Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Ο (TIMON OF ATHENS) αποτελεί ένα από τα πιο αινιγματικά και σκοτεινά έργαΤΙΜΩΝ Ο
ΑΘΗΝΑΙΟΣ του ΣΑΙΞΠΗΡ. Πιστεύεται ότι γράφτηκε γύρω στο 1605-1606, πιθανότατα σε συνεργασία με τον ΘΩΜΑ ΜΙΝΤΛΕΤΟΝ. Το έργο δεν ακολουθεί την παραδοσιακή δομή μιας τραγωδίας· μοιάζει περισσότερο με μια παραβολή για τη δύναμη του χρήματος και τη διάβρωση της ανθρώπινης πίστης.
ΠΡΑΞΗ Α', ΣΚΗΝΗ 1: Η ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
Η δράση ξεκινά στην Αθήνα, μέσα στο πολυτελές μέγαρο του ΤΙΜΩΝΑ. Το σπίτι είναι γεμάτο κόσμο: ένας Ποιητής, ένας Ζωγράφος, ένας Κοσμηματοπώλης και ένας Έμπορος περιμένουν να παρουσιάσουν τα έργα και τα εμπορεύματά τους στον άρχοντα.
Ο Ποιητής περιγράφει στον Ζωγράφο το θέμα του νέου του ποιήματος, το οποίο λειτουργεί ως προοικονομία για ολόκληρο το έργο: περιγράφει την Τύχη (Fortune) ως μια θεά που κάθεται σε έναν λόφο. Όσοι την ακολουθούν ανεβαίνουν, αλλά μόλις εκείνη γυρίσει το πρόσωπό της, όλοι όσοι την κολάκευαν αφήνουν τον προστατευόμενό τους να πέσει στο βάραθρο.
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΩΝΑ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ εισέρχεται με μεγάλη μεγαλοπρέπεια. Η στάση του είναι η προσωποποίηση της απόλυτης ευγένειας.
Η Πράξη του Βεντίντιου: Ένας φίλος του, ο ΒΕΝΤΙΝΤΙΟΣ, βρίσκεται στη φυλακή για χρέη. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ, χωρίς δεύτερη σκέψη, προσφέρει τα πέντε τάλαντα που απαιτούνται για την απελευθέρωσή του, λέγοντας: «Δεν μπορώ να βλέπω έναν φίλο να υποφέρει».
Ο Γάμος του Λουκίλιου: Ένας υπηρέτης του, ο ΛΟΥΚΙΛΙΟΣ, είναι ερωτευμένος με την κόρη ενός πλούσιου Αθηναίου που αρνείται τον γάμο λόγω της ταπεινής καταγωγής του νέου. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ προικίζει τον υπηρέτη του με μια περιουσία ίση με εκείνη της κοπέλας, υψώνοντας τον κοινωνικά για να επιτευχθεί ο γάμος.
Ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ: Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα υπερβολικής γενναιοδωρίας, εμφανίζεται ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ, ένας κυνικός φιλόσοφος. Ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ είναι ο μόνος που δεν κολακεύει. Με καυστικό λόγο, προειδοποιεί τον ΤΙΜΩΝΑ ότι όλοι αυτοί που τρώνε το φαγητό του και δέχονται τα δώρα του είναι "αρπακτικά" που περιμένουν τη στιγμή της πτώσης του.
ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ: «Τι ανάγκη έχουν οι θεοί από γιορτές, όταν οι άνθρωποι τρώνε ο ένας τον άλλον;»
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Η Πράξη Α' ολοκληρώνεται με ένα μεγαλειώδες δείπνο. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ προσφέρει δώρα σε όλους: άλογα, κοσμήματα και ακριβά υφάσματα. Ο ΒΕΝΤΙΝΤΙΟΣ, πλέον ελεύθερος, έρχεται να του επιστρέψει τα χρήματα, αλλά ο ΤΙΜΩΝΑΣ αρνείται, υποστηρίζοντας ότι η φιλία δεν είναι συναλλαγή.
Το κλίμα είναι εορταστικό, αλλά ο θεατής αρχίζει να διαισθάνεται τον κίνδυνο. Ο ΦΛΑΒΙΟΣ, ο πιστός οικονόμος του, παρακολουθεί με απόγνωση. Στο τέλος της πρώτης δόσης, βλέπουμε τον ΦΛΑΒΙΟ να κρατάει μια στοίβα από ανεκπλήρωτους λογαριασμούς, ενώ ο ΤΙΜΩΝΑΣ συνεχίζει να μοιράζει ό,τι έχει και δεν εχει
ΠΡΑΞΗ Β' – ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ
Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ
Η Πράξη Β' ξεκινά με μια απότομη αλλαγή τόνου. Η μουσική των συμποσίων έχει σταματήσει και τη θέση της παίρνει ο ψυχρός υπολογισμός των εμπόρων. Ένας Γερουσιαστής της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του, μελετώντας τα ομόλογα και τις οφειλές του ΤΙΜΩΝΑ. Συνειδητοποιεί ότι ο άρχοντας έχει ξοδέψει την περιουσία του και οι εγγυήσεις του δεν αξίζουν πλέον τίποτα.
Χωρίς ίχνος της ευγνωμοσύνης που θα έπρεπε να νιώθει για τις προηγούμενες ευεργεσίες, διατάζει τον υπηρέτη του, τον ΚΑΦΗ, να πάει αμέσως στον ΤΙΜΩΝΑ και να απαιτήσει την άμεση εξόφληση των χρεών.
«Η ευγένεια είναι ένας ευγενικός τρελός», λέει ο Γερουσιαστής, «που δίνει τα πάντα μέχρι να μην του μείνει τίποτα».
Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ
Η σκηνή μεταφέρεται στο μέγαρο του ΤΙΜΩΝΑ, το οποίο πλέον δεν θυμίζει κέντρο πολιτισμού, αλλά πεδίο μάχης. Υπηρέτες από διάφορους δανειστές (τον ΙΣΙΔΩΡΟ, τον ΒΑΡΡΩΝΑ κ.ά.) έχουν κατακλύσει την είσοδο, απαιτώντας χρήματα.
Ο ΦΛΑΒΙΟΣ, ο πιστός οικονόμος, προσπαθεί μάταια να τους συγκρατήσει. Η απόγνωσή του είναι έκδηλη. Όταν ο ΤΙΜΩΝΑΣ εμφανίζεται, επιστρέφοντας από το κυνήγι, μένει έκπληκτος από την επιθετικότητα των ανθρώπων που άλλοτε του υποκλίνονταν. Με την αρχοντική του αφέλεια, ρωτά τον ΦΛΑΒΙΟ γιατί συμβαίνει αυτό.
Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΦΛΑΒΙΟΣ
Αυτή είναι μια από τις πιο δυνατές σκηνές του έργου. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ ζητά εξηγήσεις και ο ΦΛΑΒΙΟΣ ξεσπά. Του αποκαλύπτει ότι η περιουσία του έχει εξαντληθεί προ πολλού, ότι τα κτήματά του είναι υποθηκευμένα και ότι οι προειδοποιήσεις που του απηύθυνε τόσο καιρό έπεφταν στο κενό.
Η Παραδοχή του Φλάβιου: «Σας παρακαλούσα να μετριάσετε τις δαπάνες σας, αλλά εσείς απαντούσατε με νέα δώρα. Τώρα, οι αποθήκες είναι άδειες και οι δανειστές διψούν για το αίμα σας».
Η Αντίδραση του Τίμωνα: Ακόμα και τότε, ο ΤΙΜΩΝΑΣ αρνείται να πιστέψει στην κακία των ανθρώπων. Θεωρεί ότι ο πλούτος του βρίσκεται στους φίλους του. «Μην κλαις, Φλάβιε», του λέει. «Είμαι πλούσιος σε φίλους. Απλώς στείλε τους υπηρέτες μου στον ΛΟΥΚΟΥΛΛΟ, στον ΛΟΥΚΙΟ και στον ΣΕΜΠΡΟΝΙΟ. Θα μου δανείσουν αμέσως ό,τι χρειάζομαι».
Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ πιστεύει ότι οι ευεργεσίες του λειτούργησαν ως "επένδυση" στις καρδιές των ανθρώπων. Διατάζει τους υπηρέτες του να ζητήσουν από 50 τάλαντα από τον καθένα. Μάλιστα, στέλνει έναν υπηρέτη και στον ΒΕΝΤΙΝΤΙΟ, τον άνθρωπο που ο ίδιος έβγαλε από τη φυλακή και ο οποίος μόλις κληρονόμησε μια τεράστια περιουσία από τον πατέρα του.
Ο ΦΛΑΒΙΟΣ τον κοιτάζει με λύπη, ξέροντας αυτό που ο κύριός του αρνείται να δει: ότι οι κόλακες αγαπούν το τραπέζι του πλουσίου, όχι τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Ενώ οι υπηρέτες αναχωρούν για την αποστολή τους, ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ εμφανίζεται ξανά, συνοδευόμενος από έναν "Τρελό". Ο διάλογός τους λειτουργεί ως ένα πικρό ιντερμέδιο, όπου σατιρίζεται η απληστία της Αθήνας. Ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ επισημαίνει ότι ο κόσμος είναι γεμάτος από "τοκογλύφους" και "πόρνες", και ότι ο ΤΙΜΩΝΑΣ είναι το μεγαλύτερο θύμα της δικής του ματαιοδοξίας.
Η Πράξη Β' κλείνει με τον ΤΙΜΩΝΑ να περιμένει με αγωνία την επιστροφή των υπηρετών του, ακλόνητος στην πεποίθηση ότι η ανθρωπιά θα θριαμβεύσει πάνω στους αριθμούς. Δεν γνωρίζει ότι η αντίστροφη μέτρηση για την ολοκληρωτική του μεταμόρφωση έχει ήδη ξεκινήσει.
ΠΡΑΞΗ Γ' – Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ
Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ
Η Πράξη Γ' αποτελείται από μια σειρά σύντομων, επαναλαμβανόμενων σκηνών που λειτουργούν σαν "σφυριγματιές" στην ψυχή του θεατή. Οι υπηρέτες του ΤΙΜΩΝΑ επισκέπτονται τους "φίλους" του, και οι δικαιολογίες που ακούν είναι μνημεία υποκρισίας:
Ο ΛΟΥΚΟΥΛΛΟΣ: Όταν ο υπηρέτης ΦΛΑΜΙΝΙΟΣ του ζητά το δάνειο, ο ΛΟΥΚΟΥΛΛΟΣ αρχικά χαίρεται, νομίζοντας ότι ο ΤΙΜΩΝΑΣ του στέλνει κι άλλο δώρο. Μόλις καταλαβαίνει ότι πρόκειται για δανεικά, αλλάζει αμέσως πρόσωπο. Προσπαθεί μάλιστα να δωροδοκήσει τον υπηρέτη για να πει στον ΤΙΜΩΝΑ ότι δεν τον βρήκε. «Η φιλία είναι καλό πράγμα, αλλά οι καιροί είναι δύσκολοι», λέει κυνικά.
Ο ΛΟΥΚΙΟΣ: Αυτός είναι ακόμα χειρότερος. Λίγο πριν, κατέκρινε τον Λούκουλο για την αχαριστία του, υποστηρίζοντας πως αν ο ΤΙΜΩΝΑΣ ζητούσε από εκείνον, θα του έδινε τα πάντα. Μόλις όμως εμφανίζεται ο υπηρέτης του ΤΙΜΩΝΑ, ο ΛΟΥΚΙΟΣ προφασίζεται ότι μόλις έκανε μια μεγάλη αγορά και δεν έχει ούτε μία δραχμή διαθέσιμη.
Ο ΣΕΜΠΡΟΝΙΟΣ: Η δική του δικαιολογία φτάνει στα όρια του παραλόγου. Προσβάλλεται δήθεν που ο ΤΙΜΩΝΑΣ ζήτησε πρώτα από τους άλλους και μετά από αυτόν! «Με θεωρεί τρίτη επιλογή; Ε, τότε ας μην πάρει τίποτα από μένα», λέει, χρησιμοποιώντας την υποτιθέμενη προσβολή ως κάλυμμα για τη φιλαργυρία του.
Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ
Παράλληλα με την ιστορία του ΤΙΜΩΝΑ, ο ΣΑΙΞΠΗΡ εισάγει τη δευτερεύουσα πλοκή του στρατηγού ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ. Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ εμφανίζεται ενώπιον της Γερουσίας για να ζητήσει χάρη για έναν στρατιώτη του που καταδικάστηκε σε θάνατο. Οι Γερουσιαστές, άνθρωποι ψυχροί και προσκολλημένοι στον νόμο, αρνούνται με αλαζονεία.
Όταν ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ επιμένει, οι Γερουσιαστές τον εξορίζουν από την Αθήνα. Αυτή η σκηνή είναι κρίσιμη: ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ και ο ΤΙΜΩΝΑΣ γίνονται τα δύο θύματα της αθηναϊκής αχαριστίας. Ο πρώτος θα αντιδράσει με τα όπλα, ο δεύτερος με το μίσος.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΕΙΠΝΟ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ, έχοντας λάβει τις απαντήσεις από όλους τους "φίλους" του, φαίνεται να παθαίνει έναν νευρικό κλονισμό που μετατρέπεται σε ψυχρή διαύγεια. Διατάζει τον ΦΛΑΒΙΟ να ετοιμάσει ένα τελευταίο, μεγαλοπρεπές συμπόσιο και να καλέσει όλους εκείνους που του αρνήθηκαν τη βοήθεια.
Οι κόλακες, νομίζοντας ότι ο ΤΙΜΩΝΑΣ βρήκε με κάποιον τρόπο χρήματα ή ότι τους δοκίμαζε, καταφθάνουν στο μέγαρο γεμάτοι χαμόγελα και ψεύτικες δικαιολογίες. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ τους υποδέχεται με μια απόκοσμη ηρεμία.
"ΦΑΤΕ, ΣΚΥΛΙΑ!"
Όταν οι καλεσμένοι κάθονται στο τραπέζι, ο ΤΙΜΩΝΑΣ εκφωνεί μια προσευχή που στάζει δηλητήριο:
«Θεοί, κάντε τους ανθρώπους να μην εμπιστεύονται κανέναν. Κάντε τους πλούσιους να είναι άπληστοι και τους φίλους να είναι προδότες. Σας ευχαριστώ για αυτούς τους καλεσμένους που κάθονται εδώ».
Με μια βίαιη κίνηση, αποκαλύπτει τα πιάτα. Δεν υπάρχει φαγητό. Τα πιάτα είναι γεμάτα με ζεστό νερό και πέτρες. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ αρχίζει να τους ραντίζει με το καυτό νερό και να τους πετάει τις πέτρες, ουρλιάζοντας:
«Να το δείπνο σας! Να η αγάπη σας!»
«Εσείς, τα παράσιτα της Αθήνας, οι φίλοι του τραπεζιού, οι μύγες του καλοκαιριού!»
Οι καλεσμένοι τρέπονται σε φυγή πανικόβλητοι, αφήνοντας πίσω τους κάπες και κοσμήματα. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ μένει μόνος μέσα στο άδειο μέγαρο. Δεν είναι πια ο ευγενής άρχοντας. Είναι ένας άνθρωπος που έχει κάψει κάθε γέφυρα με τον κόσμο.
Η ΦΥΓΗ
Το κλείσιμο της Πράξης Γ' βρίσκει τον ΤΙΜΩΝΑ να βγαίνει από τα τείχη της Αθήνας. Στέκεται στην πύλη, γυρίζει πίσω και καταριέται την πόλη. Ζητά από τα τείχη να πέσουν, από τις γυναίκες να γίνουν ανήθικες, από τους γιους να σκοτώσουν τους πατέρες τους και από την πανώλη να θερίσει τους κατοίκους.
«Τίποτα δεν φέρνω μαζί μου εκτός από το μίσος μου», αναφωνεί. «Και το μόνο που ζητώ από τους θεούς είναι να μην ξαναδώ ποτέ ανθρώπινο πρόσωπο».
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ κατευθύνεται προς το δάσος, γυμνός από πλούτη, γυμνός από ψευδαισθήσεις, έτοιμος να γίνει ένα αγρίμι της ερήμου.
Ακολουθεί η Τέταρτη Δόση, όπου η δράση μεταφέρεται από τους μαρμάρινους διαδρόμους της Αθήνας στην άγρια φύση. Εδώ, ο ΣΑΙΞΠΗΡ παρουσιάζει την απόλυτη υπαρξιακή ανατροπή: ο άνθρωπος που μισεί τον πλούτο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, έρχεται ξανά πρόσωπο με πρόσωπο με την "πηγή του κακού".
ΔΟΣΗ 4: ΠΡΑΞΗ Δ' – Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΕ ΑΓΡΙΜΙ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ βρίσκεται πλέον έξω από τα τείχη, σε μια παραθαλάσσια σπηλιά μέσα στο δάσος. Η εμφάνισή του έχει αλλάξει ριζικά. Τα μεταξωτά ρούχα έχουν αντικατασταθεί από κουρέλια και το πρόσωπό του είναι αγριεμένο από την έκθεση στα στοιχεία της φύσης. Η γλώσσα του έχει γίνει ακόμα πιο αιχμηρή, γεμάτη φαρμάκι για κάθε τι ανθρώπινο.
Η πρώτη σκηνή της Πράξης Δ' είναι ένας συγκλονιστικός μονόλογος. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ απευθύνεται στη "Μητέρα Γη", ζητώντας της να σταματήσει να τρέφει τους αχάριστους ανθρώπους και να γεννήσει μόνο φίδια και δηλητηριώδη ερπετά.
ΤΟ ΕΙΡΩΝΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ
Πεινασμένος, ο ΤΙΜΩΝΑΣ αρχίζει να σκάβει τη γη με ένα φτυάρι αναζητώντας ρίζες για να φάει. Σε μια στιγμή που αποτελεί το αποκορύφωμα της σαιξπηρικής ειρωνείας, το φτυάρι του προσκρούει σε κάτι σκληρό. Σκάβοντας βαθύτερα, ανακαλύπτει έναν τεράστιο θησαυρό από χρυσό, θαμμένο στο χώμα.
Σε οποιοδήποτε άλλο έργο, αυτό θα ήταν το "αίσιο τέλος". Για τον ΤΙΜΩΝΑ όμως, ο χρυσός είναι το απόλυτο μίασμα. Εκφωνεί έναν από τους πιο διάσημους λόγους του έργου για τη διαφθορά του χρήματος:
«Χρυσέ, κίτρινο, λαμπερό, πολύτιμο μέταλλο! Λίγο από αυτό αρκεί για να κάνει το μαύρο άσπρο, το άσχημο όμορφο, το άδικο δίκαιο, τον δειλό γενναίο και τον γέρο νέο. Εσύ είσαι ο κοινός πόρνος της ανθρωπότητας, που σπέρνεις τη διχόνοια ανάμεσα στα έθνη».
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ
Ενώ ο ΤΙΜΩΝΑΣ στοχάζεται πάνω στον χρυσό, ακούγονται τύμπανα και σάλπιγγες. Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ πλησιάζει, οδηγώντας έναν στρατό εναντίον της Αθήνας για να εκδικηθεί την εξορία του. Συνοδεύεται από δύο εταίρες, την ΦΡΥΝΙΑ και την ΤΙΜΑΝΔΡΑ.
Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ δεν αναγνωρίζει αμέσως τον παλιό του φίλο μέσα στα κουρέλια. Όταν συνειδητοποιεί ποιος είναι, του προσφέρει συμπάθεια και βοήθεια. Όμως ο ΤΙΜΩΝΑΣ την αρνείται με βδελυγμία. Αντί για φιλία, του προσφέρει τον χρυσό που μόλις βρήκε, αλλά με έναν τρομακτικό όρο: να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να ισοπεδώσει την Αθήνα.
Προς τον Αλκιβιάδη: «Πάρε τον χρυσό και σκότωσε τους πάντες. Μην λυπηθείς ούτε τα μωρά, ούτε τους γέρους. Γίνε η μάστιγα της πόλης που μας πρόδωσε».
Προς τις γυναίκες: Τις γεμίζει με χρυσάφι, διατάζοντάς τις να συνεχίσουν τη διαφθορά τους, ώστε να εξαπλωθούν ασθένειες που θα αποδεκατίσουν τους Αθηναίους. «Χρυσό για να φέρετε τον θάνατο», τους λέει.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΠΗΜΑΝΤΟΥ
Μετά την αποχώρηση του στρατού, εμφανίζεται ο κυνικός φιλόσοφος ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ. Η συνάντηση αυτή είναι μια "μονομαχία" κυνισμού. Ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ κατηγορεί τον ΤΙΜΩΝΑ ότι η μισανθρωπία του είναι αποτέλεσμα πικρίας και όχι φιλοσοφικής στάσης. Του λέει ότι υποδύεται τον ερημίτη επειδή δεν μπορεί πλέον να υποδυθεί τον άρχοντα.
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ του απαντά με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Του εξηγεί ότι ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ γεννήθηκε στη λάσπη και πάντα τη μισούσε, ενώ ο ίδιος γνώρισε την κορυφή και είδε τη σήψη της από πρώτο χέρι. Η σκηνή καταλήγει σε έναν καταιγισμό από βρισιές και κατάρες, με τον ΤΙΜΩΝΑ να διώχνει τον φιλόσοφο πετώντας του πέτρες.
ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ
Η φήμη για τον χρυσό του δάσους φτάνει στα αυτιά τριών ληστών. Πλησιάζουν τον ΤΙΜΩΝΑ με σκοπό να τον κλέψουν. Εκείνος, αντί να φοβηθεί, τους υποδέχεται σαν "συναδέλφους". Τους δίνει χρυσό και τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν το έργο τους, λέγοντας ότι οι ληστές είναι πιο έντιμοι από τους πολιτικούς της Αθήνας, γιατί τουλάχιστον δεν κρύβουν τη φύση τους πίσω από νόμους.
Η Πράξη Δ' ολοκληρώνεται με τον ΤΙΜΩΝΑ να μένει ξανά μόνος, έχοντας μετατρέψει τον πλούτο του σε ένα εργαλείο καταστροφής. Όμως, ένας άνθρωπος από το παρελθόν πρόκειται να τον επισκεφθεί, κλονίζοντας για μια στιγμή την απόλυτη πίστη του στην ανθρώπινη κακία.
Ακολουθεί η Πέμπτη Δόση, η οποία αποτελεί την ηθική κορύφωση του δράματος. Εδώ, ο ΣΑΙΞΠΗΡ εισάγει τη μοναδική αχτίδα φωτός μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του έργου, αναγκάζοντας τον ΤΙΜΩΝΑ να παραδεχτεί πως η γενίκευση του μίσους του ίσως έχει μια και μοναδική εξαίρεση.
ΠΡΑΞΗ Δ' (ΣΥΝΕΧΕΙΑ) – Ο ΦΛΑΒΙΟΣ ΚΑΙ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Ενώ ο ΤΙΜΩΝΑΣ έχει μόλις διώξει τους ληστές και τον ΑΠΗΜΑΝΤΟ, εμφανίζεται στη σπηλιά ο ΦΛΑΒΙΟΣ. Ο πρώην οικονόμος του δεν ήρθε αναζητώντας χρυσό, ούτε για να κολακεύσει. Ήρθε από γνήσιο πόνο και αφοσίωση, έχοντας μοιράσει και τα δικά του λιγοστά υπάρχοντα στους άλλους υπηρέτες πριν ξεκινήσει την αναζήτηση του κυρίου του.
Ο ΦΛΑΒΙΟΣ στέκεται από μακριά και κλαίει βλέποντας την εξαθλίωση του ΤΙΜΩΝΑ. Η εικόνα του άλλοτε λαμπρού άρχοντα, που τώρα μοιάζει με αγρίμι που σκάβει το χώμα, τον συντρίβει.
ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ
Όταν ο ΤΙΜΩΝΑΣ τον αντιλαμβάνεται, τον υποδέχεται με τις συνήθεις κατάρες του. «Ποιος είσαι εσύ; Τι ζητάς εδώ; Ήρθες κι εσύ να πάρεις κάτι;» του φωνάζει. Ο ΦΛΑΒΙΟΣ γονατίζει και του μιλά με λόγια ειλικρίνειας, προσφέροντας τον εαυτό του και πάλι στην υπηρεσία του, χωρίς καμία ελπίδα ανταμοιβής.
Για πρώτη φορά, ο ΤΙΜΩΝΑΣ κλονίζεται. Η κυνική του κοσμοθεωρία, ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι κτήνη», δέχεται ένα πλήγμα.
ΤΙΜΩΝ: «Είσαι εσύ ένας άνθρωπος έντιμος;» ΦΛΑΒΙΟΣ: «Είμαι ένας υπηρέτης που σας αγαπά ακόμα».
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ εκφωνεί έναν συγκλονιστικό μονόλογο, παραδεχόμενος στους θεούς ότι έσφαλε: υπάρχει ένας έντιμος άνθρωπος στη γη. Όμως, η παραδοχή αυτή δεν τον λυτρώνει· αντίθετα, τον πονάει περισσότερο, γιατί του θυμίζει τι έχασε.
Η ΕΙΡΩΝΙΚΗ ΕΥΕΡΓΕΣΙΑ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ αποφασίζει να δώσει στον ΦΛΑΒΙΟ μια τεράστια ποσότητα χρυσού, αλλά με μια κατάρα που θυμίζει τη μοίρα του Μίδα. Του δίνει τα χρήματα υπό τον όρο να φύγει μακριά, να μην βοηθήσει ποτέ κανέναν άνθρωπο, να ζήσει πλούσιος αλλά απομονωμένος και να μισήσει την ανθρωπότητα όσο και εκείνος.
«Πάρε αυτά», του λέει, «γιατί είσαι ο μόνος που δεν είναι σκύλος. Αλλά αν ποτέ δείξεις έλεος σε κάποιον, εύχομαι αυτός ο χρυσός να γίνει φωτιά στα χέρια σου». Ο ΦΛΑΒΙΟΣ αποχωρεί θρηνώντας, καταλαβαίνοντας ότι η ψυχή του ΤΙΜΩΝΑ έχει πλέον καεί ολοσχερώς.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Η είδηση ότι ο ΤΙΜΩΝΑΣ βρήκε χρυσό και τον μοιράζει δεξιά και αριστερά φτάνει πίσω στην Αθήνα. Οι πρώτοι που σπεύδουν στο δάσος είναι ο Ποιητής και ο Ζωγράφος, οι ίδιοι που στην αρχή του έργου τον αποθέωναν.
Ο ΣΑΙΞΠΗΡ εδώ χρησιμοποιεί μια εξαιρετική τεχνική: ο ΤΙΜΩΝΑΣ κρύβεται στη σπηλιά και τους ακούει να συζητούν μεταξύ τους. Ομολογούν ότι δεν έχουν κανένα έργο να του δώσουν, αλλά θα του υποσχεθούν "αριστουργήματα" για να πάρουν τον χρυσό.
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ βγαίνει από τη σπηλιά και τους αντιμετωπίζει με απόλυτη περιφρόνηση. Τους υπόσχεται χρυσό, αλλά αντί γι' αυτόν, τους ξυλοκοπεί άγρια και τους διώχνει, αποδεικνύοντας ότι πλέον έχει τη δύναμη να βλέπει μέσα από τις μάσκες της τέχνης και της κολακείας.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Ενώ ο ΤΙΜΩΝΑΣ ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με τους κόλακες, η Αθήνα βρίσκεται σε κίνδυνο. Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ πλησιάζει με τον στρατό του και οι Γερουσιαστές τρέμουν. Θυμούνται τότε τον ΤΙΜΩΝΑ, όχι ως άνθρωπο, αλλά ως ένα πολιτικό εργαλείο που θα μπορούσε να τους σώσει με τον πλούτο και το κύρος του.
Η Πράξη Δ' κλείνει με την απόφαση της Γερουσίας να στείλει πρεσβεία στο δάσος, προσφέροντας στον ΤΙΜΩΝΑ την απόλυτη εξουσία της πόλης αν δεχτεί να επιστρέψει.
ΠΡΑΞΗ Ε' – Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Η ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΩΝ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΩΝ
Η Αθήνα βρίσκεται σε πανικό. Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ πολιορκεί την πόλη και οι Γερουσιαστές, έχοντας εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο, καταφθάνουν στη σπηλιά του ΤΙΜΩΝΑ. Αυτή η σκηνή είναι γεμάτη ειρωνεία: οι ίδιοι άνθρωποι που του αρνήθηκαν ένα μικρό δάνειο, τώρα του προσφέρουν την απόλυτη εξουσία, τον τίτλο του «Σωτήρα» και την επιστροφή όλης της δημευμένης περιουσίας του.
Οι Γερουσιαστές χρησιμοποιούν λόγια γεμάτα μεταμέλεια. Υποστηρίζουν ότι η Αθήνα τον αγαπά και ότι τα λάθη του παρελθόντος ήταν μια «στιγμιαία παραδρομή». Τον παρακαλούν να ηγηθεί της άμυνας της πόλης.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΩΝΑ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ τους ακούει με μια απόκοσμη ηρεμία που είναι πιο τρομακτική από την οργή του. Τους απαντά ότι δεν τον ενδιαφέρει αν ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ σφάξει κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί στην Αθήνα. Τους λέει μάλιστα ότι αν η πόλη καεί, εκείνος θα βρει τη φωτιά «ζεστή και ευχάριστη».
Ωστόσο, τους κάνει μια «τελευταία προσφορά» ευεργεσίας:
«Αθηναίοι, έχω μια συκιά στον κήπο μου που πρόκειται να κόψω. Πριν την καταστρέψω, όποιος από εσάς —υψηλός ή ταπεινός— θέλει να γλιτώσει από τα δεινά της πολιορκίας, ας έρθει γρήγορα να κρεμαστεί από τα κλαδιά της».
Με αυτόν τον πικρό σαρκασμό, ο ΤΙΜΩΝΑΣ τους διώχνει οριστικά. Δεν θέλει πλέον να είναι ούτε άρχοντας, ούτε σωτήρας. Το μόνο που επιθυμεί είναι η απόλυτη παύση.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ
Μόλις οι Γερουσιαστές αποχωρούν, ο ΤΙΜΩΝΑΣ αντιλαμβάνεται ότι το τέλος του πλησιάζει. Ο μονόλογός του είναι μια ωδή στη λήθη. Αποφασίζει να χτίσει τον τάφο του εκεί που το κύμα της θάλασσας θα τον χτυπά καθημερινά, ώστε κανένα ανθρώπινο βήμα να μην μπορεί να σταθεί δίπλα του.
Η Φιλοσοφία του Τέλους: «Τα χείλη μου θα σφραγιστούν για πάντα», λέει. «Τίποτα δεν φέρνω, τίποτα δεν αφήνω».
Ο Συμβολισμός της Θάλασσας: Η επιλογή της ακτής δείχνει την επιθυμία του να επιστρέψει στο χάος της φύσης, μακριά από τη σταθερότητα και τη διαφθορά των πόλεων.
Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Ενώ ο ΤΙΜΩΝΑΣ ετοιμάζει τον θάνατό του, ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ στέκεται μπροστά στα τείχη της Αθήνας. Οι Γερουσιαστές εμφανίζονται στα τείχη και παραδίδονται. Παραδέχονται ότι η πόλη έσφαλε τόσο απέναντι στον ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ όσο και απέναντι στον ΤΙΜΩΝΑ.
Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, σε αντίθεση με τον ΤΙΜΩΝΑ, δείχνει μια δόση πολιτικής μετριοπάθειας. Υπόσχεται να μην καταστρέψει την πόλη, αλλά να τιμωρήσει μόνο εκείνους που υπήρξαν πραγματικά υπαίτιοι για την αδικία. Η Αθήνα σώζεται, αλλά η ηθική της βάση έχει ήδη καταρρεύσει.
Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ
Ένας στρατιώτης που περιπλανιέται στην ακτή βρίσκει τον τάφο του ΤΙΜΩΝΑ. Ο ίδιος ο ΤΙΜΩΝΑΣ έχει ήδη πεθάνει. Ο στρατιώτης δεν μπορεί να διαβάσει την επιγραφή, αλλά παίρνει ένα αποτύπωμα σε κερί και το μεταφέρει στον ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ.
Η σκηνή αυτή προετοιμάζει το κλείσιμο του έργου, όπου η φωνή του νεκρού πλέον ΤΙΜΩΝΑ θα ακουστεί για τελευταία φορά μέσα από τις λέξεις που ο ίδιος χάραξε στην πέτρα.Ακολουθεί η Έβδομη και τελευταία Δόση, η οποία ολοκληρώνει την ανάλυση του έργου με τον θάνατο του ήρωα και τη βαθιά φιλολογική και κοινωνική αποτίμηση της τραγωδίας του ΣΑΙΞΠΗΡ.
ΔΟΣΗ 7: Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ, ΤΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ: Η ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ
Το έργο κλείνει μπροστά στα τείχη της Αθήνας, όπου ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ διαβάζει το επίγραμμα που άφησε ο ΤΙΜΩΝΑΣ στον τάφο του, δίπλα στο κύμα. Οι λέξεις του είναι η τελευταία του φτυσιά προς την ανθρωπότητα:
«Εδώ κείτομαι εγώ, αφού ξερίζωσα τη δυστυχισμένη μου ψυχή. Μην ψάχνετε το όνομά μου. Κακό ψόφο να έχετε, εσείς οι κακοί άνθρωποι. Εδώ κείτεται ο Τίμωνας, που όσο ζούσε μισούσε όλους τους ζωντανούς. Πέρνα λοιπόν και βλαστήμα με, αλλά μη σταθείς εδώ».
Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ αναγνωρίζει το τραγικό μεγαλείο του ΤΙΜΩΝΑ. Παρόλο που ο ίδιος επέλεξε τη συμφιλίωση με την πόλη, παραδέχεται ότι η οργή του ΤΙΜΩΝΑ ήταν μια φυσική αντίδραση σε μια αφύσικη προδοσία. Το έργο τελειώνει με την είσοδο του στρατού στην Αθήνα, φέρνοντας μια εύθραυστη ειρήνη που όμως έχει βαφτεί με το αίμα και τη μισανθρωπία του ήρωα.
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ
Ο ΤΙΜΩΝ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ δεν είναι μια τυπική τραγωδία. Είναι μια μελέτη πάνω στα άκρα.
1. Ο ΧΡΥΣΟΣ ΩΣ "ΚΟΙΝΟΣ ΠΟΡΝΟΣ"
Για τον ΣΑΙΞΠΗΡ, ο χρυσός στο έργο αυτό δεν είναι απλώς νόμισμα. Είναι μια δύναμη που ανατρέπει τη φυσική τάξη.
Η Διαστροφή: Ο χρυσός κάνει τον ένοχο αθώο και τον άσχημο εραστή.
Η Κοινωνική Διάλυση: Ο ΤΙΜΩΝΑΣ συνειδητοποιεί ότι στην Αθήνα οι σχέσεις δεν βασίζονται στην αρετή, αλλά στη συναλλαγή. Μόλις το χρήμα εκλείπει, η "φιλία" εξατμίζεται.
2. ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΜΙΣΟΣ
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ είναι ένας άνθρωπος των άκρων. Δεν γνωρίζει το μέτρο.
Ο Ευεργέτης: Στην αρχή είναι ένας "άγιος" της γενναιοδωρίας, αλλά η αγάπη του είναι τυφλή και εγωκεντρική.
Ο Μισάνθρωπος: Μετά την προδοσία, το μίσος του είναι εξίσου ολοκληρωτικό. Δεν μισεί μόνο τους προδότες, αλλά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ακόμα και τη φύση που το τρέφει.
3. Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΙΜΩΝΑ - ΑΠΗΜΑΝΤΟΥ
Ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ είναι κυνικός από επιλογή και φιλοσοφία. Ο ΤΙΜΩΝΑΣ είναι μισάνθρωπος από εμπειρία και πόνο.
Ο ΑΠΗΜΑΝΤΟΣ απολαμβάνει να βρίζει τους ανθρώπους, αλλά συνεχίζει να ζει ανάμεσά τους.
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ δεν αντέχει ούτε τη θέα τους. Η δική του μισανθρωπία είναι ιερή και αυτοκαταστροφική, γι' αυτό και οδηγεί στον θάνατο.
4. Ο ΦΛΑΒΙΟΣ ΩΣ ΗΘΙΚΟ ΑΝΤΙΒΑΡΟ
Ο πιστός οικονόμος είναι ο μοναδικός χαρακτήρας που εμποδίζει το έργο από το να καταλήξει σε ένα απόλυτο μηδενιστικό μανιφέστο. Η ύπαρξή του αποδεικνύει ότι η καλοσύνη είναι δυνατή, ακόμα και αν είναι σπάνια. Η άρνηση του ΤΙΜΩΝΑ να δεχτεί τη σωτηρία μέσω του ΦΛΑΒΙΟΥ δείχνει ότι η πληγή του ήρωα ήταν πολύ βαθιά για να κλείσει.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ο ΤΙΜΩΝ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ παραμένει ένα έργο επίκαιρο, μια προειδοποίηση για την ψυχρότητα των κοινωνιών που βασίζονται αποκλειστικά στο κέρδος. Ο ΣΑΙΞΠΗΡ, χρησιμοποιώντας τις αρχαίες πηγές του ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ και του ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ, δημιούργησε έναν ήρωα που στέκεται ως αιώνιο σύμβολο της απογοήτευσης.
Ο ΤΙΜΩΝΑΣ δεν πέθανε από τη φτώχεια, αλλά από τη συντριβή της πίστης του στον άνθρωπο. Ο τάφος του δίπλα στη θάλασσα μας υπενθυμίζει ότι η αχαριστία είναι ένα έγκλημα που μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη αποσύνθεση της κοινωνικής συνοχής.
ΔΙΕΞΟΔΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ: Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ
1. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ
ΤΙΜΩΝ: Ο Απόλυτος Ιδεαλιστής. Η ψυχολογία του Τίμωνα βασίζεται στην "παντοδυναμία της δόσης". Όσο είναι πλούσιος, η αυτοεικόνα του τρέφεται από την ικανότητά του να ευεργετεί. Όταν η πηγή στερεύει, η ναρκισσιστική του επένδυση στην ανθρωπότητα καταρρέει. Η αντίδρασή του είναι εσωστρεφής και μηδενιστική. Μετατρέπεται από "Φιλόανθρωπο" σε "Μισάνθρωπο", μια κλασική ψυχολογική αντιστροφή (reaction formation), όπου η αγάπη που πληγώθηκε θανάσιμα μεταμορφώνεται σε απόλυτο μίσος.
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ: Ο Πραγματιστής Πολεμιστής. Ο Αλκιβιάδης αντιδρά με εξωστρέφεια. Η ψυχολογία του είναι δομημένη γύρω από την τιμή και τη δράση. Όταν η Γερουσιαστές τον προσβάλλουν, δεν καταρρέει εσωτερικά· αντίθετα, διοχετεύει την οργή του σε στρατιωτική στρατηγική. Η αντίδρασή του είναι πολιτική και πρακτική: θέλει να αλλάξει το σύστημα που τον αδίκησε, όχι να αφανίσει το ανθρώπινο είδος.
2. Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ
| ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ | ΤΙΜΩΝ | ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ |
| Πεδίο Δράσης | Η Σπηλιά (Απομόνωση) | Το Στρατόπεδο (Συλλογικότητα) |
| Στόχος | Ολική Καταστροφή (Ανθρωποκτονία/Αυτοκτονία) | Πολιτική Κάθαρση (Μεταρρύθμιση) |
| Σχέση με Χρήμα | Το θεωρεί "δηλητήριο" | Το χρησιμοποιεί ως "εργαλείο" πολέμου |
| Τελική Λύση | Θάνατος και Λήθη | Συμφιλίωση και Εξουσία |
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ: ΤΟ ΕΡΕΒΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΞΙΦΟΣ
Η συνάντηση του ΤΙΜΩΝΑ και του ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ στο δάσος (Πράξη 4, Σκηνή 3) αποτελεί ένα από τα πιο βαθιά φιλοσοφικά στιγμιότυπα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εκεί συγκρούονται δύο κοσμοθεωρίες για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς το Κακό.
Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ (ΤΙΜΩΝ)
Για τον Τίμωνα, η προδοσία των φίλων του δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά η αποκάλυψη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου. Η φιλοσοφία του είναι οντολογική. Πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι εγγενώς σάπιος και ο χρυσός είναι ο "ορατός θεός" που αναδεικνύει αυτή τη σήψη.
Η αντίδρασή του να δώσει χρυσό στον Αλκιβιάδη για να καταστρέψει την Αθήνα δεν είναι πράξη συμμαχίας, αλλά πράξη απόλυτου μηδενισμού. Ο Τίμωνας δεν θέλει μια καλύτερη Αθήνα· θέλει μια ανύπαρκτη Αθήνα. Η φιλοσοφία του καταλήγει στην άρνηση της ζωής, θεωρώντας ότι η ανυπαρξία είναι η μόνη έντιμη κατάσταση για ένα ον τόσο αχάριστο όσο ο άνθρωπος.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΕΜΕΣΗΣ (ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ)
Αντίθετα, ο Αλκιβιάδης εκπροσωπεί τη βούληση για ισχύ και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η οργή του είναι "δίκαιη" με την αρχαιοελληνική έννοια της Νέμεσης. Δεν μισεί τον άνθρωπο, μισεί τη διαφθορά της Γερουσίας.
Ενώ ο Τίμωνας επιθυμεί το τέλος του χρόνου και της ιστορίας, ο Αλκιβιάδης επιθυμεί τη διόρθωση της ιστορίας. Η απόφασή του στο τέλος του έργου να μην ισοπεδώσει την πόλη, αλλά να τιμωρήσει επιλεκτικά τους υπαίτιους, αποτελεί μια νίκη του Λόγου πάνω στο Πάθος. Φιλοσοφικά, ο Αλκιβιάδης κατανοεί ότι η κοινωνία είναι απαραίτητη, αρκεί να κυβερνάται από την αρετή και όχι από την απληστία.
ΨΥΧΟΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ: ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ Η ΙΑΣΗ
Από ψυχολογική άποψη, ο Τίμωνας πάσχει από αυτό που θα ονομάζαμε "ηθικό μαζοχισμό" μετά το τραύμα. Ταυτίζεται με την απώλειά του και αρνείται κάθε ίαση, διότι η ίαση θα σήμαινε συγχώρεση, και η συγχώρεση θα σήμαινε αποδοχή ενός κόσμου ατελούς.
Ο Αλκιβιάδης, αντίθετα, παρουσιάζει μια "υγιή επιθετικότητα". Μετουσιώνει το τραύμα της εξορίας σε ηγετική ικανότητα. Ο Τίμωνας πεθαίνει από την πικρία του (εσωτερική διάβρωση), ενώ ο Αλκιβιάδης επιβιώνει μέσω της διεκδίκησης (εξωτερική εκτόνωση).
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Σαίξπηρ μας θέτει το ερώτημα: Τι κάνεις όταν ο κόσμος σου γυρίζει την πλάτη;
Ακολουθείς τον Τίμωνα στη σπηλιά, καίγοντας μαζί με τους άλλους και τον ίδιο σου τον εαυτό;
Ή ακολουθείς τον Αλκιβιάδη, υψώνοντας το ξίφος για να διεκδικήσεις μια νέα, δικαιότερη τάξη πραγμάτων;
Ο Τίμωνας είναι η φωνή της απόγνωσης που όλοι κρύβουμε μέσα μας, ενώ ο Αλκιβιάδης είναι η φωνή της επιβίωσης. Η τραγωδία έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ ο Αλκιβιάδης σώζει την πόλη, ο Τίμωνας είναι εκείνος που στοιχειώνει τη συνείδησή μας, υπενθυμίζοντας το κόστος της προδομένης πίστης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.