεταλλευόμενος την κρυφή περιέργεια του Πενθέα, τον πείθει να μεταμφιεστεί σε γυναίκα για να κατασκοπεύσει τις Μαινάδες. Τον οδηγεί στον Κιθαιρώνα και με υπερφυσική δύναμη λυγίζει ένα πεύκο, τοποθετώντας τον βασιλιά στην κορυφή του. Είναι η στιγμή που ο διώκτης γίνεται θήραμα, εκτεθειμένος στα μάτια των Βακχών.
ΓΕΓΟΝΟΣ 5: Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Οι Μαινάδες, με επικεφαλής τη μητέρα του Πενθέα, την Αγαύη, ξεριζώνουν το δέντρο και κατασπαράζουν τον βασιλιά μέσα σε θεϊκή έκσταση. Η Αγαύη επιστρέφει στη Θήβα κρατώντας το κεφάλι του γιου της, πιστεύοντας πως είναι λιοντάρι. Η οδυνηρή αφύπνιση έρχεται από τον Κάδμο, οδηγώντας στη συντριβή και την εξορία. Ο Διόνυσος εμφανίζεται πλέον ως παντοδύναμος θεός, ολοκληρώνοντας την τιμωρία του οίκου του Κάδμου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.