Η ΜΑΥΡΗ ΤΟΥ… (BLACK GIRL): Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗΣ
Υπάρχουν ταινίες που απλώς καταγράφουν μια εποχή και υπάρχουν εκείνες οι σπάνιες, οριακές δημιουργίες που την τομούν, επαναπροσδιορίζοντας τον ίδιο τον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη. Όταν το 1966 ο Σενεγαλέζος Ουσμάν Σεμπέν (Ousmane Sembène) παρουσίασε τη μεγάλου μήκους ταινία του «Η Μαύρη του…» (La Noire de…), δεν υπέγραψε απλώς ένα αριστούργημα· γέννησε εκ θεμελίων τον σύγχρονο αφricanικό κινηματογράφο, προσφέροντας στην ήπειρο τη
δική της φωνή, μακριά από τα πατερναλιστικά, εξωτικά και παραμορφωτικά φίλτρα της Δύσης.
Μέχρι τότε, η Αφρική στη μεγάλη οθόνη υπήρξε κυρίως ένα σκηνικό φόντο, ένα αντικείμενο μελέτης για ανθρωπολόγους ή ένα περιπετειώδες πεδίο για λευκούς εξερευνητές. Ο Σεμπέν πήρε την κάμερα στα χέρια του σαν όπλο αυτοδιάθεσης και μετέτρεψε μια φαινομενικά απλή ιστορία σε μια συνταρακτική τοιχογραφία της αποικιοκρατίας, της συνεχιζόμενης εκμετάλλευσης και της βαθιάς υπαρξιακής αποξένωσης.
Η υπόθεση της ταινίας ακολουθεί τη Ντιοανά (Diouana), μια νεαρή, περήφανη γυναίκα από το Νκαρ της Σενεγάλης, η οποία ζει σε μια συνθήκη σκληρής φτώχειας. Όταν μια αστική γαλλική οικογένεια, η οποία είχε ζήσει στο αποικιακό Ντακάρ, την προσλαμβάνει ως νταντά για τα παιδιά τους, η Ντιοανά βλέπει σε αυτή την πρόταση το διαβατήριο για μια νέα, κοσμοπολίτικη και λαμπερή ζωή στη Γαλλία. Η μετάβαση από το ηλιόλουστο, ζωντανό και κοινωνικό περιβάλλον της πατρίδας της στη Γαλλική Ριβιέρα αποδεικνύεται ωστόσο μια εφιαλτική προσγείωση στην πραγματικότητα. Με την άφιξή της στην Αντίμπ, τα παιδιά λείπουν, η υπόσχεση της φροντίδας τους εξαφανίζεται και η Ντιοανά μετατρέπεται σε μια έγκλειστη οικιακή υπηρέτρια, καταδικασμένη σε έναν αέναο κύκλο αγγαρειών μέσα σε ένα απομονωμένο, ψυχρό διαμέρισμα.
Το μεγαλείο του Σεμπέν έγκειται στον τρόπο με τον οποίο απογυμνώνει τις ψευδαισθήσεις του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Οι εργοδότες της, ο «Κύριος» και η «Κυρία», δεν εμφανίζονται ως κτήνη με τη δραματική έννοια του κινηματογραφικού κακού· είναι κάτι πολύ πιο επικίνδυνο, είναι οι καθημερινοί, “πολιτισμένοι” εκφραστές μιας συemπονούμενης αλλά απόλυτα τοξικής πατριαρχικής και ρατσιστικής κανονικότητας. Η Κυρία αντιμετωπίζει τη Ντιοανά όχι ως ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά ως ένα ακόμα κομμάτι της αποσκευής της, ένα χρηστικό αντικείμενο που στερείται προσωπικότητας, ονόματος και συναισθημάτων. Όταν η Ντιοανά φοράει ένα κομψό φόρεμα και ψηλοτάκουνα, η εργοδότριά της της υπενθυμίζει με κυνισμό τη θέση της: «Μην ξεχνάς ότι είσαι υπηρέτρια». Η εξωτικοποίηση δίνει τη θέση της στην υποτίμηση, και η σιωπηλή συνενοχή των φίλων του ζευγαριού στα δείπνα –όπου η Ντιοανά γίνεται αντικείμενο προσβλητικής περιέργειας και επιφανειακής φετιχοποίησης– συμπληρώνουν τον κλοιό μιας αργής, ψυχολογικής δολοφονίας.
Η δομή της ταινίας βασίζεται σε μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο παρόν του εγκλεισμού και τα flashbacks στο παρελθόν της Σενεγάλης. Στις αναδρομές αυτές, το Ντακάρ ανασαίνει με χρώματα, κοινότητα, μουσική και αξιοπρέπεια, έστω κι αν μαστίζεται από την οικονομική ανέχεια. Αντίθετα, η Γαλλία κινηματογραφείται ως ένας λαβύρινθος αποστειρωμένων τοίχων και γκρίζων διαδρόμων. Η εσωτερική φωνή της Ντιοανά, που διατρέχει την ταινία, αποκαλύπτει τη σταδιακή της συνειδητοποίηση: η ελευθερία που της υποσχέθηκαν ήταν μια απατηλή φυλακή. Κεντρικό σύμβολχο αυτής της σύγκρουσης γίνεται μια παραδοσιακή αφρικανική μάσκα που η ίδια η Ντιοανά είχε χαρίσει στους εργοδότες της ως ένδειξη φιλίας και πολιτισμικής προσέγγισης. Καθώς η συνfίκη της εκμετάλλευσης βαθαίνει, η μάσκα αυτή μετατρέπεται σε ένα βουβό, κατηγορηρώ τοτέμ, ένα σύμβολο της χαμένης της ταυτότητας και της λεηλασίας της αφρικανικής κληρονομιάς από την Ευρώπη. Όταν η Ντιοανά επιχειρήσει να διεκδικήσει πίσω τη μάσκα της, θα έρθει αντιμέτωπη με την απόλυτη άρνηση των αφεντικών της να αναγνωρίσουν την αυτονομία της, οδηγώντας την τελικά στην έσχατη πράξη αντίστασης και απόγνωσης: την αυτοκτονία της στην μπανιέρα του διαμερίσματος.
Η απόφαση της πρωταγωνίστριας να βάλει τέλος στη ζωή της δεν είναι μια απλή πράξη αδυναμίας, αλλά μια κραυγή διαμαρτυρίας, μια πολιτική πράξη άρνησης να συνεχίσει να λειτουργεί ως αντικείμενο στα χέρια της αποικιοκρατικής μηχανής. Ο επίλογδος της ταινίας, με τον Κύριο να ταξιδεύει στο Ντακάρ για να επιστρέψει τα πράγματα και τον μισθό της στη μητέρα της και την τοπική κοινότητα, αποτελεί ένα από τα πιο παγωμένα και αριστουργηματικά φινένα φινάλε στην ιστορία του σινεμά. Η απόρριψη των χρημάτων από τη μάνα και η σιωπηλή, απειλητική παρουσία του μικρού αγοριού που φοράει τη μάσκα και ακολουθεί τον λευκό άντρα καθώς φεύγει από το χωριό, συνιστούν μια προφητική προειδοποίηση: η αποικιοκρατία μπορεί να άλλαξε μορφή, αλλά τα τραύματα παραμένουν ανοιχτά και η λογοδοσία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Το γεγονός και μόνο ότι η ταινία αυτή κατάφερε να υπάρξει συνιστά από μόνο του ένα ιστορικό θαύμα. Ο Ουσμάν Σεμπέν, πρώην λιμενεργάτης, αυτοδίδακτος συγγραφέας και κινηματογραφιστής, αντιμετώπισε τεράστια εμπόδια, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και την αρχική άρνηση και λογοκρισία από το γαλλικό σύστημα ελέγχου της εποχής, το οποίο δεν επιθυμούσε μια αυτόνομη, αντικολonialιστική αφήγηση των δικών του πρώην αποικιών. Παρά ταύత, με πρωταγωνίστρια τη συγκλονιστική, ανέκφραστη αλλά γεμάτη εσωτερική ένταση ερασιτέχνη ηθοποιό Μπισίν Τερέζ Ντιόπ (Mbissine Thérèse Diop), ο Σεμπέν παρέδωσε ένα έργο τομή. “Η Μαύρη του…” δεν είναι απλώς η ιστορία μιας γυναίκας που συντρίφτηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους· είναι η επιτομή της ίδιας της αφρικανικής αξιοπρέπειας που ύψωσε το ανάστημά της απέναντι στην Ιστορία. Η ταινία είναι διαθέσιμη στο Cinobo, περιμένοντας κάθε θεατή να ανακαλύψει ξανά τη φλόγα μιας δημιουργίας που δεν έπαψα ποτέ να καίει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.