ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ)
DER DOPPELGÄNGER
Ακίνητη είναι η νύχτα, οι δρόμοι σωπαίνουν,
Σε αυτό το σπίτι κατοικούσε η αγαπημένη μου·
Εκείνη έχει φύγει από την πόλη προ πολλού,
Όμως το σπίτι στέκει ακόμα στην ίδια θέση.
Εκεί στέκει κι ένας άνθρωπος και κοιτάζει ψηλά,
Τρίβει τα χέρια του από τον πόνο·
Τρομάζω όταν αντικρίζω το πρόσωπό του —
Η σελήνη μού δείχνει τη δική μου μορφή!
Εσύ, σκιώδη σύντροφε, ωχρέ σωσία μου!
Γιατί αντιγράφεις τον πόνο του έρωτά μου,
Που με βασάνισε σε αυτόν εδώ τον τόπο,
Τόσες πολλές νύχτες, τον παλιό εκείνο καιρό;
Το έργο «Ο ΔΙΠΛΟΣ» (DER DOPPELGÄNGER) αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και συγκλονιστικά ορόσημα της παγκόσμιας τέχνης, μια στιγμή όπου η λογοτεχνία και η μουσική συναντιούνται στο χείλος της αβύσσου. Ανήκει στη συλλογή «DIE HEIMKEHR» (Η Επιστροφή) του ΧΑΪΝΡΙΧ ΧΑΪΝΕ και μελοποιήθηκε από τον ΦΡΑΝΤΣ ΣΟΥΜΠΕΡΤ το 1828, μόλις λίγους μήνες πριν ο συνθέτης αφήσει την τελευταία του πνοή.
Η συγκεκριμένη εκτέλεση από τον τενόρο PETER SCHREIER και τον πιανίστα ANDRÁS SCHIFF θεωρείται εμβληματική. Η ερμηνεία τους αναδεικνύει πλήρως την απόκοσμη ατμόσφαιρα του έργου, με τον SCHREIER να μετατρέπει το τραγούδι σε ένα ψυχολογικό δράμα, αποδίδοντας τον τρόμο του ήρωα με μια σχεδόν οδυνηρή ειλικρίνεια που καθηλώνει τον ακροατή.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΥΟ ΓΙΓΑΝΤΩΝ
Το 1828, ο ΣΟΥΜΠΕΡΤ, αν και βαριά άρρωστος, βρισκόταν σε μια κατάσταση εκρηκτικής δημιουργικότητας. Όταν ανακάλυψε την ποίηση του ΧΑΪΝΕ, εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που ο ποιητής χειριζόταν την ειρωνεία, τον πόνο και το μεταφυσικό στοιχείο. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στη μεταθανάτια συλλογή «SCHWANENGESANG» (Το Κύκνειο Άσμα), έναν τίτλο που έδωσε ο εκδότης του για να σηματοδοτήσει τα τελευταία έργα του κορυφαίου δημιουργού.
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ DOPPELGÄNGER
Ο όρος «Doppelgänger» (ο διπλός που περπατά δίπλα σου) υπήρξε κεντρικό μοτίβο του γερμανικού ρομαντισμού. Στη λαϊκή παράδοση θεωρούνταν κακός οιωνός — αν κάποιος έβλεπε τον εαυτό του, σήμαινε πως ο θάνατος πλησίαζε. Ο ΧΑΪΝΕ χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο για να δείξει ότι ο πόνος του παρελθόντος έχει αυτονομηθεί, παίρνοντας τη μορφή μιας ξένης, εφιαλτικής οντότητας που στοιχειώνει το παρόν.
ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Η μελοποίηση του ΣΟΥΜΠΕΡΤ υπήρξε ρηξικέλευθη. Για την εποχή του, το κομμάτι θεωρήθηκε σοκαριστικό, καθώς εγκατέλειπε την παραδοσιακή «όμορφη» μελωδία για χάρη της ψυχολογικής αλήθειας:
Η Ατμόσφαιρα: Το πιάνο ανοίγει με τέσσερις αργές, σκοτεινές συγχορδίες που επαναλαμβάνονται σαν το βαρύ βήμα της μοίρας, θυμίζοντας εκκλησιαστικό όργανο ή νεκρώσιμη πομπή.
Η Φωνή: Η ερμηνεία κινείται ανάμεσα στον ψίθυρο μιας εξομολόγησης και μια κραυγή απόγνωσης τη στιγμή που ο ήρωας αναγνωρίζει τη δική του μορφή στον «ξένο» που στέκει μπροστά του.
Ο Μοντερνισμός: Η μουσική είναι γεμάτη δυσαρμονίες, αποδίδοντας με μοναδικό τρόπο τον εσωτερικό διχασμό και την απόλυτη ψυχολογική κατάρρευση.
Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟ
Ο ΣΟΥΜΠΕΡΤ, διαισθανόμενος πως το δικό του τέλος πλησίαζε, μετέφερε σε αυτή τη σύνθεση όλη την υπαρξιακή του αγωνία. Το έργο στέκεται ως μια ανατομία της ανθρώπινης συνείδησης, υπενθυμίζοντας πως οι πιο τρομακτικοί δαίμονες δεν είναι εξωτερικοί, αλλά ενσαρκώσεις των δικών μας τραυμάτων που αρνούνται να πεθάνουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.