Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Η ΒΑΣΙΛΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ: Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΘΡΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙ






Η Βασιλαρχοντισσα Ευδοκία Τζοανοπούλου με τον πατέρα της Κουλάκη Αβέρωφ στα 1890

 


Στην καρδιά της Πίνδου, εκεί που η ιστορία σμίγει με τους θρύλους των βουνών, το όνομα της ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΤΖΟΑΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΑΒΕΡΦ παραμένει ζωντανό, όχι μόνο στα αρχεία των μεγάλων ευεργετών, αλλά και στα χείλη των ανθρώπων που τραγουδούν τη «Βασιλαρχόντισσα». Πρόκειται για μια ιστορία που περιλαμβάνει προσβολή, εκδίκηση, λύτρα σε χρυσάφι και μια απρόσμενη μεγαλοψυχία που άλλαξε τη μοίρα ενός λήσταρχου.

ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΒΕΒΛΗΜΕΝΗ ΤΙΜΗ

Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1884 στο Μέτσοβο. Η αφορμή για ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της εποχής δεν ήταν το κέρδος, αλλά η άκαμπτη κοινωνική ιεραρχία. Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΚΟΥΛΑΚΗΣ) ΑΒΕΡΩΦ, αδελφός του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, ήταν ο απόλυτος άρχοντας της περιοχής. Όταν ένας νεαρός εργάτης από το Μεσολόγγι, ονόματι ΦΛΕΓΚΑΣ, τόλμησε να διασχίσει το «κουλτούκι» —τον προνομιακό χώρο των προυχόντων μπροστά από την εκκλησία— ο Αβέρωφ τον χαστούκισε δημόσια για την αναίδειά του.

Ο Φλέγκας, ταπεινωμένος, ορκίστηκε εκδίκηση. Ήρθε σε επαφή με τον διαβόητο λήσταρχο ΘΥΜΙΟ ΓΑΚΗ (Βασίλη Αδάμο) από τη Μεσούντα της Άρτας, δίνοντάς του τις απαραίτητες πληροφορίες για να πλήξει την οικογένεια εκεί που θα πονούσε περισσότερο: στα παιδιά της.

Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ 17ης ΙΟΥΛΙΟΥ

Ήταν 17 Ιουλίου 1884, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας. Το Μέτσοβο γιόρταζε και η ΕΥΔΟΚΙΑ (ΔΟΥΚΩ), η μονάκριβη κόρη του Αβέρωφ και νιόπαντρη σύζυγος του δικηγόρου Στέργιου Τζοαννόπουλου, βγήκε για περίπατο προς την τοποθεσία Γκούρα μαζί με τη συγγενή της, ΕΛΕΝΗ (ΛΕΝΟΥΣΙΩ) ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ.

Εκεί παραμόνευε ο Γάκης με τον ΤΑΚΟΒΑΓΓΕΛΗ και τη δωδεκαμελή συμμορία τους. Η αρπαγή των δύο γυναικών μέσα στο φως της ημέρας συγκλόνισε την τοπική κοινωνία. Το μήνυμα των ληστών προς τον Νικολάκη Αβέρωφ ήταν σαφές και αδιαπραγμάτευτο: «Θέλουμε το βάρος της Δούκως σε χρυσάφι και το βάρος της Λενούσιως σε ασήμι».

17 ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΛΗΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ

Οι δύο γυναίκες οδηγήθηκαν στα άγρια δάση της ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ. Για δεκαεπτά μερόνυχτα, η αρχοντοπούλα του Μετσόβου αναγκαζόταν να ζει στις κακουχίες του βουνού. Η λαϊκή μούσα κατέγραψε αυτή την αντίθεση με στίχους που ραγίζουν καρδιές:

«Να στρώνει πεύκα στρώματα κι οξιές προσκεφαλάκια...»

Ο πατέρας της, σε κατάσταση αμόκ, επιστράτευσε τον έμπιστο επιστάτη του, ΣΤΕΡΓΙΟ ΒΡΑΚΑ, ο οποίος όργωσε τη Θεσσαλία και την Ήπειρο για να συγκεντρώσει το αμύθητο ποσό. Λέγεται πως χρειάστηκαν 84 οκάδες χρυσού για να απελευθερωθεί η Ευδοκία. Τα λύτρα παραδόθηκαν φορτωμένα σε μουλάρια και οι γυναίκες επέστρεψαν σώες, με τη Δούκω να δηλώνει πως, παρά την αιχμαλωσία, ο Γάκης της φέρθηκε με απόλυτο σεβασμό και ιπποτισμό.

Η ΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΛΗΣΤΑΡΧΟΥ

Χρόνια αργότερα, το 1894, ο Θύμιος Γάκης συνελήφθη κατόπιν προδοσίας. Στη δίκη που ακολούθησε στα Ιωάννινα, η μοίρα του φαινόταν προδιαγεγραμμένη: η γκιλοτίνα. Όμως, η ΕΥΔΟΚΙΑ ανέβηκε στο βήμα του μάρτυρα και κατέθεσε υπέρ του, περιγράφοντας την έντιμη συμπεριφορά του κατά την απαγωγή. Η μαρτυρία της ήταν η σανίδα σωτηρίας του. Ο Γάκης καταδικάστηκε σε ισόβια, έλαβε χάρη το 1908 και κατέφυγε στη Μικρά Ασία, στο χωριό ΠΑΠΑΣΛΙ.

Εκεί, ο πρώην λήσταρχος έγινε ένας νοικοκύρης και οικογενειάρχης, παντρεμένος με την ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΛΑΡΑ. Η ιστορία του έκλεισε με έναν ηρωικό επίλογο: το 1919, κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, ο Γάκης πολέμησε στο πλευρό του Ελληνικού Στρατού και έπεσε μαχόμενος εναντίον των Τούρκων.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ

Η Ευδοκία Τζοανοπούλου απεβίωσε το 1936, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Ως ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ, διέθεσε την περιουσία της για τη δημιουργία νοσοκομείων, σχολείων και ασύλων σε Μέτσοβο, Ιωάννινα και Αθήνα.

Σήμερα, η φωτογραφία της από το 1884 με τον σύζυγό της, Στέργιο, μας θυμίζει την πραγματική γυναίκα πίσω από τον μύθο. Η «Βασιλαρχόντισσα» δεν είναι απλώς ένας χορός που χορεύεται στα πανηγύρια· είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου η αρχοντιά δεν μετριόταν μόνο με το χρυσάφι, αλλά με τη μεγαλοψυχία και την ικανότητα να συγχωρείς ακόμα και τον διώκτη σου.




Ωρε δεν είναι κρίμα κι άδικο,
Βασιλαρχόντισσα.
Δεν είναι κι αμαρτία να ειν’ η Βασι-
μωρέ να ειν’ η Βασίλω η Βάσω, σ’ ερημιά;
Ωρε να ειν’ η Βασιλω σ’ ερημιά,
Βασιλαρχόντισσα.
Σε κλέφτικα λημέρια να στρώνει πε-
μωρέ να στρώνει πεύκα η Βάσω, στρώματα.
Ωρε να στρώνει πεύκα στρώματα,
Βασιλαρχοντισσα.
Κι οξιές προσκεφαλάκια κι ο Θύμιος Γα-
μωρέ κι ο Θύμιος Γάκης Βάσω μ’, φώναξε.
Ωρε κι ο Θύμιος Γάκης φώναξε,
Βασιλαρχόντισσα.
Από ψηλή ραχούλα, για σήκω Βα-
μωρέ για σήκω Βάσω απάνω, κι έφεξε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Η ΒΑΣΙΛΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ: Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΘΡΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η Βασιλαρχοντισσα Ευδοκία Τζοανοπούλου με τον πατέρα της Κουλάκη Αβέρωφ στα 1890   Στην καρδιά της Πίνδου, εκεί που η ιστορία σμίγει με ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου