Ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ
Ο πόνος, αγαπημένε μου, είναι μια στιγμή τρομακτικά μακρά. Δεν μπορούμε να τον τεμαχίσουμε σε εποχές, ούτε να τον μετρήσουμε με το πέρασμα των ωρών. Μπορούμε μονάχα να καταγράφουμε τους
παροξυσμούς του και να σημειώνουμε με πίκρα την αδιάκοπη επανάληψή του. Για εμάς, εδώ στη φυλακή, ο χρόνος δεν προχωρεί· είναι σαν να στροβιλίζεται γύρω από ένα κέντρο ακίνητο, το σκοτεινό κέντρο του πόνου.Η μονοτονία αυτής της ζωής είναι παραλυτική. Κάθε περίσταση, κάθε κίνηση είναι κανονισμένη σύμφωνα με ένα αμείλικτο, σιδηρό σχέδιο. Τρώμε, πίνουμε, πλαγιάζουμε και προσευχόμαστε —ή τουλάχιστον γονατίζουμε για να προσευχηθούμε— πάντα σύμφωνα με τους κανόνες μιας σιδηράς τυπικότητας. Αυτή η ομοιομορφία κάνει κάθε φοβερή μέρα να μοιάζει με την προηγούμενη, μια ατέρμονη επανάληψη της ίδιας θλίψης.
Η ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
Έδωσα στον κόσμο ένα όνομα τιμημένο και γνωστό, ένα όνομα που έλαμπε όχι μόνο στη φιλολογία και τις τέχνες, αλλά και στην ιστορία της χώρας μας. Το όνομα αυτό, που κάποτε ήταν συνώνυμο της ευφυΐας και της ομορφιάς, το ντρόπιασα για πάντα. Το έκανα ένα ελεεινό παρατσούκλι μεταξύ ποταπών ανθρώπων, το έσυρα μέσα στη λάσπη της δημόσιας χλεύης.
Υπήρξα ένας κύριος της μόδας, ένας άνθρωπος που όριζε το γούστο της εποχής του. Είχα γύρω μου τις πιο λαμπρές διάνοιες, έγινα ο καταστροφέας της μεγαλοφυΐας μου. Ενώ βρισκόμουν στα ύψη, κατέβηκα μόνος μου στα βάθη, γυρεύοντας νέες, επικίνδυνες εντυπώσεις. Ό,τι ήταν το παράδοξο για μένα στον κόσμο της σκέψης, έγινε διαφθορά στον κόσμο του πάθους. Η επιθυμία μου κατέληξε να είναι μια αρρώστια, μια τρέλα που με τύφλωσε. Έγινα αδιάφορος για τη ζωή των άλλων, μέχρι που η ίδια η ζωή με εκδικήθηκε.
Ο ΠΟΝΟΣ ΩΣ ΙΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ
Ο πόνος όμως είναι το πιο ευαίσθητο από όλα τα δημιουργήματα. Τίποτα δεν πάλλεται στον κόσμο της σκέψης χωρίς να δονήσει και μια χορδή του πόνου. Είναι το λεπτότατο φύλλο χρυσού που δείχνει την κατεύθυνση του ανέμου. Όπου υπάρχει πόνος, εκεί είναι τόπος ιερός. Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα το καταλάβουν αυτό. Δεν θα ξέρουν τίποτα από την αληθινή ζωή όσο δεν εννοούν το βάθος της θλίψης.
Θυμάμαι, όταν με κατέβασαν από τη φυλακή στο δικαστήριο της χρεοκοπίας, μέσα στον μακρύ, μελαγχολικό διάδρομο, κάποιος με περίμενε. Μπροστά σε όλο τον κόσμο, εκείνος έκανε μια απλή και συγκινητική πράξη: αποκαλύφθηκε, βγάζοντας το καπέλο του, καθώς περνούσα εγώ με τα χέρια δεμένα και το κεφάλι σκυφτό. Αυτή η μικρή, σιωπηλή απόδειξη αγάπης άνοιξε για μένα όλες τις πηγές του ελέους. Έκανε την έρημο της ψυχής μου να ανθίσει σαν τριαντάφυλλο και με έφερε σε αρμονία με τη μεγάλη, πληγωμένη καρδιά του κόσμου.
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ
Όταν η φρόνηση δεν με βοήθησε καθόλου, όταν η φιλοσοφία έμεινε στείρα και οι παροιμίες των ανθρώπων ήταν σαν στάχτη στο στόμα μου, η ταπεινοφροσύνη έγινε το σωσίβιό μου. Πέρασα από κάθε δυνατή παραλλαγή του πόνου: άγρια απελπισία, λύσσα, πίκρα, βουβή δυστυχία. Τώρα πια, δεν φοβάμαι να παραδεχτώ την ήττα μου.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
Βαρέθηκα τους λόγους των ανθρώπων. Αναζητώ το αλληγορικό στη ζωή και στη φύση. Η κοινωνία, όπως την έχουμε σχηματίσει, δεν θα έχει θέση για μένα μετά από αυτό. Αλλά η φύση, της οποίας οι βροχές πέφτουν το ίδιο σε δίκαιους και αδίκους, θα με δεχτεί. Θα έχει στους βράχους της σχισμές όπου θα μπορώ να κρυφτώ, χαράδρες στη σιωπή των οποίων θα μπορώ να κλάψω ανενόχλητος.
Η φύση θα κρεμάσει αστέρια τη νύχτα για να περπατώ χωρίς να σκοντάφτω στο σκοτάδι, και θα στείλει τον άνεμο να σβήσει τα ίχνη μου, για να μην μπορεί κανείς να με καταδιώξει. Θα με καθαρίσει με τα νερά της και θα με θεραπεύσει με τα πικρά της βότανα. Γιατί πίσω από όλη αυτή την ομορφιά, υπάρχει ένα πνεύμα με το οποίο επιθυμώ πλέον να βρεθώ σε απόλυτη αρμονία.
ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ ΦΥΛΑΚΕΣ ΡΕΝΤΙΝΓΚ, 1897
ΑΝΑΛΥΣΗ
Ξεκινώντας την εμβάθυνση στο εμβληματικό αυτό έργο, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε. Το DE PROFUNDIS (Εκ Βαθέων) δεν είναι απλώς μια επιστολή, αλλά ένα συγκλονιστικό χρονικό της ανθρώπινης ψυχής που αναμετράται με την πτώση, την ταπείνωση και, τελικά, την πνευματική αναγέννηση.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το έργο γράφτηκε από τον ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου του 1897, προς το τέλος της διετούς φυλάκισής του στις φυλακές του Ρέντινγκ. Ο Ουάιλντ, που κάποτε μεσουρανούσε στα σαλόνια του Λονδίνου ως ο απόλυτος αισθητής και ευφυολόγος, βρέθηκε έγκλειστος με την κατηγορία της «βαρείας ασελγείας».
Ο Παραλήπτης: Η επιστολή απευθύνεται στον ΛΟΡΔΟ ΑΛΦΡΕΝΤ ΝΤΑΓΚΛΑΣ (γνωστό ως "Bosie"), τον εραστή του Ουάιλντ, η σχέση με τον οποίο στάθηκε η αφορμή για την καταστροφή του.
Οι Συνθήκες: Η συγγραφή έγινε κάτω από αυστηρή επιτήρηση. Του επιτρεπόταν να γράφει μόνο για "λογοτεχνικούς σκοπούς", και κάθε σελίδα που τελείωνε του την αφαιρούσαν οι δεσμοφύλακες.
Η ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Η εισαγωγή του έργου μας προετοιμάζει για μια διαδρομή σε δύο επίπεδα:
Η Αναδρομή: Ο Ουάιλντ αναλύει με οδυνηρή λεπτομέρεια τη σχέση του με τον Ντάγκλας, καταλογίζοντάς του πνευματική ρηχότητα και ηθική τύφλωση. Αναγνωρίζει όμως και το δικό του σφάλμα: ότι επέτρεψε στην "απόλαυση" να θολώσει την καλλιτεχνική του κρίση.
Η Φιλοσοφική Μεταστροφή: Σταδιακά, η επιστολή μετατρέπεται από κατηγορητήριο σε έναν ύμνο προς τον Πόνο και την Ταπεινοφροσύνη. Ο Ουάιλντ ανακαλύπτει ότι ο πόνος είναι η μόνη οδός προς την αλήθεια και τη βαθύτερη αυτογνωσία.
«Όπου υπάρχει πόνος, εκεί είναι ιερός τόπος.»
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ
Ο τίτλος προέρχεται από τον Ψαλμό 130 της Βίβλου: "De profundis clamavi ad te, Domine" (Εκ βαθέων εκέκραξά σοι, Κύριε). Συμβολίζει την κραυγή ενός ανθρώπου που βρίσκεται στο ναδίρ της ύπαρξής του και αναζητά φως μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της απομόνωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.