Τα στρώματα και τα παπλώματά μας ήταν παραγεμισμένα με μπαμπάκι και καμιά φορά και με μαλλί.
Πουπουλένια δεν είχαμε, ήταν σπάνια. Με τη μακροχρόνια, λοιπόν, χρήση έχανε η γέμιση την απαλότητά της, γιατί το υλικό της είχε πια πατικωθεί και τα στρωσίδια είχαν χάσει την ελαστικότητά τους.Φώναζες τότε τον μάστορα με το παράξενο δοξάρι κι αυτός καθότανε σταυροπόδι στο πάτωμα, αφού έκλεινε καλά πόρτες και παράθυρα. Ξήλωνε τα στρωσίδια, συσσώρευε το μαλλί ή το μπαμπάκι μπροστά του, άρπαζε το δοξάρι και τη μπουκάλα και άρχιζε το κονσέρτο. Ταν, ταν, δυνατά η μπουκάλα στη χορδή, που την ακουμπούσε ακροθιγώς πάνω στο σωρό κι αυτή παλλόμενη άρπαζε το μπαμπάκι και το εκσφενδόνιζε στον αέρα μέσα στο δωμάτιο. Κι έτσι, μέσα σ’ έναν ήχο σε σολ ύφεση συνοδευόμενο από το ρυθμικό χτύπημα της μπουκάλας, χανότανε παπλωματάς και στρωσίδια μέσα σ’ ένα πυκνό χιόνι μέχρι το ταβάνι και το μπαμπάκι ψιλολαναριζότανε, αφράτευε κι όταν κατακάθιζε, σχημάτιζε έναν απαλό χιονάτο σωρό.
Τελείωνε έτσι η πρώτη φάση. Δοξάρι και μπουκάλα μπαίνανε στη γωνιά. Γέμιζε ο μάστορας στα σβέλτα τα στρωσίδια κι έπιανε βελόνα και κλωστή. Καπιτονάριζε όμορφα όμορφα τα στρώματα, έραβε με τέχνη και χωρίς μέτρημα μπακλαβωτά τα παπλώματα και σου τα παράδινε χαρά των οφθαλμών. Τα κατάφερνε κιόλας να περισσέψει και λίγη γέμιση που την έχωνε στον τορβά του, ως τυχερό του επαγγέλματος. Αυτή η δουλειά γινότανε στα σπίτια μας, τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο. Και μ’ αυτή την ευκαιρία πλένανε οι μανάδες μας τα υφάσματα με καυτό νερό, σαπούνια και σόδες, να καθαριστούν, να λάμψουν πάλι τα χρώματά τους, και να εξαφανιστούν τα αυγά των κοριών και των άλλων ζωυφίων που ήταν μόνιμη αιτία να τυραννιόμαστε στον ύπνο μας χειμώνα καλοκαίρι, για όσους τα ξέχασαν.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.