Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
Το `δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.
Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός
Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά
Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Η "μάχη της παραγκας" της Δραπετσώνας ήταν μια σύγκρουση μεταξύ των κατοίκων της περιοχής και της αστυνομίας που συνέβη το 1960, όταν δυνάμεις ασφαλείας επιχείρησαν να κατεδαφίσουν τις αυτοσχέδιες κατοικίες τους. Η αντίσταση των κατοίκων, κυρίως γυναικών, ηλικιωμένων και παιδιών, που πετούσαν πέτρες και έκαναν χρήση ξύλων, οδήγησε σε τραυματισμούς και ακύρωση της επιχείρησης από τον εισαγγελέα Πειραιά. Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων, οι κάτοικοι ξαναέχτισαν τις κατεδαφισμένες παραγκές τους.
Η«Μάχης της Παράγκας» όπως τα περιέγραψε η Ιστορικός και συγγραφέας Κυμαργίου Ελένη:
Δραπετσώνα, 14 Νοεμβρίου 1960,
Το πρωί της Δευτέρας 14 Νοεμβρίου του 1960, τμήμα του συνοικισμού της Δραπετσώνας αποκλείστηκε από 1.000 αστυνομικούς. Οι προθεσμίες και οι παρατάσεις για την οικειοθελή κατεδάφιση των παραπηγμάτων και την απομάκρυνση των «ιδιοκτητών» τους είχαν παρέλθει χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες αρχές να αποφασίσουν την βίαιη εκκένωση της περιοχής και το γκρέμισμα των παραπηγμάτων ώστε να αρχίσει η εφαρμογή του κρατικού σχεδίου αποκατάστασης. Στα περισσότερα σπίτια, βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροντες, μιας και οι βάρδιες στα εργοστάσια και το λιμάνι είχαν ήδη ξεκινήσει. Μόλις δόθηκε το σύνθημα για την κατεδάφιση, οι αστυνομικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τους παραπηγματούχους, κυρίως τις γυναίκες του συνοικισμού, που όρμησαν εναντίον των αστυνομικών και των μηχανημάτων. Μόλις τέσσερα παραπήγματα πρόλαβαν να γκρεμιστούν, πριν διαταχθεί η αναστολή της κατεδάφισης. Η μάχη εκείνου του πρωινού αποτελεί την ηρωικότερη στιγμή του πολύμορφου κινήματος που αναπτύχθηκε το 1960 στις γειτονιές της Δραπετσώνας, ενός κινήματος δυναμικού και αποφασισμένου να μην υποχωρήσει, όχι γιατί ήθελε να συνεχίσει να ζει στα ξύλινα δωμάτια με πισσόχαρτο στη στέγη, χωρίς νερό και με κοινόχρηστα αποχωρητήρια, αλλά γιατί πίστευε ότι μετά από τόσα χρόνια και τόσες στερήσεις δικαιούταν ένα καλύτερο σπίτι από αυτό που σχεδίαζε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Στη Δραπετσώνα, στις 14 Νοεμβρίου του 1960 δεν συγκρούστηκαν δύο διαφορετικά πρότυπα ζωής, δύο διαφορετικές νοοτροπίες: το σπιτάκι με το γεράνι και το διαμέρισμα της πολυκατοικίας. Η «μάχη» δεν δόθηκε απέναντι στο διαμέρισμα σε πολυκατοικία που πρόσφερε το κρατικό στεγαστικό πρόγραμμα, αλλά κυρίως απέναντι στα κριτήρια που αυτό έθετε. Η δυναμική και η ένταση των κινητοποιήσεων αυτών θυμίζει τις απεργίες του Μεσοπολέμου στην πύλη της Εταιρείας Λιπασμάτων, παράλληλα, ανταποκρίνεται στην κυρίαρχη εικόνα για τη Δραπετσώνα, την κόκκινη γειτονιά των προσφύγων και των εργατών.Το 1960 η Δραπετσώνα ήταν μια κόκκινη γειτονιά, μια «επικίνδυνη» γειτονιά για την κρατική εξουσία – και με το πολιτικό της στίγμα έτσι όπως προσδιοριζόταν μέσα από τα εκλογικά αποτελέσματα. Η αποφασιστική αντίδραση των κατοίκων της αποτύπωνε τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί. Δεν έμοιαζαν άβουλοι και φοβισμένοι όπως τα προηγούμενα χρόνια. Ο πόλεμος, και κυρίως η πολιτικοποίηση της καθημερινότητας που δημιούργησε η συμμετοχή στην αντίσταση, η βιαιότητα των γεγονότων του Δεκέμβρη του 1944, τα συρματοπλέγματα μέσα στον συνοικισμό, οι διώξεις, οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις, οι αδιάκοπες προσαγωγές, και ιδίως η λειτουργία της φυλακής, είχαν αλλάξει τους κατοίκους του συνοικισμού. Είχε εμπεδωθεί πλέον μια διαφορετική συνείδηση στους πρώην ακραιφνείς βενιζελικούς πρόσφυγες. Ιδεολογικά, πολιτικά και ταξικά βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο από εκείνο της μεταπολεμικής κοινωνικοπολιτικής νομιμότητας. Στο στρατόπεδο των ηττημένων του Εμφυλίου, που δεν είχαν ενδώσει στην τρομοκρατία του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Η «μάχη της παράγκας» ήταν για τους περισσότερους μια παραδοχή της κοινωνική τους θέσης, των επιλογών τους, της ιστορία τους. Μια παραδοχή της ίδια τους της ζωή. Ασχέτως αποτελέσματος, η «μάχη» αυτή υπήρξε για πολλά χρόνια τίτλος τιμής για όσους συμμετείχαν. Και παρέμεινε τέτοιος για όσους την θυμούνται μέχρι σήμερα.







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.