Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΔΡΕΣΕ: ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΩΝ
Στην καρδιά της Πλάκας, εκεί που οι Αέρηδες συναντούν τη βαριά ανάσα της ιστορίας, ορθωνόταν κάποτε ο Μεδρεσές. Χτισμένος το 1721 ως ιεροδιδασκαλείο των Οθωμανών, έμελλε να μεταμορφωθεί στα χρόνια του Όθωνα στο πιο ζοφερό κολαστήριο της Αθήνας. Στο κέντρο της αυλής του, ένας πλάτανος άπλωνε τα κλαδιά του, όχι για να χαρίσει δροσιά, αλλά για να γίνει ο σιωπηλός δήμιος της πόλης.
Το δέντρο αυτό δεν ποτιζόταν με νερό, αλλά με το δάκρυ και το αίμα των «μουρμούρηδων», των απόκληρων του υποκόσμου και των πολιτικών καταδίκων που στοιβάζονταν στα υγρά κελιά του Μεδρεσέ. Τα κλαδιά του, στιβαρά και αδυσώπητα, έγιναν η αγχόνη της πρωτεύουσας. Εκεί, ανάμεσα στους ψιθύρους των κρατουμένων και τον ήχο του μπαγλαμά που πρωτογεννιόταν πίσω από τα κάγκελα, γεννήθηκε η φράση που έμεινε ανεξίτηλη στη λαϊκή μας μνήμη: «Χαιρέτα μου τον Πλάτανο».
Για τον μελλοθάνατο, η φράση αυτή ήταν ένας πικρός αποχαιρετισμός στη ζωή, καθώς το βλέμμα του ανέβαινε για τελευταία φορά προς την κορυφή του δέντρου πριν σφίξει η θηλιά. Για τον τυχερό που κέρδιζε την ελευθερία του, ήταν μια πράξη περιφρόνησης· φεύγοντας, κοίταζε πίσω του το ξύλινο θηρίο και φώναζε στους συντρόφους που έμεναν πίσω τη σκληρή ειρωνεία, εννοώντας πως εκείνος δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ το «Δέντρο του Θανάτου».
Ο πλάτανος έγινε το σύμβολο μιας εποχής αυθαιρεσίας και πόνου. Κάτω από τη σκιά του, οι κατάδικοι τραγουδούσαν τα «μουρμούρικα», τα πρώτα ρεμπέτικα, εκφράζοντας το παράπονο μιας ολόκληρης τάξης ανθρώπων που η κοινωνία είχε εξορίσει. Η μοίρα του δέντρου όμως ήταν ταυτισμένη με τη μοίρα της φυλακής. Όταν το 1898 ο λαός της Αθήνας, κουρασμένος από τη θέα του μαρτυρίου, άρχισε να γκρεμίζει τον Μεδρεσέ, η φύση έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Ένας κεραυνός έσκισε τον πλάτανο, αφήνοντάς τον να ξεραθεί αργά, σαν να μην άντεχε άλλο το βάρος των τόσων ψυχών που είχαν χαθεί στα κλαδιά του.
Το 1911, ο πλάτανος κόπηκε οριστικά, αφήνοντας πίσω του μόνο τη λίθινη πύλη του Μεδρεσέ να στέκει ορφανή στους Αέρηδες. Το δέντρο χάθηκε, αλλά η φράση έμεινε για να μας θυμίζει πως κάποτε, στη σκιά ενός πλατάνου, η ζωή και ο θάνατος της παλιάς Αθήνας παίζονταν σε μια θηλιά.
ΤΑ ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΚΑ
Οι φυλακές του Μεδρεσέ και ο διαβόητος πλάτανος αποτέλεσαν την «κοιτίδα» των πρώτων ρεμπέτικων, των λεγόμενων μουρμούρικων. Οι κρατούμενοι, οι «μουρμούρηδες», τραγουδούσαν με χαμηλή φωνή (μουρμουριστά) για να μην τους ακούν οι δεσμοφύλακες, συνοδεύοντας τους καημούς τους με αυτοσχέδιους μπαγλαμάδες που έφτιαχναν από κολοκύθες ή ξύλο μέσα στα κελιά.
Τα τραγούδια που συνδέονται άμεσα με τον Μεδρεσέ και τον πλάτανο είναι:
1. «Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο»
Αυτό είναι το πιο εμβληματικό τραγούδι για το θέμα. Η πιο γνωστή ηχογράφηση είναι του 1927 από τον Αγαθοκλή Μούσκα (ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη). Οι στίχοι του περιγράφουν την επιθυμία του κατάδικου να πεθάνει εκεί, στον πλάτανο, αντί για το μνήμα:
«Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο, 'κεί θα πάω για να πεθάνω, συντροφιά θέλω να της κάνω... δεν θέλω μες στο μνήμα μου δέντρα για να ανθίσουν, μάιδε και μάτια για να δακρύσουν.»
2. «Του Μεντρεσέ τα σίδερα» (ή «Βγάλε με μάγκα»)
Ένα κλασικό «φυλακίσιο» τραγούδι που αναφέρεται στα βαριά σίδερα της συγκεκριμένης φυλακής και την απελπισία του κρατούμενου που ζητά από τον «μάγκα» (τον Θεό ή κάποιον ισχυρό φίλο) να τον βγάλει έξω.
3. «Χαιρέτα μου τον Πλάτανο»
Αν και η φράση έγινε τίτλος σε πολλά νεότερα τραγούδια (και τηλεοπτικές σειρές), στον κόσμο του ρεμπέτικου επιβίωσε ως στίχος σε διάφορα μουρμούρικα, υποδηλώνοντας το τέλος της ελπίδας ή τον αποχαιρετισμό στην ελευθερία.
4. «Αντιλαλούν οι φυλακές»
Αν και το πασίγνωστο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη ή του Σπύρου Ζαγοραίου δεν κατονομάζει πάντα τον Μεδρεσέ, η ατμόσφαιρά του (ο ήχος του μπαγλαμά που «αντιλαλεί» στους τοίχους) είναι η ζωντανή κληρονομιά των όσων γεννήθηκαν κάτω από τον πλάτανο της Πλάκας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου