Witchberries
![]() |
| Edoardo Dalbono (Napoli 1841 - 1915) |
ΚΟΤΤΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΓΧΕΙΡΑΣ :
Όταν τα τοπωνύμια φλερτάρουν με τη Μυθολογία...
(Για όσους επιθυμούν τα δύσκολα και επιστρατεύουν αμφιβολίες...)
( Περί « Γιγάντων! » )
Γράφει ο Δημήτρης Αποστόλου - « Ελύμνιος »
Ο Κουταλιανός!..
Ο Παναγής ο « Ηράκλειος » - και συνάμα ο « Γίγαντας »... Που δεν ήτανε βέβαια Λιμνιώτης, που Αντωνίου ήταν το επώνυμό του, αλλά τον χαρακτήρισε ως πατριδωνυμικό του επίθετο, - το « Κουταλιανός » - καθώς προερχόταν απ΄το Μαρμαρινό νησάκι της Κούταλης... Από εκεί περνώντας στα τέλη του 19ου αι. με το ιστιοφόρο του πλοίο ο ναυτικός μας Λιμνιώτης Γιάννης Μανώλης, θα ερωτευθεί την « ωραία της Κούταλης » Ανθή Κόκαλου, θα την παντρευτεί και θα την φέρει στην Λίμνη...Σ΄αυτή θ΄αποκτήσουν παιδιά - και μάλιστα με την παντρειά της κόρη τους της Ελένης, θα συγγενέψουν με την οικογένεια των Τζουτζαίων ( δυναμική οικογένεια του Ελύμνιου - άλλου « Γίγαντα » του Αγώνα - Καπετάν Αγγελή
Γράφει ο Θόδωρος Μαραγκός-Σκηνοθέτης
![]() |
|
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΚΙ ΕΛΕΝΗ
Ι
Μες απ’ τα ερείπια της Τροίας μπήκε ο Μενέλαος
αλαφιασμένος
Στο παλάτι του Πριάμου, κρατώντας το σπαθί στο χέρι,
Να χορτάσει, πάνω στην άπιστη την πόρνη, δέκα χρόνων μίσος
Και την τιμή του βασιλιά. Δρασκελώντας ματωμένα πτώματα,
μες από καπνούς και ουρλιαχτά κι από ήσυχους διαδρόμους
φτάνει εντέλει μπρος την κάμαρη που στα ενδότερα βρισκόταν.
Το σπαθί ψηλά κραδαίνει και χτυπά στην τρυφηλή
και σκοτεινή παστάδα, λάμποντας σαν θεός!
Ψηλά καθόταν εκθαμβωτική η Ελένη, ήρεμη και μόνη.
Είχε λησμονήσει πως ήταν τόσο όμορφη κι ωραία,
Και πως ο λαιμός της λύγιζε με τέτοια χάρη·
Ένοιωθε κουρασμένος. Πέταξε το σπαθί του πέρα,
Και της φίλησε τα πόδια, και γονάτισε εκεί μπροστά της,
Ο ιδανικός Ιππότης μπρος στην τέλεια Βασίλισσα.
ΙΙ
![]() |
| Προτομή της Ελένης από τον Αντόνιο Κανόβα. |
Μέχρις εδώ ο ποιητής. Πώς θα μπορούσε να μαντέψει
Το ταξίδι στην πατρίδα, τη μακρά συζυγική ζωή;
Δεν σας λέει πως η εκθαμβωτική Ελένη γεννώντας
Αιώνιας Ποίηση
Ο έρωτας είναι μιά ρωγμή στον τοίχο, μια παραβιασμένη
Πύλη, που όταν μπαίνει μέσα εκεί, δεν ξαναφεύγει·
Ο έρωτας ξεπουλάει τ’ οχυρό της περήφανης καρδιάς
Στη Μοίρα. Ένοιωσαν ντροπιασμένοι αυτοί που αγαπούν
Μα δεν αγαπήθηκαν καθόλου. Και τότε ακόμα, όταν δυό
Στόματα, το ένα για τ’ άλλο διψασμένα, σβήσουν τη δίψα τους,
Ο σπαραγμός τους έχει ξεχαστεί, και η κραυγή των εύπιστων
Καρδιών στον ουρανό σιγήσει, – άλλο δεν έχουν, παρά
να πάρουν
Αγκαλιά τα φτωχικά τους όνειρα, και να ξαπλώσει ο καθένας
Χωριστά με το δικό του φάντασμα στη μοναξιά της δικής του
νύχτας.
Κάποιοι περνούν τη νύχτα αυτή μαζί. Μα ξέρουνε αυτοί,
ο έρωτας
Με τον καιρό ψυχραίνει, γίνεται πληκτικό και ψεύτικο αυτό
Που πριν ήταν γλυκό, ως επί το πλείστον, ψέμα.
Η έκπληξη δεν έρχεται στο χέρι πια ούτε στον ώμο,
Αλλά θαμπώνει κι από φιλί σε φίλημα αργοπεθαίνει.
Όλ’ αυτά είναι έρωτας· κι όλος ο έρωτας αυτό είναι μόνο.

Μια ασημόχρωμη ταινία νερό βγαίνει από την σχισμάδα του βράχου,γλυστράει,πηδάει,γκρεμίζεται,αφρίζει γύρω στις μικρές πέτρες με τα λογιών λογιών χρώματα και σκάβει λίγο και πιο βαθιά κάθε στιγμή την αυλακωσιά της.
Από πού έρχεται το γάργαρο,το δροσερό νεράκι,που ξεπετιέται από τον αναμμένο βράχο;
Ακροαστείται το μουρμουρητό του:
«Έρχομαι από μακριά,από βαθιά,πολύ μακριά πολύ βαθιά. Έκαμα ταξίδι μακρινό,χωρίς να ιδώ στο δρόμο μου ήλιο.
Αρχή αρχή ήμουνα σύγνεφο και ταξίδευα στον ουρανό.Κατόπι έγινα νυφάδα χιόνι,σταλαγματιά
ΤΟ ΟΡΑΜΑ, Η ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΜΙΑΣ ΠΑΝΑΡΧΑΙΑΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μια απλή μορφή διασκέδασης, αλλ...