Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ - ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΑΜΟΝΤΙΛΑΔΟ




ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ - ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΑΜΟΝΤΙΛΑΔΟ

Τις χίλιες προσβολές που μου έκανε ο Φορτουνάτο τις είχα υπομείνει όσο μπορούσα, αλλά όταν τόλμησε να με εξυβρίσει, ορκίστηκα εκδίκηση. Εσύ που ξέρεις τόσο καλά τη φύση της ψυχής μου, δεν θα υποθέσεις πως ξεστόμησα καμία απειλή. Με τον καιρό θα έπαιρνα την εκδίκησή μου· αυτό ήταν πια αποφασισμένο, αλλά η ακλόνητη μορφή της απόφασής μου απέκλειε οποιαδήποτε περίπτωση να ριψοκινδυνέψω. Θα έπρεπε όχι μόνο να τιμωρήσω, αλλά να τιμωρήσω χωρίς αντίποινα. Μια αδικία δεν επανορθώνεται όταν αυτός που την επανορθώνει υποστεί τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, δεν

επανορθώνεται όταν ο τιμωρός δεν κατορθώσει να γίνει αντιληπτός ως τιμωρός σε εκείνον που τον αδίκησε.

Πρέπει να σε διαβεβαιώσω πως ούτε με λόγια ούτε με έργα είχα δώσει αφορμή στον Φορτουνάτο να αμφιβάλλει για τις καλές μου προθέσεις. Εξακολουθούσα, όπως πρώτα, να του χαμογελώ, και δεν ένιωσε ποτέ ως τώρα πως χαμογελούσα επειδή είχα στο νου μου να τον εξοντώσω. Είχε μια αδυναμία αυτός ο Φορτουνάτο, αν και κατά τα άλλα ήταν άνθρωπος που έπρεπε να τον σέβονται ή και να τον φοβούνται: το είχε για καμάρι του πως ήξερε να διαπιστώνει την ποιότητα του κρασιού. Στο θέμα των παλιών κρασιών ήταν ειλικρινής. Σε αυτή την περίπτωση δεν είχα ουσιαστική διαφορά από εκείνον· ήμουν και εγώ άξιος να ξεχωρίζω τα ιταλικά κρασιά και αγόραζα πρόθυμα όποτε μπορούσα.

Ζύγωνε το σκοτάδι ένα απόβραδο, στο κορύφωμα της τρέλας την εποχή του καρναβαλιού, όταν αντάμωσα τον φίλο μου. Με πλησίασε με ξέχωρη θέρμη, γιατί είχε πιει πολύ. Φορούσε ένα παρδαλό κοστούμι γελωτοποιού, με μια εφαρμοστή ζακέτα με φανταχτερές ρίγες και στο κεφάλι του είχε έναν κωνικό σκούφο με κουδουνάκια. Του είπα: «Αγαπητέ μου Φορτουνάτο, είμαι τυχερός που συναντηθήκαμε! Μου φαίνεσαι μια χαρά σήμερα. Όμως πήρα ένα δείγμα κρασιού που φαίνεται να είναι Αμοντιλάδο, και έχω τις αμφιβολίες μου».

«Τι λες;» μου είπε. «Αμοντιλάδο; Ένα δείγμα; Αδύνατον! Και μάλιστα κατά μεσί στο καρναβάλι!»

«Έχω αμφιβολίες», του αποκρίθηκα, «και έκανα την ανοησία να πληρώσω ολόκληρη την αξία του προτού σε συμβουλευτώ. Επειδή είσαι πολύ άσχολος, πάω τώρα να βρω τον Λουκρέζι. Αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να το διαπιστώσει, είναι αυτός».

«Ο Λουκρέζι δεν μπορεί να ξεχωρίσει το Αμοντιλάδο από το Σέρι!» αναφώνησε ο Φορτουνάτο. «Έλα, πάμε!»

«Πού;»

«Στο καταγόγι σου, φίλε μου!»

«Όχι, δεν θέλω να κάνω κατάχρηση της καλοσύνης σου. Βλέπω πως έχεις ένα δυνατό κρυολόγημα. Τα υπόγειά μου είναι πολύ υγρά και η τύχη είναι σκεπασμένη από νήτρο».

«Δεν έχει σημασία. Πάμε! Το κρυολόγημα δεν είναι τίποτα. Αμοντιλάδο! Σε γελάσανε! Όσο για τον Λουκρέζι, αυτός δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σέρι από το Αμοντιλάδο».

Λέγοντας αυτά, ο Φορτουνάτο με έπιασε από το μπράτσο. Εγώ, φορώντας μια μαύρη μεταξωτή μάσκα και τυλίγοντας σφιχτά την κάπα μου, τον άφησα να με οδηγήσει στο παλάτσο μου. Οι υπηρέτες είχαν βγει όλοι για να γλεντήσουν, καθώς τους είχα απαγορεύσει ρητά να φύγουν — σίγουρος πως έτσι θα έκαναν το αντίθετο μόλις γύριζα την πλάτη μου. Πήρα δύο δαυλούς, έδωσα τον έναν στον Φορτουνάτο και τον οδήγησα μέσα από αλλεπάλληλα δωμάτια στην αψίδα που οδηγούσε στα υπόγεια.

Κατεβήκαμε μια μακριά κυκλική σκάλα και σταθήκαμε στο υγρό δάπεδο των κατακομβών της οικογένειας Μοντρεζόρ. Η περπατησιά του φίλου μου ήταν άστατη και τα κουδουνάκια στον σκούφο του χτυπούσαν.

«Το βαρέλι;» με ρώτησε.

«Είναι πιο πέρα», του αποκρίθηκα. «Αλλά πρόσεξε το άσπρο δίκτυο που λάμπει από τους τοίχους του υπογείου». Γύρισε και με κοίταξε με μάτια θολά από το ποτό. «Νήτρο;» με ρώτησε.

«Νήτρο», του απάντησα. Τον έπιασε ένας έντονος βήχας. «Έλα, πάμε πίσω», του είπα. «Η υγεία σου είναι πολύτιμη. Είσαι πλούσιος, σε σέβονται, σε αγαπούν. Είσαι ευτυχισμένος, όπως ήμουν άλλοτε. Θα τους λείψεις πολύ. Πάμε πίσω, θα αρρωστήσεις και δεν θέλω να είμαι εγώ η αιτία. Έπειτα, είναι και ο Λουκρέζι...»

«Αρκετά!» μου είπε. «Ο βήχας δεν είναι τίποτα σοβαρό, δεν θα με σκοτώσει».

«Πολύ σωστά λες», του αποκρίθηκα. «Μια γουλιά από αυτό το Medoc θα μας προστατέψει από την υγρασία». Έσπασα τον λαιμό μιας μπουκάλας και του την πρόσφερα. Έπιε στην υγειά των νεκρών που κείτονταν ολόγυρά μας κι εγώ έπινα στα χρόνια του τα πολλά. Προχωρήσαμε.

«Αυτά τα υπόγεια», είπε, «είναι πολύ μεγάλα».

«Οι Μοντρεζόρ», αποκρίθηκα, «ήταν μια παλιά και πολυμελής οικογένεια».

«Ξεχνάω το οικόσημό σου».

«Είναι ένα μεγάλο χρυσό ανθρώπινο πόδι σε γαλάζιο φόντο. Το πόδι πατάει ένα σερνάμενο φίδι που τα δόντια του είναι πηγμένα στη φτέρνα. Και η φράση: Nemo me impune lacessit (Κανείς δεν με βλάπτει χωρίς συνέπειες)».

Προχωρήσαμε βαθιά μέσα στις κατακόμβες, ανάμεσα σε σωρούς σκελετών και βαρέλια. Το νήτρο κρεμόταν σαν μούσκλα από τους θόλους. Ήμασταν κάτω από την κοίτη του ποταμού. Ο Φορτουνάτο έκανε μια αλλόκοτη κίνηση, μια χειρονομία που δεν κατάλαβα.

«Δεν καταλαβαίνεις;» με ρώτησε. «Δεν είσαι μασόνος;»

«Ναι, είμαι», του είπα.

«Εσύ; Αδύνατον! Δείξε μου ένα σημάδι».

«Αυτό εδώ», αποκρίθηκα, και ανάσυρα κάτω από τις πτυχές του μανδύα μου ένα μυστρί.

«Χωρατεύεις!» αναφώνησε, κάνοντας μερικά βήματα πίσω. «Μα έλα, πάμε για το Αμοντιλάδο».

Περάσαμε μια σειρά από χαμηλές αψίδες και φτάσαμε σε μια βαθιά κρύπτη. Στο βάθος του τοίχου υπήρχε ένα κενό ανάμεσα σε δύο τεράστια υποστυλώματα, ένα βαθούλισμα με τοίχο από συμπαγή γρανίτη.

«Προχώρα», του είπα. «Εκεί μέσα είναι το Αμοντιλάδο. Όσο για τον Λουκρέζι...»

«Είναι ένας αμόρφωτος!» διέκοψε ο φίλος μου καθώς προχωρούσε δυστακτικά. Σε μια στιγμή έφτασε στην άκρη, όπου ο βράχος τον εμπόδιζε. Αμέσως, τον έδεσα πάνω στον γρανίτη. Υπήρχαν δύο χαλκάδες· από τον έναν κρεμόταν μια αλυσίδα κι από τον άλλον ένα λουκέτο. Τον κλείδωσα πριν προλάβει να καταλάβει τι συμβαίνει.

«Άγγιξε με το χέρι σου τον τοίχο», του είπα. «Έχει πολλή υγρασία. Άλλη μια φορά σε εξορκίζω να γυρίσουμε πίσω. Όχι; Τότε πρέπει να σε περιποιηθώ λιγάκι».

«Το Αμοντιλάδο!» αναφώνησε ο φίλος μου, που δεν είχε συνέλθει ακόμα.

«Σωστά», του αποκρίθηκα. «Το Αμοντιλάδο».

Παραμερίζοντας έναν σωρό από κόκκαλα, αποκάλυψα πέτρες για χτίσιμο και λάσπη. Με το μυστρί μου, άρχισα γοργά να χτίζω την είσοδο της κρύπτης. Όταν τελείωσα την πρώτη αράδα, το μεθύσι του Φορτουνάτο είχε χαθεί. Μια σιγανή, θρηνητική κραυγή ακούστηκε από το βάθος. Δεν ήταν βογκητό μεθυσμένου.

Συνέχισα το χτίσιμο. Στην πέμπτη αράδα, άκουσα τα δυνατά τραντάγματα της αλυσίδας. Σταμάτησα για να απολαύσω τον θόρυβο, καθισμένος πάνω στα κόκκαλα. Όταν έπαψε, συνέχισα. Ο τοίχος έφτασε στο στήθος μου. Ξαφνικά, δυνατές και στριγκές κραυγές ξέσπασαν από τον αλυσοδεμένο. Για μια στιγμή δίστασα, έτρεμα. Αλλά ακούμπησα τον τοίχο και ησύχασα. Άρχισα να κραυγάζω κι εγώ, να τον ξεπερνώ σε ένταση. Οι κραυγές του έπαψαν.

Ήταν πια μεσάνυχτα. Έμενε μόνο μία μονοπέτρα για να κλείσει το άνοιγμα. Μα τότε, ακούστηκε ένα σιγανό γέλιο που έκανε τις τρίχες της κεφαλής μου να ανορθωθούν.

«Πολύ ωραίο αστείο, Μοντρεζόρ!» είπε μια θλιμμένη φωνή. «Θα γελάσουμε με αυτό στο παλάτσο! Μα δεν είναι περασμένη η ώρα; Θα μας περιμένουν... Πάμε να φύγουμε;»

«Ναι», είπα, «πάμε να φύγουμε».

«Για το όνομα του Θεού, Μοντρεζόρ!»

«Ναι», είπα, «για το όνομα του Θεού».

Περίμενα απάντηση, αλλά δεν ήρθε καμία. Φώναξα: «Φορτουνάτο!». Καμία απάντηση. Πέρασα έναν δαυλό μέσα από το άνοιγμα. Το μόνο που άκουσα ήταν ο ήχος από τα κουδουνάκια του σκούφου του. Η καρδιά μου σφίχτηκε — έφταιγε η υγρασία των κατακομβών. Βιάστηκα να τελειώσω. Έσπρωξα την τελευταία πέτρα στη θέση της και τη μίστρωσα. Πάνω στον καινούργιο τοίχο, αναστήλωσα τον σωρό από τα κόκκαλα.

Για μισό αιώνα κανένας δεν τα μετατόπισε. In pace requiescat! (Ας αναπαύεται εν ειρήνη!)


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΚΑΙ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Το διήγημα «ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΑΜΟΝΤΙΛΑΔΟ» (The Cask of Amontillado) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 1846 στο περιοδικό Godey's Lady's Book. Θεωρείται ένα από τα κορυφαία δείγματα της γοτθικής λογοτεχνίας και της ψυχολογικής ανάλυσης του εγκλήματος.

Ακολουθεί η ανάλυση και το ιστορικό υπόβαθρο του έργου:


1. Ο Θρύλος του Φρουρίου Ιντεπέντενς

Λέγεται πως η έμπνευση για την ιστορία ήρθε στον Πόε το 1827, όταν υπηρετούσε ως στρατιώτης στο Φρούριο Ιντεπέντενς της Βοστώνης. Εκεί είδε ένα μνημείο ενός αξιωματικού που, σύμφωνα με τον τοπικό θρύλο, είχε σκοτωθεί σε μονομαχία και οι σύντροφοί του εκδικήθηκαν τον νικητή χτίζοντάς τον ζωντανό μέσα σε έναν τοίχο του φρουρίου.

2. Η Προσωπική Διαμάχη

Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Μοντρεζόρ και ο Φορτουνάτο αντιπροσωπεύουν μια πραγματική λογοτεχνική κόντρα του Πόε. Ο Φορτουνάτο ίσως συμβολίζει τον Τόμας Νταν Ίνγκλις, έναν αντίπαλο συγγραφέα που είχε χλευάσει τον Πόε. Το "καρναβάλι" και η στολή του γελωτοποιού ήταν ο τρόπος του Πόε να "εκδικηθεί" μέσω της τέχνης του.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

1. Ο Αναξιόπιστος Αφηγητής

Ο Μοντρεζόρ είναι το κλασικό παράδειγμα αναξιόπιστου αφηγητή. Ξεκινά την ιστορία μιλώντας για "χίλιες προσβολές", αλλά δεν αναφέρει ποτέ ούτε μία συγκεκριμένη. Αυτό αφήνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται: ήταν ο Φορτουνάτο όντως ένοχος ή ο Μοντρεζόρ είναι ένας παράφρονας που μεγαλοποίησε μια ασήμαντη αφορμή;

2. Η Ειρωνεία (Λεκτική και Δραματική)

Το έργο είναι γεμάτο από μακάβρια ειρωνεία:

  • Το όνομα: Ο "Φορτουνάτο" σημαίνει "Τυχερός", ενώ η μοίρα του είναι η χειρότερη δυνατή.

  • Η στολή: Πεθαίνει φορώντας στολή γελωτοποιού, κάνοντας τον θάνατό του να μοιάζει με φρικιαστική φάρσα.

  • Η πρόποση: Ο Μοντρεζόρ πίνει στην "μακροζωία" του Φορτουνάτο ενώ τον οδηγεί στον τάφο.

3. Ο Συμβολισμός του Οικοσήμου

Το οικόσημο των Μοντρεζόρ (το πόδι που πατά το φίδι) εξηγεί όλη την ψυχολογία του ήρωα. Ο Μοντρεζόρ ταυτίζεται με το φίδι: μπορεί να τον πάτησαν (η προσβολή), αλλά θα δαγκώσει τη φτέρνα του εχθρού του θανάσιμα.

4. Η Φοβία του "Ζωντανού Ενταφιασμού"

Ο ζωντανός ενταφιασμός (taphophobia) ήταν η μεγαλύτερη φοβία του 19ου αιώνα και ένα θέμα που στοίχειωνε τον Πόε (εμφανίζεται επίσης στην Πτώση του Οίκου των Άσερ και στην Πρόωρη Ταφή). Εδώ, η φρίκη πηγάζει από την απόλυτη σιωπή και το σκοτάδι των κατακομβών.

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • Εκδίκηση: Η τυφλή ανάγκη για ικανοποίηση που ξεπερνά κάθε ηθικό φραγμό.

  • Περηφάνια (Ύβρις): Η ματαιοδοξία του Φορτουνάτο για το κρασί είναι αυτή που τον τυφλώνει και τον οδηγεί στην παγίδα.

  • Τύψεις ή Θρίαμβος; Στο τέλος, ο Μοντρεζόρ λέει πως "η καρδιά του σφίχτηκε", αλλά το αποδίδει στην υγρασία. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν ένιωσε ποτέ μεταμέλεια για το έγκλημά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ - ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΑΜΟΝΤΙΛΑΔΟ

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ - ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΑΜΟΝΤΙΛΑΔΟ Τις χίλιες προσβολές που μου έκανε ο Φορτουνάτο τις είχα υπομείνει όσο μπορούσα, αλλά όταν τόλμη...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου