Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Δε χαμογελούν ποτέ. Βλέπουν πίσω και πέρα από όλους εμάς που ονοματίζουν «άστεγους».

Κρυώνω. Νιώθω πως ποτέ δε θα καταφέρω ξανά να ζεσταθώ. Θα μείνω μέσα μου κι έξω μου καταπαγωμένος, σα μαμούθ στην εποχή των παγετώνων. Ξεπάγιασαν τα δάχτυλά μου. Γέμισαν φουσκάλες που τις δαγκώνω να τις σκίσω. ‘Όπως τα χαρτόκουτα που έσυρα ως αυτή εδώ την απαγκιασμένη γωνιά… Τη μεσημεριανή μου πείνα χόρτασαν οι μερίδες γεύματος φιλανθρωπίας που μας μοίρασαν γυναίκες με σφιχτοκουμπωμένες στο λαιμό ζακέτες. Δε χαμογελούν ποτέ. Βλέπουν πίσω και πέρα από όλους εμάς που ονοματίζουν «άστεγους». Το βράδυ οι ουρές στις δομές είναι τόσο μεγάλες που προτιμώ να μένω νηστικός παρά να σέρνομαι τρέμοντας ως εκεί. Απόψε, καθώς η κοιλιά γουργούριζε και πάλι, στον κάδο κάτω από τις πολυφωτισμένες βιτρίνες ενός υπερκαταστήματος, βρήκα κάτι λαχταριστά μισοσαπάκια-έπαιξα μπουνιές με τον Μιχάλη που κοιμάται στη στοά, αλλά δεν τον άφησα να μου τα αρπάξει. Τι φαταούλας! Μου θυμίζει εκείνους τους βολευτάδες που κάποτε ψήφιζα… Το ψιλόβροχο με νανουρίζει. Διαπερνά τη σκισμένη τέντα στην πρόσοψη του λουκετόκλειστου μαγαζιού που το βράδυ έχω για σπίτι. Στο σπασμένο μαρμάρινο πεζούλι, πάνω στα καινούρια μου χαρτόκουτα, ελπίζω να μείνω στεγνός και προστατευμένος όλη νύχτα. Μέσα απ’ το λερό μου παλτό, δύο στρώσεις πουλόβερ με τρύπες, κατάσαρκα ένα μακό με τα λογότυπα ποδοσφαιρικής ομάδας-πόσα χρόνια αλήθεια πάνε από τότε που αγόραζα εισιτήριο διαρκείας για να αφιονιστώ κραυγάζοντας στις κερκίδες; Σήμερα, δεν ξέρω καν τίνος «οπαδός» είμαι. Ούτε καν του εαυτού μου. Βλέπω τα ισχαιμικά δέντρα με τις φωτεινές γιρλάντες, τις κιτς προσόψεις των σπιτιών και αναρωτιέμαι ποια εικαστική μαλθακία έχει επιβάλλει τόσο φως σε μια χώρα μες στα σκοτάδια…
Άηχοι ήχοι, γέλια άχαρα και μια παρέα νεαρών στρίβει. Κουρνιάζω στο ημίφως, γίνομαι ένα με το κατεβασμένο ρολό. Φοβάμαι. Συχνά πυκνά οι κλωτσιές εκείνων που ο μπαμπάκας πληρώνει αδρά τα νυχτερινά τους ποτά, είναι πιο δυνατές και αναίτιες κι από εκείνες των φουσκωτών τύπων με τις μπότες και τις μαύρες μπλούζες-ψυχές. Νεαρόπαιδα περνούν χασκογελώντας, ουρλιάζοντας «μαλάκα» ο ένας τον άλλο. Πού θα ξεθυμάνουν την απογοήτευσή τους για τη σκατοκοινωνία που τους πασάραμε; Δάκρυ στάζει στο μάγουλό μου ή βροχή; Δε κλαίω, πια. Στέρεψα από δάκρυα, λέξεις, σκέψεις, συναισθήματα. Πανομοιότυπη η μέρα με τη νύχτα-στο λήθαργο της απάθειας ζω εδώ και καιρό. Πόσος να είναι άραγε; Μπορεί κι από τότε που ήμουν «στέλεχος επιχειρήσεων» και καμάρωνα το «ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης» να φιγουράρει στο κέντρο τούτης της άξενης πόλης. Τότε που άγχος μου μοναδικό ήταν αν το πουκάμισο ταίριαζε με το κοστούμι, η κάλτσα με το ιταλικό πατούμενο, η γκόμενα με το αυτοκίνητο κι αν θα περνούσα «πόρτα» για εορταστική έξοδο στην «πίστα» για λουλουδορίψεις στη «φίρμα». Η δικιά μου η μάγισσα ήταν κακιά, πανάθεμά την. Ανάποδα κύλησε το παραμύθι της ζωής μου. Το κάμπριο το μετέτρεψε σε κολοκύθα, την ιπποδύναμη σε ποντίκια που ροκάνισαν το έχειν μου. Το γυάλινο κτίριο που στεγαζόταν η έπαρσή μου, με ένα χτύπημα του ραβδιού, έγινε θρύψαλα. Μαζί και η δύναμη να το παλέψω, να αντιταχθώ… Μια πόρτα από το κωλόμπαρο της γωνίας, ανοίγει… «Με παράσυρε το ρέμα-μάνα μου δεν είναι ψέ…». Απομένει το βουητό των αυτοκινήτων που περνούν και τρέχουν. Πού έχουν να πάνε, άραγε; Μέσα σε μια στάσιμη χώρα, σαν σε ταινία τρόμου, βρίσκονται χιλιόμετρα πιο πίσω από εκεί που ξεκίνησαν… Αποστεωμένος σκύλος, προσπαθεί να δαγκώσει την ουρά του. Γυροφέρνει μαγεμένος από την τριχωτή της άκρη, τρέχουν τα σάλια του, μα αυτή, όλο ξεφεύγει. Φεύγει η σκέψη μου. Πετάει στην άκρη του ουρανού που είναι μαύρος απόψε. Όπως και το πρωί. Ένας θλιβερός γκριζοσταχτής ορίζοντας, σα ποντίκι που ξεπηδά από τις αποχετεύσεις. Κρυώνω πολύ. Μυρίζει καμένο. Έβαλαν φωτιά οι παλιόφιλοι, στου πάρκου την άκρη. Σέρνω τα βήματα. Οι φλόγες με καλούν. Απλώνω τα δάχτυλα, κλέβω λίγη ζεστασιά. Αποκαΐδια και μέσα μου. Θα στρώσω να κοιμηθώ εδώ, κοντά στις στάχτες. Κι ας μη ξυπνήσω το πρωί… Άστεγος Σταχτοπούτος Μαργαρίτα Ικαρίου https://www.efsyn.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Ο ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΙΟΥ

Φωτογράφος: William James Stillman το 1869. Το Ξύπνημα στον Λόφο Ο ήλιος δεν είχε προβάλει ακόμα πίσω από τον Υμηττό, όταν ο μαστρο-Αργύρης ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου