Όταν ο Χένρι Μίλερ έφτασε στην Ελλάδα, δεν αναζητούσε μόνο αρχαίες πέτρες, αλλά μια ζωντανή δύναμη που θα τον λύτρωνε από τον πνευματικό θάνατο της Ευρώπης. Τη δύναμη αυτή τη βρήκε στο πρόσωπο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΤΣΙΜΠΑΛΗ, ενός ανθρώπου που έγινε για εκείνον το σύμβολο της αιώνιας Ελλάδας. Ο τίτλος του βιβλίου του, «Ο ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΟΥΣΙΟΥ», δεν αναφέρεται σε κάποιο μάρμαρο, αλλά στον πληθωρικό αυτόν άνδρα που κατοικούσε στο Αμαρούσιο.
Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ: ΕΝΑΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Ο Μίλερ περιγράφει με δέος την πρώτη φορά που άκουσε τον Κατσίμπαλη να μιλάει. Δεν ήταν απλώς μια συζήτηση· ήταν ένας χείμαρρος.
«Ο Κατσίμπαλης μπορεί να μιλάει για τις ώρες, για τις μέρες, για τις εβδομάδες... Όταν αρχίζει να μιλάει, ο κόσμος γύρω του μεταμορφώνεται. Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να κάνει μια πέτρα να φαίνεται ζωντανή και ένα ασήμαντο περιστατικό να μοιάζει με έπος».
Στο σπίτι του στο Αμαρούσιο, ο Κατσίμπαλης γινόταν ο οικοδεσπότης ενός πνευματικού συμποσίου. Ο Μίλερ θυμάται τις ατέλειωτες ώρες στον κήπο ή στα καφενεία, όπου ο Κατσίμπαλης, με τη βαθιά, βροντερή φωνή του και τις έντονες χειρονομίες του, ανέλυε τα πάντα: από την ποίηση του Σεφέρη μέχρι τον τρόπο που οι Έλληνες πίνουν το κρασί τους.
ΓΙΑΤΙ «ΚΟΛΟΣΣΟΣ»;
Για τον Μίλερ, ο Κατσίμπαλης ήταν «κολοσσιαίος» γιατί ήταν ολοκληρωτικά ανθρώπινος. Σε μια εποχή που η Ευρώπη σκοτεινιάζε από τον επερχόμενο πόλεμο, ο Κατσίμπαλης εκπροσωπούσε τη χαρά της ζωής, την αμεσότητα και τη σύνδεση με το παρελθόν χωρίς τη σκόνη της αρχαιολογίας.
«Υπάρχει κάτι το κολοσσιαίο σε οποιονδήποτε άνθρωπο όταν αυτός γίνεται αληθινά και ολοσχερώς ανθρώπινος», γράφει ο Μίλερ. Περιγράφει τον φίλο του να στέκεται πάνω από τα τοπία της Αττικής και να τα «καταβροχθίζει» με τη ματιά του, να γελάει με την καρδιά του και να διηγείται ιστορίες που έμοιαζαν να βγαίνουν από το στόμα του ίδιου του Ομήρου.
ΤΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
Το Μαρούσι του 1939, μέσα από τις περιγραφές του Μίλερ, δεν ήταν το προάστιο που ξέρουμε σήμερα, αλλά ένας τόπος γεμάτος φως, σκόνη και αρώματα από τις λεμονιές και τα πεύκα. Ήταν το καταφύγιο όπου μια παρέα φίλων —ο Μίλερ, ο Κατσίμπαλης, ο Σεφέρης, ο Γκίκας— έχτιζαν έναν κόσμο πνευματικής ελευθερίας.
Ο Μίλερ θυμάται τον Κατσίμπαλη να περπατά στους δρόμους του Αμαρουσίου και να χαιρετά τους πάντες, να γίνεται ένα με τον απλό λαό, τους χωρικούς και τους καταστηματάρχες, αποδεικνύοντας πως ο αληθινός διανοούμενος στην Ελλάδα είναι εκείνος που δεν αποκόπτεται ποτέ από τις ρίζες του.
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΦΙΛΙΑΣ
Η φιλία τους ήταν η σπίθα που έκανε τον Μίλερ να γράψει ένα από τα σημαντικότερα ταξιδιωτικά κείμενα όλων των εποχών. Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Μίλερ κουβαλούσε μαζί του τη φωνή του Κατσίμπαλη να αντηχεί στα αυτιά του, μια υπενθύμιση πως όσο υπάρχουν άνθρωποι-κολοσσοί που αγαπούν τη ζωή και την ελευθερία, ο κόσμος δεν θα χαθεί ποτέ εντελώς στο σκοτάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.