Α!
—Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
—Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
—Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
—Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιός φταίει; ποιός φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
| Οι Μοιραίοι | εκδόσεις Κέδρος
—Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
—Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
—Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιός φταίει; ποιός φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
| Οι Μοιραίοι | εκδόσεις Κέδρος
Β!
-Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν...
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
(από το ποίημα «Οι Πόνοι της Παναγίας»)
-Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος.
-Κι αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς,
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς.
-Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.
-Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος.
-Κι αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς,
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς.
-Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.
(από το ποίημα «Η Ταβέρνα»)
-Εδώ ‘ναι η στάχτη ενός λαού, που ήταν αιώνια φλόγα.
-Δεν ξέρεις καημένε τη λαϊκή ψυχή.
Οι λαοί πιστεύουν πιότερο τ’ αυτιά τους παρά τα μάτια τους.
Πιότερο το μύθο παρά τα γεγονότα.
Πιότερο τη φαντασία τους από τη κρίση τους…
-Εδώ ‘ναι η στάχτη ενός λαού, που ήταν αιώνια φλόγα.
-Δεν ξέρεις καημένε τη λαϊκή ψυχή.
Οι λαοί πιστεύουν πιότερο τ’ αυτιά τους παρά τα μάτια τους.
Πιότερο το μύθο παρά τα γεγονότα.
Πιότερο τη φαντασία τους από τη κρίση τους…
(από τον «Μονόλογο του Μώμου»).
Κώστας Βάρναλης.
O Κώστας Βάρναλης ήταν Έλληνας ποιητής, λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο.
O Κώστας Βάρναλης ήταν Έλληνας ποιητής, λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1884 στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας, όπου και βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό, δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες — το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.
Έδειξε σε νεαρή ηλικία την κλίση του προς τα γράμματα, καθώς τελειώνοντας τις σπουδές του στο Ελληνικό Σχολείο ήρθε στην Ελλάδα, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.
Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση, στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) και στη συνέχεια στην Ελλάδα και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών.
Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ώς το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Γκυστάβ Φλωμπέρ. Μετά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού.
Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ώς το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Γκυστάβ Φλωμπέρ. Μετά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού.
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας. Η επαφή με τα ποικίλα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής και τις έντονες ιδεολογικές ζυμώσεις που ακολούθησαν τη ρωσική επανάσταση του 1917 στο μεσοπολεμικό Παρίσι ευθύνεται για μια σταδιακή αλλαγή της κοσμοαντίληψής του που διαμορφώνεται πλέον στη βάση της μαρξιστικής ιδεολογίας. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα «Προσκυνητής».
Από τα πιο σημαντικά έργα του είναι «Το φως που καίει», το οποίο εξέδωσε το 1922 στην Αλεξάνδρεια, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, το λυρικό ποίημα «Οι Μοιραίοι», από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης (με την επιτυχημένη μελοποίησή του από τον Μίκη Θεοδωράκη), η συλλογή αφηγημάτων «Ο λαός των μουνούχων» (1923), το κριτικό δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), το ποιητικό «Σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927), το αφηγηματικό «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931) κ.α.
Το 1926 ξεκινάει το στάδιο της δημοσιογραφικής του καριέρας που θα αποτελέσει τρόπο βιοπορισμού για τον επόμενο σχεδόν μισό αιώνα, ώς τη δικτατορία του 1967: πρώτος σταθμός οι φιλολογικές και πολιτικές ανταποκρίσεις από το Παρίσι για την εφημερίδα Πρόοδος. Το 1929 παντρεύτηκε την Ελληνίδα ποιήτρια Δώρα Μοάτσου.
Μετά τη συμμετοχή του στο Συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων στη Μόσχα το 1935, θα είναι ένας από τους τριακόσιους που η δικτατορική κυβέρνηση Κονδύλη θα εξορίσει, ως μέρος των μέτρων για την «ομαλή» διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την κατάργηση του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο Βάρναλης πηγαίνει στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο για δύο μήνες.
Κατά τη συνεργασία του με την εφημερίδα Πρωία επιχειρεί να θεμελιώσει μια αντικειμενική μέθοδο αισθητικής θεωρίας: τίθεται εναντίον της «φυγοκοσμίας» και της «τέχνης για την τέχνη» αλλά παράλληλα τονίζει ότι η αξία του έργου τέχνης κρίνεται από τα εκφραστικά αποτελέσματα. Επιλογή από τα άρθρα του αυτής της εποχής συγκεντρώνονται αργότερα στον τόμο Αισθητικά-Κριτικά (α΄ και β΄ τόμος, 1958).
Στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύεται και η σημαντική έρευνά του με τίτλο «Άνθρωποι ― ζωντανοί, αληθινοί» για τους τρελούς του δημόσιου ψυχιατρείου.
Από τα πιο σημαντικά έργα του είναι «Το φως που καίει», το οποίο εξέδωσε το 1922 στην Αλεξάνδρεια, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, το λυρικό ποίημα «Οι Μοιραίοι», από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης (με την επιτυχημένη μελοποίησή του από τον Μίκη Θεοδωράκη), η συλλογή αφηγημάτων «Ο λαός των μουνούχων» (1923), το κριτικό δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), το ποιητικό «Σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927), το αφηγηματικό «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931) κ.α.
Το 1926 ξεκινάει το στάδιο της δημοσιογραφικής του καριέρας που θα αποτελέσει τρόπο βιοπορισμού για τον επόμενο σχεδόν μισό αιώνα, ώς τη δικτατορία του 1967: πρώτος σταθμός οι φιλολογικές και πολιτικές ανταποκρίσεις από το Παρίσι για την εφημερίδα Πρόοδος. Το 1929 παντρεύτηκε την Ελληνίδα ποιήτρια Δώρα Μοάτσου.
Μετά τη συμμετοχή του στο Συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων στη Μόσχα το 1935, θα είναι ένας από τους τριακόσιους που η δικτατορική κυβέρνηση Κονδύλη θα εξορίσει, ως μέρος των μέτρων για την «ομαλή» διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την κατάργηση του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο Βάρναλης πηγαίνει στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο για δύο μήνες.
Κατά τη συνεργασία του με την εφημερίδα Πρωία επιχειρεί να θεμελιώσει μια αντικειμενική μέθοδο αισθητικής θεωρίας: τίθεται εναντίον της «φυγοκοσμίας» και της «τέχνης για την τέχνη» αλλά παράλληλα τονίζει ότι η αξία του έργου τέχνης κρίνεται από τα εκφραστικά αποτελέσματα. Επιλογή από τα άρθρα του αυτής της εποχής συγκεντρώνονται αργότερα στον τόμο Αισθητικά-Κριτικά (α΄ και β΄ τόμος, 1958).
Στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύεται και η σημαντική έρευνά του με τίτλο «Άνθρωποι ― ζωντανοί, αληθινοί» για τους τρελούς του δημόσιου ψυχιατρείου.
Μετά την απελευθέρωση και το κλείσιμο της Πρωίας συνεργάζεται στον πρώτο Ριζοσπάστη(1945-1947), στο Ριζό της Δευτέρας (1946-1947) και στον Προοδευτικό φιλελεύθερο (1950-1953). Από το 1952 και για τα επόμενα δεκαεπτά χρόνια ο Βάρναλης αναλαμβάνει το καθημερινό χρονογράφημα της Αυγής, μια στήλη με τίτλο «Λόγια που καίνε».
Σημαντικός σταθμός στην αναγνώριση του έργου του το 1956, όταν του απονέμεται το Βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1959 κερδίζει μια σημαντική ευρωπαϊκή διάκριση: το Βραβείο Λένιν, για τη συμβολή του στον παγκόσμιο αγώνα για την ειρήνη
Σημαντικός σταθμός στην αναγνώριση του έργου του το 1956, όταν του απονέμεται το Βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1959 κερδίζει μια σημαντική ευρωπαϊκή διάκριση: το Βραβείο Λένιν, για τη συμβολή του στον παγκόσμιο αγώνα για την ειρήνη
Έχουν προηγηθεί, μεταξύ άλλων, οι εκδόσεις των έργων Ζωντανοί άνθρωποι (1939), Ποιητικά και τα ιστορικά δοκίμια με τίτλο Διχτάτορες (1956), επιφυλλίδες στην εφημερίδα Πρωία τον καιρό της ιταλικής φασιστικής επίθεσης του Μουσολίνι εναντίον της Ελλάδας.
Μετά από ένα διάστημα ποιητικής σιωπής, το 1965 εκδίδεται η ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, εκδίδει το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄, που είχε ξεκινήσει στα μετεμφυλιακά χρόνια· τοποθετημένο στη ρωμαϊκή εποχή αλλά με σύγχρονες αναφορές στην Κατοχή και την Αντίσταση.
Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
Πέθανε #ΣανΣήμερα στις 16 Δεκεμβρίου του 1974 και η κηδεία του μετατρέπεται σε παλλαϊκή συγκέντρωση.
Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Οργή Λαού (1975), με ποιήματα επικαιρικά, γραμμένα κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας, και τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980), συγκεντρωτικός τόμος επιφυλλίδων του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, δημοσιευμένων από τον Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο του 1935.
Μετά από ένα διάστημα ποιητικής σιωπής, το 1965 εκδίδεται η ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, εκδίδει το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄, που είχε ξεκινήσει στα μετεμφυλιακά χρόνια· τοποθετημένο στη ρωμαϊκή εποχή αλλά με σύγχρονες αναφορές στην Κατοχή και την Αντίσταση.
Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
Πέθανε #ΣανΣήμερα στις 16 Δεκεμβρίου του 1974 και η κηδεία του μετατρέπεται σε παλλαϊκή συγκέντρωση.
Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Οργή Λαού (1975), με ποιήματα επικαιρικά, γραμμένα κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας, και τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980), συγκεντρωτικός τόμος επιφυλλίδων του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, δημοσιευμένων από τον Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο του 1935.
Ο Κώστας Βάρναλης υπερασπίστηκε αταλάντευτα το δίκιο του απλού ανθρώπου, διατρανώνοντας το σε όλα τα έργα του, ποιητικά και πεζά, καθώς και στο δημόσιο λόγο του ως δημοσιογράφου.
«Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ’ αυτί, για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω από τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες», ήταν τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου για τον Κώστα Βάρναλη.
Μερικά ποιήματά του που μελοποιήθηκαν και ακούγονται σήμερα πολύ, πιθανόν χωρίς να γνωρίζουμε καν πως πρόκειται για ποίηση του Βάρναλη, είναι «Οι Μοιραίοι» και «Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου», ερμηνευμένη στην πρώτη της εκτέλεση από τον Νίκο Ξυλούρη.
https://youtu.be/iAS4yKki5R0
"Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου".
«Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ’ αυτί, για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω από τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες», ήταν τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου για τον Κώστα Βάρναλη.
Μερικά ποιήματά του που μελοποιήθηκαν και ακούγονται σήμερα πολύ, πιθανόν χωρίς να γνωρίζουμε καν πως πρόκειται για ποίηση του Βάρναλη, είναι «Οι Μοιραίοι» και «Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου», ερμηνευμένη στην πρώτη της εκτέλεση από τον Νίκο Ξυλούρη.
https://youtu.be/iAS4yKki5R0
"Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου".
Δε λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο, της ζωής το ρημαδιό.
Mεροδούλι, ξενοδούλι! Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι
ούλοι: δούλοι, αφεντικό και μ’ αφήναν νηστικό.
Tα παιδιά, τα καλοπαίδια, παραβγαίνανε στην παίδεια, με κοτρώνια στα ψαχνά, φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!
Aνωχώρι, Kατωχώρι, ανηφόρι, κατηφόρι και με κάμα και βροχή, ώσπου μού βγαινε η ψυχή.
Eίκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι κ’ έχτισα, στην εμπασιά του χωριού, την εκκλησιά.
Kαι ζεβγάρι με το βόδι (άλλο μπόι κι άλλο πόδι) όργωνα στα ρέματα τ’ αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ’ «όλα για όλα» κουβαλούσα πολυβόλα να σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ.
Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη εκουβάλησα τη νύφη και την προίκα της βουνό, την τιμή της ουρανό!
Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα μ’ έδεναν το Mάη το μήνα στο χωράφι το γυμνό να γκαρίζω, να θρηνώ.
Kι ο παπάς με την κοιλιά του μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! Δούλεβε για να στουμπώσει όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τι, να ζητάς την αρετή!
– Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
– Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
– Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
– Σουτ! Θα φας στον ουρανό!
K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα παρασφίξουνε τα γέρα, θα ξεκουραστώ κ’ εγώ, του θεού τ’αβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη, λίγο πιόμα και σανό, σύνταξη τόσω χρονώ!
Kι όταν ένα καλό βράδι θα τελειώσει μου το λάδι κι αμολήσω την πνοή (ένα πουφ! είν’ η ζωή),
η ψυχή μου θενά δράμει στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη, τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του να φιλάει τα γένια του!…
Γέρασα κι ως δε φελούσα κι αχαΐρευτος κυλούσα, με πετάξανε μακριά να με φάνε τα θεριά.
Kωλοσούρθηκα και βρίσκω στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
– «Xαίρε φως αληθινόν και προστάτη των κτηνών!
Σώσε το γέρο κυρ Mέντη απ’ την αδικιά τ’ αφέντη συ που δίδαξες αρνί τον κυρ λύκο να γενεί!
Tο σκληρόν αφέντη κάνε από λύκο άνθρωπο κάνε!…»
Mα με την κουβέντ’ αφτή πόρτα μού κλεισε κι αφτί.
Tότενες το μάβρο φίδι το διπλό του το γλωσσίδι πίσου από την αστοιβιά βγάζει και κουνάει με βια:
– «Φως ζητάνε τα χαϊβάνια κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια, μα θεοί κι οξαποδώ κει δεν είναι παρά δω.
Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου θα το βρείς.
Oπού ποθεί λεφτεριά, παίρνει σπαθί.
Mη χτυπάς τον αδερφό σου – τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό γίνε συ τ’ αφεντικό.
Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο, χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει κι άλλος ήλιος έχει βγει σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη».
_______________________
Η συγκλονιστική κατάθεση του Κώστα Βάρναλη στη δίκη του Μενέλαου Λουντέμη την οποία αφηγείται ο ίδιος ο Λουντέμης στο βιβλίο του,
''Ο Κονταρομάχος'':
_______________________
Η συγκλονιστική κατάθεση του Κώστα Βάρναλη στη δίκη του Μενέλαου Λουντέμη την οποία αφηγείται ο ίδιος ο Λουντέμης στο βιβλίο του,
''Ο Κονταρομάχος'':
"Είπαμε ότι ανάμεσα στους υπερασπιστές μου ήταν κι ο Δάσκαλος. Αλλά, πως ήρθε! Δεν είχε την υπομονή να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μόλις το πληροφορήθηκε απ΄ τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του κι ήρθε μόνος του. Δε λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτωριανών (που 'χανε κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο) και μπήκε στην αίθουσα.
-Κωνσταντίνος Βάρναλης… φώναξε ο κλητήρας.
Ο Δάσκαλος τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
-Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του 'πε ο Νίκος Παππάς.
-Εμένα; Τότε τι «Κωνσταντίνος» λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω.
-Περάστε κ. Βάρναλη… του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που 'κανε τον διανοούμενο.
Ο Δάσκαλος πλησίασε κάτω απ΄ την έδρα με το χέρι στ΄ αφτί. Ο Πρόεδρος ρωτά:
-Πιο δυνατά! φώναξε ο Βάρναλης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Με έμφαση): Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις;
Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;
Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ΄ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;
Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις.
Δεν είναι ένοχος.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της - την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε , έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν΄ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!"
-Κωνσταντίνος Βάρναλης… φώναξε ο κλητήρας.
Ο Δάσκαλος τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
-Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του 'πε ο Νίκος Παππάς.
-Εμένα; Τότε τι «Κωνσταντίνος» λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω.
-Περάστε κ. Βάρναλη… του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που 'κανε τον διανοούμενο.
Ο Δάσκαλος πλησίασε κάτω απ΄ την έδρα με το χέρι στ΄ αφτί. Ο Πρόεδρος ρωτά:
-Πιο δυνατά! φώναξε ο Βάρναλης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Με έμφαση): Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις;
Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;
Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ΄ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;
Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις.
Δεν είναι ένοχος.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της - την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε , έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν΄ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!"

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.