Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα παραμύθια παγκοσμίως, όμως η εικόνα που έχουμε σήμερα από τον ΝΤΙΣΝΕΪ ή τον ΠΕΡΟ απέχει πολύ από τον αρχέγονο πυρήνα της ιστορίας. Η λαογραφική έρευνα αποδεικνύει ότι το παραμύθι έχει βαθιές ανατολικές ρίζες, με την πρώτη καταγραφή να εντοπίζεται στην ΚΙΝΑ τον 9ο αιώνα μ.Χ. (Ye Xian), ενώ το μοτίβο του χαμένου παπουτσιού εμφανίζεται ήδη από τον ΣΤΡΑΒΩΝΑ στην ιστορία της ΡΟΔΩΠΙΔΑΣ στην Αίγυπτο. Το παραμύθι φαίνεται πως
πέρασε στη Δύση μέσα από τον ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ και τα Βαλκάνια, πολύ πριν από την έλευση των Τούρκων στη Μικρά Ασία.
ΤΟ ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΦΑΓΙΑΣ
Στην αυθεντική ελληνική λαϊκή παράδοση, η ιστορία είναι πολύ πιο σκοτεινή και "άγρια". Σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές εκδοχές, στην Ελλάδα δεν υπάρχει η κακιά μητριά, αλλά η ΜΗΤΕΡΑ με τις τρεις κόρες της. Σε πολλές παραλλαγές (όπως αυτή που κατέγραψε ο Zuccarini στα Σάλωνα το 1832), οι δύο μεγαλύτερες αδελφές σφάζουν και τρώνε τη μητέρα τους, είτε λόγω πείνας είτε ως αποτέλεσμα ενός μακάβριου στοιχήματος στο γνέσιμο. Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ, η μικρότερη κόρη, αρνείται να συμμετάσχει στη μητροφαγία. Μαζεύει τα κόκαλα της μητέρας της, τα θάβει και τελεί όλες τις ταφικές τελετουργίες. Η ανταμοιβή της έρχεται από τον τάφο (ή από το δέντρο που φυτρώνει εκεί), όπου η νεκρή μάνα, σε μια μορφή μετεμψύχωσης, της προσφέρει τα χρυσά φορέματα και τη βοήθεια που χρειάζεται.
Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ
Το στοιχείο της στάχτης, που δίνει και το όνομα στην ηρωίδα, φαίνεται πως πρωτοεμφανίστηκε στον ελληνικό χώρο. Η στάχτη συμβολίζει την ταπείνωση, το πένθος και την απομόνωση. Η ηρωίδα, ρακένδυτη και καταφρονημένη, κάθεται δίπλα στην εστία (το σταχτολόγο), δημιουργώντας μια έντονη αντίθεση με τη μετέπειτα μεγαλειώδη μεταμόρφωσή της. Αυτό το μοτίβο του «πενθούντος ορφανού» συνδέεται άμεσα με πανάρχαιες δοξασίες για τη λατρεία των νεκρών και την ιερότητα της οικιακής εστίας.
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΣΤΗΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
Η πιο σημαντική προσφορά της έρευνας του SPIRIDIONE αφορά την ετυμολογία της λέξης ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ. Τα σύγχρονα λεξικά (Μπαμπινιώτη, Τριανταφυλλίδη) ισχυρίζονται λανθασμένα ότι πρόκειται για δάνειο από το γερμανικό ASCHENPUTTEL. Ωστόσο, η λέξη ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΤΑ (και ο αρσενικός τύπος ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΤΗΣ) εντοπίζεται στο ελληνοϊταλικό λεξικό του ΣΟΜΑΒΕΡΑ ήδη από το 1709, δηλαδή έναν αιώνα πριν από τους αδελφούς ΓΚΡΙΜ.
Η λέξη δεν είναι λόγιο δάνειο, αλλά λαϊκή δημιουργία. Υπάρχουν τρεις πιθανές εκδοχές για την προέλευσή της:
Από τη λέξη «πουτί»: (μεσαιωνική λέξη για το κορίτσι ή το αιδοίο), ως μειωτικό παρωνύμιο που της έδωσαν οι αδελφές της (αντίστοιχο με το γαλλικό Cucendron).
Από το ιταλικό «putta»: που σημαίνει κορίτσι.
Από τη «σταχτόπιτα»: (το ψωμί που ψήνεται στη χόβολη). Η διαδρομή ΣΤΑΧΤΟΠΙΤΑ > ΣΤΑΧΤΟΠΙΤΟΥ > ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ υποδηλώνει την κοπέλα που είναι υπεύθυνη για το ψήσιμο στη στάχτη και άρα είναι πάντα λερωμένη από αυτήν.
ΟΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
Πριν επικρατήσει πανελλήνια το όνομα ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ, ο ελληνισμός χρησιμοποιούσε δεκάδες τοπικές ονομασίες, οι οποίες μαρτυρούν τον πλούτο της παράδοσης:
ΣΤΑΧΤΟΠΕΠΕΛΗ: Στη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.
ΑΘΟΠΟΥΤΑΚΙ & ΑΘΟΚΟΥΤΑΛΑ: Στην Κρήτη (από το ιδιωματικό άθος = στάχτη).
ΣΑΧΤΑΡΙΤΣΑ: Στον Πόντο.
ΑΧΥΛΟΠΟΥΤΤΟΥΡΑ: Στη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.
ΣΑΜΑΤΟΚΟΥΤΣΟΥΛΟΥ: Στην Ήπειρο.
ΣΤΑΧΤΟΜΑΡΩ: Σε Στερεά Ελλάδα, Επτάνησα και Πελοπόννησο.
Συμπερασματικά, η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ είναι ένα βαθύτατα ελληνικό και ανατολικό δημιούργημα που επιβίωσε μέσα στους αιώνες, κουβαλώντας μνήμες από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, πολύ πριν τυποποιηθεί από τη δυτική λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.
Η ιστορία της Ροδώπιδας, η οποία θεωρείται η αρχαιότερη μορφή της Σταχτοπούτας, καταγράφηκε για πρώτη φορά από τον αρχαίο Έλληνα γεωγράφο και ιστορικό Στράβωνα (περ. 64 π.Χ. – 24 μ.Χ.) στο έργο του «Γεωγραφικά» (Βιβλίο 17, 1.33).
Η ιστορία κατά τον Στράβωνα:
Σύμφωνα με την αφήγησή του, η Ροδώπις ήταν μια Ελληνίδα εταίρα που ζούσε στην πόλη Ναύκρατι της Αιγύπτου. Μια μέρα, ενώ λουζόταν, ένας αετός άρπαξε το ένα από τα σανδάλια της από τα χέρια της θεραπαινίδας της, πέταξε πάνω από τη Μέμφιδα και το έριξε στην ποδιά του Φαραώ, ο οποίος εκείνη την ώρα δίκαζε στο ύπαιθρο.
Ο Φαραώ, εντυπωσιασμένος από το σχήμα του σανδαλιού και το παράξενο του γεγονότος, διέταξε να βρεθεί η γυναίκα στην οποία ανήκε. Όταν τη βρήκαν στη Ναύκρατι, την έφεραν μπροστά του και εκείνος την παντρεύτηκε, κάνοντάς την βασίλισσα.
Άλλες αναφορές:
Ηρόδοτος: Αναφέρεται επίσης στη Ροδώπιδα στο έργο του «Ιστορίαι» (Βιβλίο 2), περιγράφοντάς την ως μια Θρακιώτισσα σκλάβα που απελευθερώθηκε από τον αδελφό της ποιήτριας Σαπφώς, τον Χάραξο, στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος όμως εστιάζει περισσότερο στην ιστορική της ύπαρξη και λιγότερο στο μυθικό στοιχείο με το σανδάλι.
Αιλιανός: Ο Κλαύδιος Αιλιανός στο έργο του «Ποικίλη Ιστορία» (13.33) επαναλαμβάνει την εκδοχή του Στράβωνα, προσθέτοντας το όνομα του βασιλιά (Ψαμμήτιχος).
Αυτή η αρχαία ελληνική διήγηση είναι η πρώτη που εισάγει το μοτίβο του «χαμένου παπουτσιού» και της «αναζήτησης της ιδιοκτήτριας», το οποίο έγινε ο πυρήνας της Σταχτοπούτας που γνωρίζουμε σήμερα.
ακολουθούν τα αυθεντικά αρχαία ελληνικά κείμενα από τον Στράβωνα και τον Ηρόδοτο, που αποτελούν τις πρώτες ιστορικές αναφορές στη Ροδώπιδα, μαζί με τη μετάφρασή τους:
1. Στράβων: «Γεωγραφικά» (17.1.33)
Αυτό είναι το κείμενο που περιγράφει το επεισόδιο με τον αετό και το σανδάλι, θεμελιώνοντας τον μύθο της Σταχτοπούτας.
Αρχαίο Κείμενο:
«Μυθεύουσι δ' ὅτι λουομένης αὐτῆς ἀετὸς ἁρπάσειεν αὐτῆς τῶν ὑποδημάτων θάτερον παρὰ τῆς θεραπαίνης, κομίσειε δ' εἰς Μέμφιν, καὶ τοῦ βασιλέως δικαιοδοτοῦντος ἐν ὑπαίθρῳ καθήμενον ὑπὲρ κεφαλῆς γενόμενος ῥίψειε τὸ ὑπόδημα εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ· ὁ δ' ὑπό τε τοῦ ῥυθμοῦ τοῦ ὑποδήματος καὶ τῆς παραδοξότητος κινηθεὶς περιπέμψειεν εἰς τὴν χώραν ζητήσοντας τὴν φοροῦσαν τὸ ὑπόδημα γυναῖκα· εὑρεθεῖσαν δὲ ἐν τῇ Ναυκράτει κομισθεῖσαν εἰς Μέμφιν γυναῖκα γένεσθαι τοῦ βασιλέως.»
Μετάφραση:
«Διηγούνται τον εξής μύθο: ότι ενώ εκείνη λουζόταν, ένας αετός άρπαξε ένα από τα σανδάλια της από τα χέρια της υπηρέτριάς της, το μετέφερε στη Μέμφιδα και, ενώ ο βασιλιάς καθόταν στο ύπαιθρο και απέδιδε δικαιοσύνη, ο αετός πέταξε πάνω από το κεφάλι του και έρριξε το σανδάλι στην ποδιά του. Εκείνος, εντυπωσιασμένος τόσο από το σχήμα (τον ρυθμό) του σανδαλιού όσο και από το παράδοξο γεγονός, έστειλε ανθρώπους σε όλη τη χώρα να αναζητήσουν τη γυναίκα που φορούσε το σανδάλι. Όταν τη βρήκαν στη Ναύκρατι, την έφεραν στη Μέμφιδα και έγινε σύζυγος του βασιλιά.»
2. Ηρόδοτος: «Ιστορίαι» (2.135)
Ο Ηρόδοτος επικεντρώνεται στην ιστορική υπόσταση της Ροδώπιδας και τη σχέση της με τη Σαπφώ.
Αρχαίο Κείμενο:
«Ῥοδῶπις δὲ ἐς Αἴγυπτον ἀπίκετο Ξάνθεω τοῦ Σαμίου κομίσαντος, ἀπικομένη δὲ κατ’ ἐργασίην ἐλύθη χρημάτων μεγάλων ὑπὸ ἀνδρὸς Μυτιληναίου Χαράξου τοῦ Σκαμανδρωνύμου παιδός, ἀδελφεοῦ δὲ Σαπφοῦς τῆς μουσοποιοῦ. [...] Ῥοδῶπις δὲ οὕτω κλεινὴ ἐγένετο ὡς καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες Ῥοδώπιος τὸ οὔνομα ἐξέμαθον.»
Μετάφραση:
«Η Ροδώπις έφτασε στην Αίγυπτο μεταφερόμενη από τον Ξάνθη τον Σάμιο· αφού έφτασε εκεί για να εργαστεί, εξαγοράστηκε με ένα μεγάλο ποσό από έναν άνδρα από τη Μυτιλήνη, τον Χάραξο, γιο του Σκαμανδρώνυμου και αδελφό της ποιήτριας Σαπφώς. [...] Η Ροδώπις έγινε τόσο ονομαστή, ώστε όλοι οι Έλληνες έμαθαν το όνομά της.»
Σχόλιο:
Ενώ ο Ηρόδοτος προσπαθεί να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια (μάλιστα διαφωνεί με όσους έλεγαν ότι η Ροδώπις έχτισε την τρίτη πυραμίδα), ο Στράβων είναι εκείνος που διασώζει το «παραμυθικό» κομμάτι που συνδέει τη Ροδώπιδα με την παγκόσμια ιστορία της Σταχτοπούτας.
Η Ιταλική εκδοχή (La Gatta Cenerentola), είναι η πρώτη επίσημη καταγραφή στην Ευρώπη (1634)
Η ΓΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ (ZEZOLLA)
ΤΟΥ GIAMBATTISTA BASILE

Ζούσε κάποτε ένας χήρος πρίγκιπας, που είχε μια μοναχοκόρη, τη Ζεζόλα, την οποία αγαπούσε περισσότερο από τα μάτια του. Για την ανατροφή της είχε προσλάβει μια δασκάλα, μια γυναίκα που φαινόταν γεμάτη καλοσύνη και στοργή. Η Ζεζόλα την υπεραγαπούσε, όμως ένιωθε βαθιά δυστυχισμένη, γιατί ο πατέρας της είχε ξαναπαντρευτεί μια γυναίκα κακιά, ζηλιάρα και σκληρή, που έκανε τη ζωή της κοπέλας μαρτύριο.
Κάθε μέρα η Ζεζόλα πήγαινε στη δασκάλα της και έκλαιγε: — «Ω, καλή μου δασκάλα, αν ήσουν εσύ η μητέρα μου! Εσύ που με χαϊδεύεις και μου μιλάς γλυκά, ενώ εκείνη η κακιά γυναίκα με μισεί χωρίς λόγο!»
Η δασκάλα, ακούγοντας τα παράπονα, άρχισε να υφαίνει ένα σκοτεινό σχέδιο. Μια μέρα της είπε: — «Άκουσε, Ζεζόλα. Αν θέλεις να γλιτώσεις, πρέπει να δράσεις. Ζήτησε από τη μητριά σου ένα παλιό φόρεμα που είναι κλεισμένο στο μεγάλο κασελάκι. Καθώς εκείνη θα σκύβει για να το βγάλει, άφησε το βαρύ καπάκι να πέσει με δύναμη στον λαιμό της. Μόλις ελευθερωθείς, πες στον πατέρα σου πως θέλεις εμένα για γυναίκα του.»
Η Ζεζόλα, τυφλωμένη από την απελπισία, έκανε ακριβώς αυτό. Με ένα χτύπημα, η κακιά μητριά πέθανε. Στη συνέχεια, με παρακλήσεις και δάκρυα, έπεισε τον πατέρα της να παντρευτεί τη δασκάλα. Ο γάμος έγινε με μεγάλες τιμές.
Όμως, την ημέρα του γάμου, η νέα μητριά αποκάλυψε το αληθινό της πρόσωπο. Είχε έξι δικές της κόρες, τις οποίες κρατούσε κρυμμένες ως τότε! Μόλις μπήκε στο παλάτι, έπεισε τον πρίγκιπα πως οι δικές της κόρες ήταν ανώτερες. Η Ζεζόλα διώχτηκε από το δωμάτιό της, την έβαλαν να φοράει κουρέλια και να δουλεύει στην κουζίνα. Την ονόμασαν «Γάτα της Στάχτης», γιατί κοιμόταν δίπλα στη γωνιά του τζακιού για να ζεσταθεί.
Κάποια μέρα, ο πατέρας της έπρεπε να ταξιδέψει στη Σαρδηνία. Ρώτησε τις έξι θετές κόρες του τι δώρα ήθελαν και εκείνες ζήτησαν φορέματα, καθρέφτες και κοσμήματα. Τελευταία ρώτησε τη Ζεζόλα: — «Και εσύ, τι θέλεις;» — «Πατέρα, πήγαινε στη Σπηλιά των Νεράιδων και ζήτησε να μου στείλουν κάτι. Αν το ξεχάσεις, εύχομαι το πλοίο σου να μην μπορεί να προχωρήσει ούτε σπιθαμή!»
Ο πρίγκιπας αγόρασε τα δώρα για τις έξι αδελφές, αλλά ξέχασε την υπόσχεση στη Ζεζόλα. Όταν επιχείρησε να επιστρέψει, ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα και το πλοίο κόλλησε στο λιμάνι. Τότε θυμήθηκε τα λόγια της κόρης του. Πήγε στη σπηλιά και μια νεράιδα του έδωσε μια μικρή χουρμαδιά, ένα χρυσό φτυαράκι και μια χρυσή κανάτα.
Όταν επέστρεψε, η Ζεζόλα φύτεψε τη χουρμαδιά σε μια γλάστρα. Την πότιζε τέσσερις φορές τη μέρα με την κανάτα και την σκάλιζε με το φτυαράκι. Σε λίγο καιρό, το δέντρο μεγάλωσε και μια νεράιδα βγήκε μέσα από τα κλαδιά λέγοντάς της: — «Ό,τι επιθυμήσεις, ζήτα το από το δέντρο.»
Όταν ήρθε η μέρα της μεγάλης γιορτής του Βασιλιά, οι έξι αδελφές στολίστηκαν και έφυγαν περιφρονητικά. Η Ζεζόλα έτρεξε στη χουρμαδιά και είπε: — «Χουρμαδιά μου χρυσή, με το φτυαράκι το χρυσό, βγάλε ρούχα λαμπερά για να πάω στον χορό!»
Αμέσως εμφανίστηκε ένα φόρεμα από χρυσό και ασήμι και μια άμαξα με δώδεκα άλογα. Στον χορό, η ομορφιά της ήταν τέτοια που ο Βασιλιάς την ερωτεύτηκε παράφορα. Διέταξε τον υπηρέτη του να την ακολουθήσει κρυφά για να μάθει ποια είναι. Όμως η Ζεζόλα έριξε στον δρόμο χρυσά νομίσματα, και ο υπηρέτης, σταματώντας να τα μαζέψει, την έχασε.
Το ίδιο έγινε και τη δεύτερη νύχτα. Η Ζεζόλα εμφανίστηκε ακόμα πιο λαμπρή, και αυτή τη φορά έριξε μαργαριτάρια για να ξεφύγει από τον διώκτη της.
Την τρίτη νύχτα, ο Βασιλιάς είπε στον υπηρέτη: — «Αν την χάσεις ξανά, θα σε κρεμάσω!» Καθώς η Ζεζόλα έφευγε βιαστικά με την άμαξα, ο υπηρέτης την πλησίασε τόσο κοντά που η κοπέλα, στην ταραχή της, έχασε το ένα της pianella (ένα παπούτσι με ψηλό πάτο από φελλό). Ο υπηρέτης το πήγε στον Βασιλιά.
Ο Βασιλιάς εξέδωσε διάταγμα: όλες οι γυναίκες του βασιλείου έπρεπε να εμφανιστούν σε ένα συμπόσιο για να δοκιμάσουν το παπούτσι. Ήρθαν όλες, από τις αρχόντισσες μέχρι τις χωρικές. Οι έξι αδελφές δοκίμασαν, αλλά το πόδι τους ήταν πολύ μεγάλο. — «Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα στο σπίτι σας;» ρώτησε ο Βασιλιάς τον πρίγκιπα. — «Μόνο μια ταπεινή κοπέλα που κάθεται στις στάχτες», απάντησε εκείνος.
Μόλις η Ζεζόλα πλησίασε, το παπούτσι «πέταξε» μόνο του από το χέρι του Βασιλιά και εφαρμόστηκε τέλεια στο πόδι της, σαν μαγνήτης. Ο Βασιλιάς την πήρε αγκαλιά και την ονόμασε βασίλισσά του. Οι έξι αδελφές, γεμάτες φθόνο και ντροπή, έφυγαν κρυφά για το σπίτι τους, καταλαβαίνοντας πως η τύχη της «Γάτας της Στάχτης» είχε πλέον αλλάξει για πάντα.

Η κινεζική ιστορία της Γε-Σιάν, χρησιμοποιώντας από τη συλλογή Youyang Zazu του 9ου αιώνα
ΓΕ-ΣΙΑΝ: Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Πριν από τη δυναστεία των Τσιν και των Χαν, υπήρχε ένας αρχηγός μιας φυλής στην περιοχή των σπηλαίων που ονομαζόταν Γου. Οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν «Αρχηγό του Σπηλαίου Γου». Είχε δύο γυναίκες. Η πρώτη γυναίκα του χάρισε μια κόρη, τη Γε-Σιάν, η οποία από μικρή ήταν εξαιρετικά προικισμένη, ικανή στο κέντημα και στις τέχνες, και ο πατέρας της την αγαπούσε υπερβολικά. Όταν όμως και οι δύο γονείς της πέθαναν, η Γε-Σιάν έμεινε υπό την κηδεμονία της δεύτερης γυναίκας, της μητριάς της, η οποία την αντιπαθούσε για την ομορφιά και τις ικανότητές της.
Η μητριά την ανάγκαζε καθημερινά να συλλέγει καυσόξυλα σε επικίνδυνα, απόκρημνα βουνά και να αντλεί νερό από πηγάδια τόσο βαθιά και απότομα που η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή.
Το Μαγικό Ψάρι
Μια μέρα, ενώ η Γε-Σιάν αντλούσε νερό, βρήκε ένα μικρό ψάρι με κόκκινα πτερύγια και χρυσά μάτια. Το πήρε μαζί της και το έβαλε σε μια λεκάνη με νερό. Το ψάρι μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Η Γε-Σιάν το άλλαξε δοχείο πολλές φορές, αλλά τελικά έγινε τόσο μεγάλο που δεν χωρούσε πουθενά. Τότε, το άφησε στη λίμνη πίσω από το σπίτι.
Κάθε φορά που η Γε-Σιάν πλησίαζε την όχθη, το ψάρι – που πλέον είχε φτάσει τα δέκα πόδια σε μήκος – έβγαζε το κεφάλι του από το νερό και ακουμπούσε το σώμα του στην αγκαλιά της. Για όλους τους άλλους ανθρώπους, το ψάρι παρέμενε κρυμμένο στον βυθό.
Η Προδοσία της Μητριάς
Η μητριά έμαθε για το ψάρι και αποφάσισε να το σκοτώσει. Είπε στη Γε-Σιάν με δόλιο ύφος: — «Κουράστηκες πολύ, παιδί μου. Σου έφτιαξα ένα καινούργιο φόρεμα. Βγάλε τα παλιά σου κουρέλια και φόρεσέ το.» Στη συνέχεια, την έστειλε σε ένα μακρινό πηγάδι να φέρει νερό. Μόλις η κοπέλα έφυγε, η μητριά φόρεσε τα παλιά ρούχα της Γε-Σιάν, έκρυψε ένα κοφτερό μαχαίρι στο μανίκι της και πήγε στη λίμνη. Το ψάρι, νομίζοντας πως είναι η φίλη του, βγήκε στην επιφάνεια. Η μητριά το σκότωσε ακαριαία, το μαγείρεψε, έφαγε τη σάρκα του που ήταν πιο νόστιμη από κάθε άλλο ψάρι, και έθαψε τα κόκαλα κάτω από έναν σωρό κοπριάς.
Ο Ουράνιος Άνθρωπος
Όταν η Γε-Σιάν επέστρεψε και δεν βρήκε το ψάρι της, ξέσπασε σε λυγμούς στην άκρη της λίμνης. Ξαφνικά, ένας άνθρωπος με λυτά μαλλιά και τραχιά ρούχα κατέβηκε από τον ουρανό. — «Μην κλαις», της είπε. «Η μητριά σου σκότωσε το ψάρι. Τα κόκαλά του είναι θαμμένα κάτω από την κοπριά. Πάρε τα και κρύψε τα στο δωμάτιό σου μέσα σε τέσσερις γλάστρες. Προσευχήσου σε αυτά για ό,τι επιθυμείς και το ψάρι θα σου το προσφέρει.»
Η Γε-Σιάν ακολούθησε τις οδηγίες. Από εκείνη τη μέρα, όποτε χρειαζόταν φαγητό, κοσμήματα ή ρούχα, τα κόκαλα του ψαριού τα εμφάνιζαν αμέσως.
Η Γιορτή του Σπηλαίου
Όταν ήρθε η ετήσια γιορτή των σπηλαίων, η μητριά πήρε τη δική της κόρη και έφυγαν φορώντας τα καλά τους, αφήνοντας τη Γε-Σιάν να φυλάει τους κήπους. Μόλις χάθηκαν από τα μάτια της, η Γε-Σιάν προσευχήθηκε στα κόκαλα. Αμέσως βρέθηκε ντυμένη με ένα ένδυμα υφασμένο από φτερά αλκυόνης, που έλαμπε σαν τον ουρανό, και χρυσά παπούτσια που δεν έκαναν κανέναν θόρυβο όταν περπατούσε.
Στη γιορτή, η ομορφιά της προκάλεσε δέος. Όμως, η κόρη της μητριάς την κοίταξε επίμονα και ψιθύρισε στη μάνα της: — «Μητέρα, αυτή η κοπέλα μοιάζει τρομακτικά στη Γε-Σιάν.» Η Γε-Σιάν φοβήθηκε, έτρεξε να φύγει και μέσα στη βιασύνη της έχασε το ένα χρυσό της παπούτσι. Το παπούτσι το βρήκε ένας άνδρας από τη φυλή Το-Χαν, ο οποίος το πήρε στον Βασιλιά του, που κυβερνούσε δεκάδες νησιά.
Η Αναζήτηση του Βασιλιά
Ο Βασιλιάς έμεινε έκπληκτος. Το παπούτσι ήταν χρυσό, αλλά ελαφρύ σαν σύννεφο. Ακόμα και όταν το χτυπούσες πάνω σε πέτρα, δεν έβγαζε ήχο. Διέταξε όλες τις γυναίκες του βασιλείου να το δοκιμάσουν, αλλά ήταν τόσο μικροσκοπικό (μόλις λίγες ίντσες) που κανένα πόδι δεν χωρούσε.
Ο Βασιλιάς πίστεψε πως ο άνδρας που του το έφερε το είχε κλέψει και τον φυλάκισε. Όμως το παπούτσι είχε μια μαγική ιδιότητα: αν το άφηνες κάπου, έμοιαζε να λάμπει από μόνο του. Τελικά, ο Βασιλιάς αποφάσισε να ψάξει σε κάθε σπίτι της περιοχής όπου βρέθηκε το παπούτσι.
Όταν έφτασαν στο σπίτι της Γε-Σιάν, εκείνη το δοκίμασε και ταίριαξε απόλυτα. Τότε, έβγαλε το άλλο παπούτσι και φόρεσε το φόρεμα από φτερά αλκυόνης. Ήταν τόσο όμορφη που ο Βασιλιάς γονάτισε μπροστά της.
Το Τέλος
Ο Βασιλιάς πήρε τη Γε-Σιάν και τα κόκαλα του ψαριού στο βασίλειό του και την έκανε Πρώτη Βασίλισσα. Η μητριά και η κόρη της παρέμειναν στο σπήλαιο, αλλά σύντομα σκοτώθηκαν από μια βροχή από πέτρες που έπεσε από τον ουρανό. Οι ντόπιοι, λυπημένοι, τις έθαψαν σε έναν τάφο που ονόμασαν «Ο Τάφος των Μετανιωμένων Γυναικών».
Ο Βασιλιάς, όταν αργότερα έγινε άπληστος και ζήτησε από τα κόκαλα αμέτρητους θησαυρούς, εκείνα έπαψαν να του απαντούν. Τότε, τα έθαψε στην ακτή μαζί με εκατό μαργαριτάρια. Λέγεται πως χρόνια μετά, όταν ξέσπασε μια εξέγερση στρατιωτών, οι στρατιώτες προσπάθησαν να σκάψουν τον τάφο για να κλέψουν τους θησαυρούς, αλλά η παλίρροια ανέβηκε ξαφνικά και τους παρέσυρε όλους στη θάλασσα.
ΡΑΣΙΝΚΟΤΙ: Η ΣΚΩΤΣΕΖΙΚΗ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ
Ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που είχαν μια πανέμορφη κόρη. Όσο η βασίλισσα ήταν ζωντανή, η κοπέλα είχε ό,τι επιθυμούσε. Όμως η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και πριν πεθάνει είπε στον άνδρα της: — «Υποσχέσου μου πως δεν θα ξαναπαντρευτείς, παρά μόνο αν βρεις μια γυναίκα που να μου μοιάζει απόλυτα.»
Πέρασε ο καιρός και ο βασιλιάς, θέλοντας να ξαναπαντρευτεί, βρήκε μια γυναίκα που φαινόταν καλή, αλλά είχε μια δική της κόρη, άσχημη και κακιά. Μόλις έγινε ο γάμος, η νέα βασίλισσα άρχισε να μισεί την πριγκίπισσα. Την έδιωξε από το παλάτι, την έντυσε με ένα παλτό φτιαγμένο από ξερά βούρλα (Rashin-Coatie) και την έστελνε κάθε μέρα στα χωράφια να φυλάει τα πρόβατα, δίνοντάς της μόνο μια σκληρή κρούστα ψωμιού και λίγο νερό.
Η Κόκκινη Αγελάδα
Η Ρασινκότι είχε μοναδική φίλη μια μικρή κόκκινη αγελάδα. Μια μέρα που η κοπέλα έκλαιγε από την πείνα, η αγελάδα της μίλησε: — «Μην κλαις, Ρασινκότι. Πες μου: "Μικρή κόκκινη αγελάδα, βγάλε το ένα σου κέρατο και δώσε μου να φάω, βγάλε το άλλο και δώσε μου να πιω".» Μόλις η κοπέλα είπε τα λόγια, εμφανίστηκαν τα πιο εκλεκτά φαγητά. Η Ρασινκότι άρχισε να ομορφαίνει και να δυναμώνει, παρόλο που η μητριά της την άφηνε νηστική.
Η μητριά, υποψιασμένη, έστειλε τη δική της κόρη, που είχε τρία μάτια, να την παρακολουθήσει. Η Ρασινκότι της τραγούδησε ένα νανούρισμα: — «Κλείσε το ένα μάτι, κλείσε το άλλο μάτι...» Όμως ξέχασε το τρίτο μάτι! Η αδελφή της είδε την αγελάδα να την ταΐζει και το μαρτύρησε στη μητέρα της. Η βασίλισσα διέταξε αμέσως να σφάξουν την αγελάδα.
Η Ρασινκότι έτρεξε κλαίγοντας στην αγελάδα, κι εκείνη της είπε την τελευταία της οδηγία: — «Μην φας ούτε μπουκιά από το κρέας μου. Μάζεψε όλα μου τα κόκαλα και θάψε τα κάτω από τη μεγάλη πέτρα στο κατώφλι του σπιτιού. Όταν θα με χρειαστείς, έλα εκεί.»
Οι Τρεις Μέρες στην Εκκλησία
Ήρθε η μέρα των Χριστουγέννων (σε άλλες παραλλαγές είναι η Κυριακή). Η μητριά και η κόρη της ντύθηκαν με μεταξωτά και έφυγαν για την εκκλησία, διατάζοντας τη Ρασινκότι να μείνει πίσω και να μαγειρέψει το δείπνο: — «Αν δεν είναι έτοιμο το φαγητό όταν γυρίσουμε, θα σε δείρω αλύπητα!»
Η Ρασινκότι έτρεξε στην πέτρα και φώναξε την αγελάδα. Αμέσως, ένα μικρό ξωτικό (ή μια νεράιδα) εμφανίστηκε και της έδωσε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν τον ήλιο και παπούτσια από καθαρό ασήμι. — «Πήγαινε στην εκκλησία», της είπε το ξωτικό, «και μην ανησυχείς. Οι στάχτες θα μαγειρέψουν μόνες τους και η σκούπα θα σκουπίσει το σπίτι.»
Όταν η Ρασινκότι μπήκε στην εκκλησία, όλοι σταμάτησαν να ψάλλουν. Ο Πρίγκιπας, που ήταν εκεί, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Όταν τελείωσε η λειτουργία, η κοπέλα έφυγε τρέχοντας και χάθηκε στο δάσος. Το ίδιο έγινε και τη δεύτερη μέρα, όπου φορούσε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν το φεγγάρι.
Την τρίτη μέρα, φορούσε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν τα αστέρια. Ο Πρίγκιπας, αποφασισμένος να μην την χάσει, διέταξε να αλείψουν το κατώφλι της εκκλησίας με πίσσα. Καθώς η Ρασινκότι έφευγε, το ένα της ασημένιο παπούτσι κόλλησε και έμεινε πίσω.
Η Δοκιμασία και το Αίμα
Ο Πρίγκιπας ανακοίνωσε πως θα παντρευτεί μόνο εκείνη που το πόδι της θα χωρούσε στο ασημένιο παπούτσι. Όταν έφτασε στο παλάτι του πατέρα της Ρασινκότι, η κακιά αδελφή προσπάθησε να το φορέσει. Επειδή το πόδι της ήταν τεράστιο, η μητέρα της έκοψε τα δάχτυλα του ποδιού της για να χωρέσει.
Ο Πρίγκιπας την πήρε πάνω στο άλογό του για να πάνε στον γάμο. Καθώς περνούσαν από ένα δέντρο, ένα μικρό πουλί άρχισε να κελαηδά: — «Nippit foot and clippit foot (Κομμένο πόδι και ψαλιδισμένο πόδι), πίσω από τον Πρίγκιπα κάθεται το αίμα, ενώ το όμορφο κορίτσι με το ασημένιο παπούτσι περιμένει ακόμα!»
Ο Πρίγκιπας κοίταξε κάτω, είδε το αίμα να τρέχει και κατάλαβε την απάτη. Γύρισε πίσω και ρώτησε αν υπήρχε άλλη κοπέλα. Η μητριά είπε πως υπήρχε μόνο η «βρώμικη Ρασινκότι». Μόλις η κοπέλα φόρεσε το παπούτσι, εκείνο κλείδωσε στο πόδι της σαν να είχε γεννηθεί μαζί του. Τα βούρλα έπεσαν και φάνηκε το αστραφτερό της φόρεμα.
Ο Πρίγκιπας την παντρεύτηκε με μεγάλες τιμές, και λένε πως έζησαν ευτυχισμένοι, ενώ η μητριά και η κόρη της εξορίστηκαν για πάντα από το βασίλειο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου