Στα τέλη της δεκαετίας του 1860, πολύ πριν ο Paul Cézanne αναγνωριστεί ως ο «πατέρας της μοντέρνας τέχνης» και ο θεμελιωτής της δομικής ανάλυσης της φόρμας που προανήγγειλε τον κυβισμό, διάνυσε μια πρώιμη, εξαιρετικά ιδιαίτερη καλλιτεχνική φάση. Η περίοδος αυτή, που συχνά χαρακτηρίζεται από τους ιστορικούς της τέχνης ως «σκοτεινή», «βίαιη» ή «σκοτεινή ρομαντική» (dark romantic), εκτείνεται περίπου από το 1861 έως το 1872. Μέσα σε αυτό το κλίμα ψυχικού βρασμού, υπαρξιακής αγωνίας και
αμφισβήτησης των ακαδημαϊκών κανόνων φιλοτεχνήθηκε το έργο «La Douleur» («Η Οδύνη»), γνωστό επίσης με τους τίτλους «La Madeleine» («Η Μαγδαληνή») ή «Sorrow».Το «La Douleur» αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά και φορτισμένα δείγματα αυτής της πρώιμης περιόδου. Ο πίνακας δεν προσπαθεί να αρέσει ούτε να ακολουθήσει την εκλεπτυσμένη αισθητική του επίσημου Σαλόν των Παρισίων, το οποίο άλλωστε απέρριπτε συστηματικά τα έργα του νεαρού Cézanne εκείνη την εποχή. Αντίθετα, είναι μια ωμή, σχεδόν βίαιη κατάθεση ψυχής, όπου η θρησκευτική εικονογραφία της Μετανοούσας Μαγδαληνής χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την εξερεύνηση του ανθρώπινου πόνου, της συντριβής και της υπαρξιακής απομόνωσης.
Η μορφή στο έργο απεικονίζεται γονατιστή, λυγισμένη από το βάρος μιας ανείπωτης θλίψης. Το κεφάλι της γέρνει βαριά προς τα εμπρός, ακουμπώντας πάνω στα χέρια ή σε μια αόρατη επιφάνεια, κρύβοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Αυτή η απόκρυψη του προσώπου στερεί από τον θεατή την εύκολη συναισθηματική ταύτιση μέσω των εκφράσεων, μετατοπίζοντας ολόκληρο το συναισθηματικό βάρος στην ίδια τη στάση του σώματος. Η σωματικότητα γίνεται το πρωταρχικό όχημα της οδύνης. Το σώμα δεν διαγράφεται με την ανατομική κομψότητα της κλασικής παράδοσης, αλλά εμφανίζεται συμπαγές, ογκώδες, σχεδόν παραμορφωμένο από την ένταση του θρήνου.
Τεχνικά, ο Cézanne σε αυτό το έργο εφαρμόζει μια μέθοδο που σόκαρε τους συγχρόνους του. Εγκαταλείπει τις απαλές μεταβάσεις του πινέλου και χρησιμοποιεί ευρέως τη σπάτουλα (palette knife), απλώνοντας το χρώμα σε παχιά, ανάγλυφα στρώματα (impasto). Η ύλη του χρώματος αποκτά μια σχεδόν γλυπτική διάσταση. Η παλέτα του είναι δραματικά περιορισμένη και σκοτεινή: κυριαρχούν τα βαθιά μπλε, τα γκρίζα, τα γήινα ώχρα και τα πυκνά μαύρα, τα οποία έρχονται σε βίαιη αντίθεση με τους ψυχρούς, σχεδόν νεκρικούς τόνους του λευκού υφάσματος και της σάρκας. Η χρήση του φωτός δεν υπακούει σε φυσικούς κανόνες αλλά λειτουργεί θεατρικά και εξπρεσιονιστικά, απομονώνοντας τη μορφή μέσα σε ένα ασαφές, σκοτεινό φόντο που εντείνει την αίσθηση του εγκλεισμού.
Η επιρροή του Eugène Delacroix και του Gustave Courbet είναι εμφανής στον τρόπο με τον οποίο ο Cézanne χειρίζεται το δράμα και τον ρεαλισμό της ύλης, όμως ο νεαρός καλλιτέχνης προχωρά έναν βήμα παραπέρα. Ενώ ο Delacroix χρησιμοποιούσε το χρώμα για να υπηρετήσει την ποιητική αφήγηση και ο Courbet για να αποδώσει την υλική πραγματικότητα, ο Cézanne μετατρέπει την ίδια την πράξη της ζωγραφικής σε μια σωματική μάχη. Η βαρύτητα του χεριού του και η βία της σπάτουλας πάνω στον μουσαμά αντικατοπτρίζουν την εσωτερική πάλη ενός δημιουργού που αναζητά τη δική του φωνή έξω από τις νόρμες της εποχής του.
Παρά τη φαινομενική απόσταση ανάμεσα σε αυτή τη σκοτεινή περίοδο και στα μεταγενέστερα ώριμα έργα του —όπως τα τοπία του Mont Sainte-Victoire, οι νεκρές φύσεις και οι «Λουόμενες»— το «La Douleur» εμπεριέχει τα σπέρματα της μελλοντικής του εξέλιξης. Η αναζήτηση της δομής μέσα από τον όγκο, η απόρριψη της επιφανειακής διακοσμητικότητας και η αντιμετώπιση της φόρμας ως συμπαγούς αρχιτεκτονικής οντότητας βρίσκονται ήδη εδώ, καλυμμένες πίσω από τον εξπρεσιονιστικό μανδύα του σκοτεινού ρομαντισμού.
Το έργο «La Douleur» (1868–1869), το οποίο σήμερα ανήκει στις συλλογές του Musée d'Orsay στο Παρίσι, παραμένει μια συγκλονιστική μαρτυρία για τα πρώτα βήματα ενός ζωγράφου που έμελλε να επαναπροσδιορίσει τη visual γλώσσα της δυτικής τέχνης, μετατρέποντας τον προσωπικό και παγκόσμιο πόνο σε διαχρονική εικαστική μορφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.