Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Η πνευματική καθίζηση



Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από τους νέους που επιλέγουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα έχει φέρει στην επιφάνεια μια βαθιά και επώδυνη αντίθεση. Από τη μια πλευρά, ορισμένοι εκπρόσωποι της μεγαλύτερης ηλικιακής γενιάς –αυτής που διαμόρφωσε τα πράγματα τις τελευταίες δεκαετίες– σπεύδουν να

αποκαλέσουν τους φεύγοντες «λιποτάκτες». Τους κατηγορούν επειδή, δήθεν, αρνούνται να μείνουν πίσω και να «καθαρίσουν τα σκουπίδια». Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι αμείλικτη: τα «σκουπίδια» αυτά δεν είναι παρά τα συντρίμμια ενός πελατειακού και αναποτελικού κρατικού μηχανισμού, τα προϊόντα μιας μακροχρόνιας πορείας όπου το ατομικό συμφέρον, η αδιαφορία και η ψηφοθηρική ευκολία υπερίσχυσαν του κοινού καλού.

Αυτοί που σήμερα εγκαλούν τους νέους είναι συχνά οι ίδιοι που με την ψήφο και την ανοχή τους διέλυσαν τους θεσμούς, υποβάθμισαν το κράτος δικαίου, εξαφάνισαν την αξιοκρατία και αλλοίωσαν την καλαισθησία και την ομορφιά του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα ναυάγια, δεσπόζει το μεγαλύτερο έγκλημα: η απαξίωση της παιδείας.

Μια παιδεία κομμένη και ραμμένη στον φόβο και τον δογματισμό

Η ελληνική εκπαίδευση, εδώ και δεκαετίες, έχει απομακρυνθεί από την ουσιαστική επαφή με τη φύση, την επιστήμη και την αληθινή γνώση, μετατρεπόμενη σε έναν μηχανισμό αναπαραγωγής της άγνοιας. Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπου το όνομα του Δαρβίνου αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αιρετικό και όπου η ποικιλομορφία δαιμονοποιείται προς χάρη μιας «νεκρής ομοιομορφίας», η κριτική σκέψη θεωρείται απειλή.

Ευτυχώς, βέβαια, για τους πολέμιους της προόδου, η πρωινή προσευχή και οι εξωτερικοί τύποι παραμένουν ακλόνητοι. Αυτό που πραγματικά ενδιέφερε (και ενδιαφέρει) τους περισσότερους δεν είναι η πνευματική απελευθέρωση των παιδιών τους, αλλά η δημιουργία αντιγράφων του εαυτού τους: νέων ανθρώπων που θα πορεύονται αποκλειστικά με τις προκαταλήψεις, τις αγκυλώσεις και τα στερεότυπα των γονιών τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η Φυσική, η Βιολογία και η Κοινωνιολογία καταντούν περιττά ή ακόμα και «διαβολικά» αντικείμενα. Γιατί σε έναν τόπο που περιμένει τα πάντα από εξωκοινωνικούς ή μεταφυσικούς παράγοντες και όχι από τη δράση της ίδιας της οργανωμένης κοινωνίας, ο ορθός λόγος είναι περιττή πολυτέλεια. Το δόγμα που κυριαρχεί είναι απλό και καταστροφικό: «κοίτα τη δουλίτσα σου, κοίτα τον εαυτούλη σου, και για όλα τα υπόλοιπα... έχει ο Θεός».

Η πνευματική καθίζηση και η φωνή των διανοητών

Αυτή ακριβώς η νοοτροπία της ιδιώτευσης και του βολικού ατομικισμού είναι που γέννησε τη σημερινή πολιτισμική καθίζηση. Δεν πρόκειται απλώς για μια οικονομική κρίση· είναι βαθύτατα κρίση αξιών και πολιτισμού. Και δεν είναι η πρώτη φορά που ελεύθερα πνεύματα σημαίνουν τον κώδωνα του κινδύνου για αυτή την πνευματική ασφυξία.

Η διαχρονική αυτή παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας απασχόλησε έντονα τους μεγαλύτερους στοχαστές. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης είχε επισημάνει με οδύνη την παραίτηση του σύγχρονου Έλληνα από τα κοινά, την κατάρρευση του δημόσιου λόγου και τη μετατροπή της παιδείας από πεδίο καλλιέργειας αυτόνομων πολιτών σε εργαλείο κομματικής συμμόρφωσης και κοινωνικής στασιμότητας. Κατά τον Καστοριάδη, η κοινωνία μας αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη της ιστορίας της, βολεμένη σε έναν μικροαστικό ναρκισσισμό.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος αφιέρωσε τη ζωή του πολεμώντας τον δογματισμό και την αποστήθιση στα ελληνικά σχολεία, τονίζοντας πως η άρνηση του σχολείου να διδάξει την ελεύθερη έρευνα και τον επιστημονικό στοχασμό οδηγεί μαθηματικά σε έναν πνευματικό μεσαίωνα. Ακόμη πιο πίσω, μορφές όπως ο Κωστής Παλαμάς και ο Γιώργος Σεφέρης προειδοποιούσαν για τους εσωτερικούς εχθρούς του έθνους: τον επαρχιωτισμό, τη μισαλλοδοξία απέναντι στο νέο και την τάση της Ελλάδας να «τρώει τα παιδιά της», εκδιώκοντας κάθε φρέσκο κύμα σκέψης.

Η προειδοποίηση του Μπέρτραντ Ράσελ

Αυτή η αγωνία για την ελευθερία της σκέψης δεν περιορίζεται στα ελληνικά σύνορα· αποτελεί οικουμενικό διακύβευμα. Όπως εύστοχα επεσήμανε ο Μπέρτραντ Ράσελ ήδη από το 1940:

«Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που πρέπει να διδάξουμε στα εκπαιδευτικά ιδρύματα κάθε δημοκρατίας, είναι η δύναμη της ζύγισης επιχειρημάτων και το ανοιχτό μυαλό που είναι προετοιμασμένο εκ των προτέρων, να δεχτεί όποια πλευρά φαίνεται πιο λογική. Μόλις υποβληθεί λογοκρισία σε αυτές τις απόψεις... η εκπαίδευση παύει να εξυπηρετεί αυτόν το σκοπό και τείνει να παράγει, αντί για ένα έθνος ελεύθερων στοχαστών, ένα κοπάδι φανατικών! Όλοι όσοι αντιτίθενται στην ελεύθερη συζήτηση στη παιδεία και επιδιώκουν να επιβάλουν λογοκρισία στις απόψεις που εκθέτουν οι νέοι, έχουν το μερίδιο τους στην αύξηση αυτού του φανατισμού και βυθίζουν τον κόσμο ακόμα περισσότερο στην άβυσσο της διαμάχης και της μισαλλοδοξίας. Νέες ελπίδες, νέες πεποιθήσεις και νέες σκέψεις, πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες για την ανθρωπότητα... και αυτές οι σκέψεις δεν μπορούν να προκύψουν από μια νεκρή ομοιομορφία».

Η τοποθέτηση αυτή του Ράσελ, η οποία μάλιστα του είχε στοιχίσει τότε την ακαδημαϊκή του θέση λόγω των συντηρητικών αντιδράσεων, μοιάζει τρομακτικά επίκαιρη στη σημερινή Ελλάδα.

Η σημερινή πραγματικότητα: 0% για έρευνα και προκλητικές ανισότητες

Αν κανείς κοιτάξει τη σημερινή πραγματικότητα, η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται με αριθμούς και γεγονότα. Ενώ τα τελευταία χρόνια οι επενδύσεις και τα κονδύλια για την έρευνα και την τεχνολογία παραμένουν σταθερά καθηλωμένα σε μηδαμινά ποσοστά του προϋπολογισμού, και ενώ τα σχολικά κτίρια καταρρέουν με σοβάδες να πέφτουν στα κεφάλια μαθητών, οι προτεραιότητες της πολιτείας παραμένουν στραμμένες αλλού.

Ο μέσος πολίτης καλείται να επιβιώσει με μισθούς πείνας και να δουλεύει μέχρι τα 70 του χρόνια για μια εξευτελιστική σύνταξη, την ίδια στιγμή που εγκρίνονται προκλητικές αυξήσεις και προνόμια σε άλλους τομείς –όπως στα ανώτερα κλιμάκια των σωμάτων ασφαλείας ή σε συνταξιοδοτήσεις από τα πενήντα–, θυμίζοντας περισσότερο καθεστώτα υπό κατάρρευση παρά ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας. Είναι πραγματικά απορίας έργο: πώς είναι δυνατόν μια χώρα που πλήττεται από brain drain να ξοδεύει παχύδερμα ποσά σε «μάγους της φυλής» και σε πελατειακούς μηχανισμούς, απαιτώντας παράλληλα από τους νέους να μείνουν και να πουν και «ευχαριστώ»;

Το αδιέξοδο και η φυγή

Οι νέοι που φεύγουν δεν είναι «λιποτάκτες». Είναι άνθρωποι που συνειδητοποιούν ότι σε αυτό το τοπίο δεν χωράνε. Όταν η αξιοκρατία εξορίζεται, όταν η επιστήμη πολεμείται από τον σκοταδισμό και όταν η κοινωνία προτιμά να κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα, η μετανάστευση γίνεται πράξη αξιοπρέπειας και επιβίωσης.

Ας κουνήσουν λοιπόν το δάχτυλο στα παιδιά τους όσοι ευθύνονται για αυτή την κατάντια. Ας τα κρατήσουν εδώ να σώσουν τη χώρα ακριβώς όπως τη «σώσαν» οι ίδιοι μισό αιώνα τώρα. Όσοι όμως επιλέγουν να φύγουν, αναζητούν απλώς έναν τόπο όπου η σκέψη δεν διώκεται, η γνώση δεν λογοκρίνεται και το μέλλον δεν είναι προκαθορισμένο από τα λάθη του χθες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

"The Mask" (1870) του Γκατένο Τσιεριτσι

Ο Γκατένο Τσιεριτσι (Gaetano Chierici), γεννημένος στο Ρέτζιο Εμίλια (Reggio Emilia) στις 30 Ιουλίου 1838 και αποβιώσας στην ίδια πόλη στις ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου