Η ιστορία μας μεταφέρει στην επαρχία Τσιάπας του Μεξικού. Εκεί, η γυναίκα ενός Ινδιάνου πέθανε και εκείνος έμεινε απαρηγόρητος. Δεν είχε πια κανέναν να τον φροντίζει, να τον παρηγορεί και να διώχνει τη μοναξιά του τις νύχτες. Όσο περνούσε ο καιρός, η θλίψη του μεγάλωνε και άρχισε να τριγυρνά ζαβλακωμένος έξω από τα σπίτια των γειτόνων του, οι οποίοι τον λυπόντουσαν και μοιράζονταν μαζί του λίγο χυλό και τορτίγιας.
Ένα βράδυ, πήγε στο μικρό κοιμητήριο όπου ήταν θαμμένη η γυναίκα του και έπεσε πάνω στον τάφο της κλαίγοντας: «Πού πήγες καρδιά μου; Γιατί με άφησες να υποφέρω έτσι, μόνος και ξεχασμένος;». Καθώς τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνος. Σηκώνοντας το βλέμμα, είδε έναν άντρα, έναν «Λαντίνο», που φορούσε καθαρό παντελόνι και υφασμάτινο πουκάμισο.
«Γιατί κλαις, φίλε;», τον ρώτησε ο άγνωστος ευγενικά. Ο φτωχός άντρας, αφού συνήλθε από το ξάφνιασμα, αποκρίθηκε: «Κλαίω επειδή η γυναίκα μου πέθανε και η καρδιά μου πάει να σπάσει από τη μοναξιά». «Ώστε θέλεις να την ξαναδείς;», είπε ο άγνωστος. «Πολύ καλά λοιπόν. Κλείσε τα μάτια σου και κράτα τα κλειστά μέχρι να σου πω εγώ». Λίγα λεπτά αργότερα, ο άντρας άνοιξε τα μάτια του και ανακάλυψε πως βρισκόταν στον Κάτω Κόσμο, μπροστά στον Άρχοντα του Θανάτου.
Ο Άρχοντας του είπε: «Αν θες να δεις τη γυναίκα σου, περπάτα μέχρι τον ποταμό. Εκεί θα βρεις ένα άλογο που πρέπει να μου το φέρεις πίσω». Ο άντρας πήγε, αλλά είδε μόνο γυναίκες να πλένουν ρούχα. Επέστρεψε μπερδεμένος και ο Άρχοντας του εξήγησε: «Ρώτα την καθεμιά αν είναι άλογο. Αυτή που θα σου απαντήσει θετικά, θα μεταμορφωθεί σε άλογο. Αυτή θα είναι η γυναίκα σου».
Έτσι κι έγινε. Μια γυναίκα, μόλις άκουσε την ερώτηση, μεταμορφώθηκε σε άλογο. Ο άντρας την έδεσε με τη ζώνη του και την οδήγησε πίσω. Στον δρόμο, πέρασαν δίπλα από ένα πηγάδι με φωτιά και σωρούς από κόκαλα. Το άλογο του μίλησε: «Κάθε μέρα πλένω στο ποτάμι ως γυναίκα, αλλά μετά γίνομαι άλογο για να κουβαλήσω ξύλα στη φωτιά. Εκεί γίνομαι κόκαλα και καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη. Αυτή είναι η τιμωρία μου, γιατί ο Άρχοντας θεωρεί πως πέρασα μια όμορφη ζωή μαζί σου και θέλει να με κάνει να υποφέρω τώρα».
Στην καλύβα τους, η γυναίκα του έδωσε κίτρινο καλαμπόκι και κόκκινα φασόλια. «Εδώ δεν τρώμε λευκό καλαμπόκι, γιατί είναι ανθρώπινα μυαλά. Ούτε μαύρο καλαμπόκι, γιατί είναι καμένη σάρκα. Ούτε μαύρα φασόλια, γιατί είναι οι κόρες των ματιών μας». Όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, του είπε: «Εσύ θα κοιμηθείς στο πάτωμα. Δεν μας επιτρέπεται να κοιμηθούμε μαζί». Όμως εκείνος, κυριευμένος από επιθυμία, πήγε στο κρεβάτι της. Μόλις την άγγιξε, τα δάχτυλά του ένιωσαν μόνο γυμνά κόκαλα δίχως
σάρκα.
«Δεν έπρεπε να με αγγίξεις!», του είπε πικρά το πρωί. «Τώρα η τιμωρία μου θα αυξηθεί. Πρέπει να γυρίσεις πίσω, αλλά να ξέρεις πως θα πεθάνεις σε 15 μέρες, γιατί είδες πράγματα που κανένας ζωντανός δεν πρέπει να δει».
Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους: «Δεν με νοιάζει. Δεν θέλω να ζω άλλο μόνος μου». Ο Λαντίνο τον επέστρεψε στο νεκροταφείο με τον ίδιο τρόπο. Ο άντρας γύρισε στην καλύβα του και, ακριβώς όπως είχε προφητευτεί, πέθανε 15 μέρες αργότερα, κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο για να σμίξει με τη γυναίκα του για πάντα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.