Η νύχτα πέφτει βαριά και ασφυκτική πάνω από τους δρόμους της μεγαλούπολης, σαν σάβανο υφανμένο από καπνό και ξεχασμένα όνειρα. Εκεί, στα έγκατα ενός κόσμου που έχει ξεχάσει τη φωνή του ουρανού, τα δέντρα υψώνονται σπαρακτικά και αποστεωμένα μπροστά από τα αμείλικτα, κατάμαυρα τείχη, μοιάζοντας με σκελετούς που ικετεύουν για έλεος. Η πόλη δεν κοιμάται ποτέ· απλώς αλλάζει προσωπείο. Μέσα από το κρύο, ασημένιο προσωπείο της τεχνητής της λάμψης, το πνεύμα του κακού παρακολουθεί με απάθεια τα πάντα, έτοιμο να κατασπαράξει ό,τι απέμεινε αθώο. Τα φώτα των δρόμων πέφτουν σαν μαγνητικό μαστίγιο πάνω στο πέτρινο σκοτάδι, σκίζοντας τη σιωπή με μια σκληρή, ηλεκτρική λάμψη που δεν ζεσταίνει, αλλά καίει, αποκαλύπτοντας την ωμή ασκήμια της ύπαρξης.
Και μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα του σύγχρονου παραλογισμού, σαν μια μακρινή ηχώ από άλλες εποχές, ακούγεται ο μελαγχολικός, θλιβερός ήχος από τις απογευματινές καμπάνες. Χτυπούν αργά, σχεδόν βασανιστικά, σαν να μετρούν τον παλμό μιας ετοιμοθάνατης ανθρωπότητας. Στις σκιές της πιο σκοτεινής γωνίας, μια γυναίκας η ύπαρξη λυγίζει κάτω από το βάρος της τραγωδίας. Η πόρνη περπατά ασθμαίνοντας στο παγερό, τσουχτερό ψιλόβροχο, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα βρέφος που γεννήθηκε νεκρό, μια θλιβερή προσφορά στον βωμό μιας κοινωνίας που γεννά μόνο τέρατα και αδιαφορία. Κανείς δεν σταματά. Κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει. Τα βήματα χάνονται στον βρεγμένο ασφαλτόδρομο, συνοδευόμενα από τη βουβή οργή του θείου θυμού.
Αυτή η οργή του Θεού, σαν αόρατο και φλογερό μαστίγιο, χτυπά ανελέητα το μέτωπο του εμμονικού, εκείνου που παλεύει με φαντάσματα και χάρτινους δράκους. Η πορφύρα της πανώλης και η φρικτή πείνα απλώνονται παντού, θολώνοντας τα πράσινα μάτια των ανθρώπων, κάνοντάς τα να χάσουν το φως τους και να καταντήσουν θολές, άψυχες γυάλινες σφαίρες. Και πάνω από αυτό το χάος, υψώνεται σαν ύβρις το φρικτό, σαρδόνιο γέλιο του χρυσού. Το χρήμα κυβερνά, γελάει δυνατά με τα δάκρυα των αδυνάτων, αγοράζει συνειδήσεις και πουλάει ψευδαισθήσεις σε έναν κόσμο που σαπίζει στα πόδια του.
Όμως, μακριά από τα φώτα και τις φαντασμαγορίες της επιφάνειας, στα βάθη μιας υπόγειας, σκοτεινής σπηλιάς, μια άλλη ανθρωπότητα αναπνέει. Πιο σιωπηλή, πιο καρτερική, αιμορραγεί αθόρυβα και στωικά. Εκείνοι που έμειναν πιστοί στην αλήθεια τους δεν φωνάζουν, δεν ζητιανεύουν οίκτο. Με τα χέρια ματωμένα και σκληρά από τον μόχθο, σφυρηλατούν μέσα από σκληρά μέταλλα, γρανίτη και ατσάλι, τη σωτήρια κεφαλή, το σύμβολο μιας νέας αρχής, μιας κάθαρσης που αργεί αλλά είναι αναπόφευκτη.
Εν τω μεταξύ, στον αέρα πλανάται μια αρχέγονη, αινιγματική παρουσία. Σαν σκιά που διασχίζει τους αιώνες, η Μόριγκαν παρακολουθεί από ψηλά το δράμα της θνητής μοίρας. Τα μάτια της είναι κολλημένα στο θέαμα της παρακμής, ζυγίζοντας τις ψυχές που χάνονται στον λαβύρινθο της πόλης. Δεν παρεμβαίνει· είναι η ίδια η ενσάρκωση του αναπόφευκτου τέλους και της θείας δικαιοσύνης. Στέκεται αόρατη πάνω από τα τείχη, με τα μαύρα φτερά της απλωμένα σαν προστατευτικό αλλά και καταστροφικό σκέπαστρο, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσει ό,τι της ανήκει. Ο αέρας μυρίζει μπαρούτι, βροχή και αρχαίο αίμα, ενώ ο κόσμος συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της απληστίας του, αγνοώντας πως η σιωπή των πολλών είναι συχνά πιο επικίνδυνη από την οργή των λίγων.
Το "To the silenced" (Στους σιωπηλούς / An die Stummen) είναι ένα από τα πιο σκοτεινά και εμβληματικά ποιήματα του Αυστριακού εξπρεσιονιστή ποιητή Γκέοργκ Τρακλ (Georg Trakl, 1887–1914). Στα έργα του, ο Τρακλ αποτυπώνει την παρακμή, την ερημιά της σύγχρονης πόλης, το αίσθημα της πνευματικής ερήμωσης και την επικείμενη καταστροφή (πολύ συχνά σκιαγραφώντας το κλίμα της Ευρώπης λίγο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), συνδυάζοντας βιβλικές εικόνες με στοιχεία φρίκης και μελαγχολίας.
Το "The Morrigan" είναι έργο τέχνης του Σουηδού ζωγράφου και εικονογράφου Καρλ Βένεργκρεν (Karl Wennergren). Η Μόριγκαν (Morrigan) είναι μια ισχυρή θεότητα της ιρλανδικής μυθολογίας, στενά συνδεδεμένη με τον πόλεμο, τη μοίρα, τον θάνατο και την αναγέννηση, η οποία συχνά εμφανίζεται στη λαογραφία με τη μορφή κορακιού ή ως προφητική γυναικεία φιγούρα πάνω από τα πεδία των μαχών.Ω, η τρέλα της μεγάλης πόλης, όταν το βράδυ
κοιτάζουν ζαλισμένα δέντρα πάνω από μαύρους τοίχους·
μέσα από ασημένιο προσωπείο κοιτάζει το κακό πνεύμα·
με μαγνητικό μαστίγιο διώχνει τη πέτρινη νύχτα.
Ω, των απογευματινών καμπανών ο θλιβερός ήχος.
Η πόρνη, που γεννά ένα νεκρό παιδί στον παγετό.
Με οργή μαστιγώνει η ανάσα του Θεού το μέτωπο του δαιμονισμένου,
πορφυρή πανώλη και πείνα, που σκοτώνει τα πράσινα μάτια:
Ω, του χρυσού το φρικτό γέλιο.
Αλλά αιμορραγεί σε σκοτεινή σπηλιά των σιωπηλών
η γενιά των ανθρώπων,
σφυρηλατώντας από σκληρά μέταλλα το σωτήριο κεφάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.