Στην παγωμένη και μισορημαγμένη Πετρούπολη του 1920, μέσα στη δίνη του Ρωσικού Εμφυλίου
Πολέμου, ένας εξαθλιωμένος και εξαντλημένος από τον πυρετό νέος περιπλανιέται στους άδειους, αφιλόξενους δρόμους. Γυρεύοντας μια χαραμάδα ζεστής γωνιάς για να γλιτώσει από το θανατερό αγιάζι, καταφεύγει στο επιβλητικό, σιωπηλό κτίριο της παλιάς Τράπεζας Πίστεως. Ανάμεσα σε στοίβες κιτρινισμένων αρχείων, βαριές κουρτίνες και ξεχασμένα έπιπλα, απλώνει την ψάθα του, έτοιμος να παραδοθεί στον ύπνο.
Καθώς όμως η νύχτα πυκνώνει, η σιωπή του κτιρίου αρχίζει να ραγίζει από παράδοξους θορύβους. Μέσα από τις χαραμάδες και τους σκοτεινούς διαδρόμους, ο αφηγητής γίνεται μάρτυρας μιας αλλόκοτης συνάθροισης. Άνθρωποι με πολυτελή αμφίεση, κομψούς τρόπους και παγερά χαμόγελα συγκεντρώνονται στις αίθουσες, κινούμενοι σαν σκιές σε έναν χορό μεταμφιεσμένων. Όμως η αίσθηση του αλλόκοτου σύντομα μετατρέπεται σε απόλυτο τρόμο: οι μορφές αυτές δεν είναι άνθρωποι. Πρόκειται για μια μυστική, αόρατη φυλή υπερφυσικών αρουραίων, που κατέχουν την ικανότητα να αλλάζουν τη μορφή τους, να φορούν ανθρώπινες προσωπίδες και να διεισδύουν στον ιστό της κοινωνίας για να την αποσαρθρώσουν από μέσα.
Παγιδευμένος σε έναν παρατημένο λαβύρινθο όπου οι αντανόκλασες εξαπατούν το βλέμμα και οι σκιές αποκτούν δική τους ζωή, ο νέος νιώθει τον εφιάλτη να σφίγγει γύρω του. Τη στιγμή που η απελπισία τον κυριεύει, εμφανίζεται στο πλευρό του μια μυσστηριακή, επιβλητική φιγούρα: ο «Αρουραίος». Ο γέροντας αυτός, φύλακας μιας αρχαίας και σκοτεινής γνώσης, είναι ο μόνος που μπορεί να διαπεράσει τα ψεύτικα πρόσωπα των πλασμάτων, να διακρίνει την αληθινή τους φύση και να τα εξολοθρεύσει.
Με την καθοδήγηση και τη σθεναρή παρουσία του Αρουραίου, ο πρωταγωνιστής καταφέρνει να διασχίσει τις παγίδες των μεταμορφωμένων τεράτων, να αποφύγει τις αόρατες θηλιές τους και να δραπετεύσει πίσω στο φως της ημέρας. Επιστρέφει στον πραγματικό κόσμο σώος, φέροντας όμως για πάντα μέσα του την εφιαλτική αποκάλυψη: ότι ανάμεσα στους ανθρώπους περιφέρονται πλάσματα που δεν είναι άνθρωποι, περιμένοντας τη στιγμή που το σκότος θα καλύψει ξανά την πόλη.
ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΓΚΡΙΝ (ALEXANDER GRIN)
Πραγματικό όνομα: Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Γκρινέβσκι (Aleksandr Stepanovich Grinevsky, 1880–1932).
«Ο ΑΡΟΥΡΑΙΟΣ» (КРЫСОΛОΒ / THE RAT-CATCHER)
Έτος συγγραφής: 1923
Πρώτη δημοσίευση: 1924 (στο ρωσικό λογοτεχνικό περιοδικό Ρωσικός Σύγχρονος / Rossiysky Sovremennik)
Είδος: Νουβέλα / Διήγημα σκοτεινής φαντασίας, αλληγορικού τρόμου και ψυχολογικού μυστηρίου
Γλώσσα πρωτοτύπου: Ρωσικά
Τόπος δράσης: Πετρούπολη (Αγία Πετρούπολη)
Χρονικό πλαίσιο ιστορίας: 1920 (κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου και της περιόδου του «Πολεμικού Κομμουνισμού»)
Στο φόντο της παγωμένης, ρημαγμένης Πετρούπολης του 1920, μέσα στη δίνη του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου, ο Αλεξάντρ Γκριν υφαίνει μια από τις πιο σκοτεινές και ατμοσφαιρικές νουβέλες της νεότερης ρωσικής λογοτεχνίας. Ο εξαθλιωμένος, άρρωστος πρωταγωνιστής, περιπλανώμενος στους άδειους δρόμους, αναζητά σωτηρία στο επιβλητικό αλλά εγκαταλελειμμένο κτίριο της Τράπεζας Πίστεως. Εκεί, ανάμεσα σε σκόνη, ξεχασμένα αρχεία και παγερές σκιές, γινεται μάρτυρας μιας εφιαλτικής αποκάλυψης: ανακαλύπτει μια μυστική συνομοταξία πλασμάτων που, ενώ έχουν τη μορφή, τα πολυτελή ενδύματα και τους τρόπους των ανθρώπων, στην πραγματικότητα είναι μια αόρατη φυλή υπερφυσικών αρουραίων με την ικανότητα να μεταμορφώνονται, να διεισδύουν στους θεσμούς και να μιμούνται την κοινωνία για να την καταβροχθίσουν από μέσα. Η συνάντησή του με τον «Αρουραίο»—μια μυστηριακή φιγούρα που κατέχει τη μυστική γνώση να διαπερνά τις προσωπίδες και να εξολοθρεύει τα τέρατα—γίνεται η μοναδική χαραμάδα φωτός που του επιτρέπει να διασχίσει τους ψευδαισθησιακούς λαβυρίνθους του κτιρίου-παγίδα και να δραπετεύσει, κουβαλώντας πλέον την αβάσταχτη επίγνωση της αόρατης απειλής.
Η έμπνευση του Γκριν για την ιστορία αυτή πηγάζει άμεσα από τις βιώσιμες εμπειρίες του κατά τα πρώτα, σκληρά χρόνια της μπολσεβίκικης επικράτησης. Το 1920, εξαντλημένος από τον τύφο, την πείνα και τις κακουχίες, ο Γκριν βρήκε καταφύγιο στο περίφημο «Σπίτι των Τεχνών» στην Πετρούπολη, ένα παλιό αρχοντικό που μετατράπηκε σε κοινόβιο συγγραφέων και καλλιτεχνών. Η εικόνα της κάποτε λαμπερής αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, που είχε μετατραπεί σε μια πόλη-φάντασμα γεμάτη ερείπια, κρύο και λεηλατημένα τραπεζικά κτίρια, αποτυπώθηκε βαθιά στη φαντασία του. Ο συνδυασμός της προσωπικής του εξαθλίωσης με την ατμόσφαιρα της γενικευμένης αποσύνθεσης γέννησε το όραμα ενός κόσμου όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παραισθησιακού εφιάλτη γίνονται εντελώς δυσδιάκριτα.
Πίσω από την υπερφυσική πλοκή, η νουβέλα λειτουργεί ως μια βαθιά, πολυεπίπεδη αλληγορία για την κοινωνική και πνευματική κατάρρευση. Οι μεταμορφωμένοι αρουραίοι δεν είναι απλώς τέρατα μιας ιστορίας τρόμου, αλλά το απόλυτο σύμβολο του κοινωνικού παρασιτισμού, της υποκρισίας και του αδίστακτου καιροσκοπισμού που άνθισαν μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Εκπροσωπούν όσους ιδιοποιούνται τις ανθρώπινες αξίες, τις ιδέες και τους θεσμούς, αδειάζοντάς τους από κάθε ουσία και μετατρέποντάς τους σε εργαλεία επικράτησης. Η ικανότητά τους να αλλάζουν μορφή αντικατοπτρίζει την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι φορούν προσωπίδες σε περιόδους κρίσης για να επιβιώσουν ή να εξουσιάσουν. Παράλληλα, το εγκαταλελειμμένο κτίριο της τράπεζας συμβολίζει το καταρρέον οικοδόμημα του παλιού πολιτισμού, ενώ ο μυστηριώδης Αρουραίος συμπυκνώνει τη διαρκή, σχεδόν μυστικιστική ανάγκη της ανθρώπινης συνείδησης να διατηρήσει την ηθική της διαύγεια και να αναγνωρίσει το κακό, όσο έντεχνα κι αν αυτό μεταμφιέζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.