Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΚΑ

 


Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΑΛΕΞΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ ΤΟΛΣΤΟΪ


Ο ΑΛΕΞΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ ΤΟΛΣΤΟΪ (1817–1875) υπήρξε μία από τις πιο πολυσχιδείς
προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Αν και το όνομά του συχνά επισκιάζεται από τον δεύτερο εξάδελφό του, τον Λέοντα Τολστόι (συγγραφέα του «Πόλεμος και Ειρήνη»), ο Αλέξης ήταν ένας καταξιωμένος ποιητής, δραματουργός και διπλωμάτης.

Το διήγημα «Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΚΑ» γράφτηκε το 1839 στη γαλλική γλώσσα, κατά τη διάρκεια ενός διπλωματικού ταξιδιού του συγγραφέα. Παρόλο που ολοκληρώθηκε νωρίς στην καριέρα του, δημοσιεύτηκε μεταθανάτια το 1884. Το έργο αυτό θεωρείται θεμέλιος λίθος της γοτθικής λογοτεχνίας, καθώς ο Τολστόι δεν βασίστηκε στη δυτική ρομαντική εκδοχή του βρικόλακα, αλλά στις ωμές, παραδοσιακές δοξασίες των Σλάβων.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η έννοια του «Βουρδούλακα» (Vourdalak) που εισάγει ο Τολστόι δεν είναι τίποτα άλλο από τον δικό μας

Βρυκόλακα. Στη σλαβική παράδοση, ο Βουρδούλακας είναι μια εφιαλτική οντότητα: ένας νεκρός που επιστρέφει στη ζωή όχι για να επιτεθεί σε ξένους, αλλά για να τραφεί από το αίμα των πιο αγαπημένων του προσώπων.

Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Υπάρχει μια εκπληκτική ομοιότητα ανάμεσα στις σλαβικές παραδόσεις που περιγράφει ο Τολστόι και στη νεοελληνική μυθολογία της Τουρκοκρατίας.

  • Η Μεταμόρφωση: Όπως στη Σερβία, έτσι και στην ελληνική ύπαιθρο (ιδιαίτερα στην Κρήτη, τη Μάνη και τα νησιά), πίστευαν ότι αν ένας άνθρωπος ήταν αφορισμένος, κακός ή αν ένας νεκρός «περαστεί» από ζώο πριν ταφεί, το σώμα του δεν λιώνει αλλά «τυμπανιάζει» και γίνεται βρυκόλακας.

  • Ο Κοινωνικός Κανόνας: Και στις δύο παραδόσεις, ο βρυκόλακας επισκέπτεται πρώτα το σπίτι του, χτυπά την πόρτα και καλεί τα μέλη της οικογένειάς του με το όνομά τους.

  • Η Αντιμετώπιση: Η μέθοδος εξόντωσης—το παλούκωμα στην καρδιά ή ο αποκεφαλισμός και η καύση—είναι κοινή. Ο Τολστόι μεταφέρει αυτή τη λαϊκή φρίκη από τα βουνά της Σερβίας στο χαρτί, δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στον τρόμο των Βαλκανίων και την αριστοκρατική Ευρώπη.


Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΚΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ

Το έτος 1815, η Βιέννη ήταν το κέντρο του κόσμου. Οι μεγάλες δυνάμεις συγκεντρώθηκαν για να μοιράσουν τον χάρτη της Ευρώπης μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Μέσα σε αυτό το κλίμα των χορών και των διπλωματικών παρασκηνίων, μια εκλεκτική παρέα αριστοκρατών συγκεντρωνόταν τα βράδια στον πύργο της πριγκίπισσας του Σβάρτσενμπεργκ.

Κάποιο βράδυ, η συζήτηση στράφηκε στο υπερφυσικό. Οι καλεσμένοι διηγούνταν ιστορίες για φαντάσματα, μέχρι που ο Μαρκήσιος ντ' Υρφέ, ένας άντρας με αρχοντική παρουσία και σοβαρό βλέμμα, πήρε τον λόγο.

«Κύριοι,» είπε με μια δόση ειρωνείας, «οι ιστορίες σας είναι θαυμάσιες, αλλά τους λείπει η αλήθεια. Εγώ, όμως, υπήρξα μάρτυρας και θύμα μιας ιστορίας που ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, κάνει το αίμα μου να παγώνει.»

Όλοι σώπασαν. Ο Μαρκήσιος άρχισε να διηγείται:


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ

Ήμουν τότε νέος, γεμάτος πάθος και απερίσκεπτος. Ήμουν τρελά ερωτευμένος με την πανέμορφη δούκισσα του Γκραμόν. Εκείνη όμως έπαιζε μαζί μου, όπως κάνουν οι γυναίκες που γνωρίζουν τη δύναμή τους. Για να ξεφύγω από το μαρτύριο του ανεκπλήρωτου έρωτα, ζήτησα και πέτυχα μια διπλωματική αποστολή προς τον οσποδάρο της Μολδαβίας.

Πριν φύγω, η δούκισσα με δέχτηκε για μια τελευταία φορά. — «Ντ' Υρφέ,» μου είπε με μια φωνή που έτρεμε ελαφρά, «κάνετε μια ανοησία. Αλλά αφού επιμένετε, πάρτε αυτό.» Μου έδωσε έναν μικρό, ασημένιο σταυρό. — «Είναι οικογενειακό κειμήλιο. Κρατήστε το πάνω σας. Ίσως σας προστατεύσει από πράγματα που η λογική σας αρνείται να δεχτεί.»

Γέλασα τότε, αλλά πήρα τον σταυρό. Μετά από εβδομάδες ταξιδιού, βρέθηκα στα βάθη της Σερβίας. Το τοπίο ήταν άγριο, γεμάτο πυκνά δάση και απόκρημνα βουνά. Ένα απόγευμα, καθώς το φως χανόταν πίσω από τις κορυφές, έφτασα σε ένα μικρό χωριό. Το άλογό μου ήταν κατάκοπο. Σταμάτησα μπροστά σε ένα σπίτι που φαινόταν κάπως πιο εύπορο από τα άλλα.

Στην αυλή, ένας ψηλός νέος με ανήσυχο βλέμμα, ο Γεώργιος, με υποδέχτηκε. — «Καλησπέρα, ξένε,» είπε ξερά. «Τι ζητάτε τέτοια ώρα στον τόπο μας;» — «Ψάχνω κατάλυμα για τη νύχτα,» απάντησα. «Είμαι απεσταλμένος του βασιλιά της Γαλλίας και ο δρόμος είναι μακρύς.»

Ο Γεώργιος με κοίταξε καλά. Μετά φώναξε τον αδερφό του, τον Πέτρο. — «Πέτρο, πάρε το άλογο του κυρίου. Θα μείνετε μαζί μας, Μαρκήσιε, αν και η στιγμή δεν είναι η καλύτερη.»


Μπήκα στο σπίτι. Μια νεαρή κοπέλα, η Ζντένκα, με κοίταξε με μάτια γεμάτα μια περίεργη θλίψη. Ήταν πανέμορφη, με μια ομορφιά άγρια και αγνή. — «Καλώς ορίσατε,» ψιθύρισε.

Παρατήρησα ότι όλη η οικογένεια ήταν σε αναμμένα κάρβουνα. Κοίταζαν συνέχεια το ρολόι και τον δρόμο. — «Περιμένετε κάποιον;» ρώτησα κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Ο Γεώργιος άφησε το πιρούνι του. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. — «Περιμένουμε τον πατέρα μας, τον Γκόρτσα. Έχει φύγει εδώ και δέκα ημέρες στα βουνά για να κυνηγήσει τον Αλή Μπεκ, έναν Τούρκο ληστή που ρημάζει την περιοχή.» — «Και γιατί τόση ανησυχία;» — «Γιατί ο πατέρας μας, πριν φύγει, μας έδωσε μια εντολή. Μας είπε: "Αν επιστρέψω μέσα σε δέκα ημέρες, σφάξτε ένα αρνί και γιορτάστε. Αν όμως περάσουν οι δέκα ημέρες και εμφανιστώ μετά τη δέκατη, τότε μην με δεχτείτε. Σφηνώστε μου ένα παλούκι στην καρδιά, γιατί δεν θα είμαι πια ο πατέρας σας, αλλά ένας Βουρδούλακας".»

Ένιωσα μια ρίγη να περνά τη σπονδυλική μου στήλη. — «Και πότε λήγει η προθεσμία;» ρώτησα.

Ο Γεώργιος έδειξε το εκκρεμές στον τοίχο. — «Σε δέκα λεπτά, Μαρκήσιε. Η δέκατη μέρα τελειώνει τα μεσάνυχτα.»

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΓΚΟΡΤΣΑ


Η σιωπή μέσα στην κάμαρα ήταν τόσο πυκνή που μπορούσες να ακούσεις την ανάσα του καθενός. Το εκκρεμές στον τοίχο χτυπούσε ρυθμικά, σαν να μετρούσε τις τελευταίες στιγμές της λογικής. Ο Γεώργιος ήταν όρθιος, με τα χέρια σταυρωμένα, το βλέμμα του καρφωμένο στην πόρτα. Ο Πέτρος, ο μικρότερος αδερφός, έπαιζε νευρικά με τη λαβή του μαχαιριού του, ενώ η Ζντένκα έσκυβε το κεφάλι, ψιθυρίζοντας προσευχές.

— «Γεώργιε,» ψιθύρισε η Ζντένκα, «το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα παρά ένα. Ο πατέρας δεν φάνηκε. Ίσως... ίσως απλά καθυστέρησε.»

— «Σώπα, αδερφή μου,» απάντησε ο Γεώργιος με φωνή σκληρή σαν πέτρα. «Ο πατέρας ήξερε τι έλεγε. Η λέξη του είναι νόμος. Αν περάσει το δωδέκατο χτύπημα, η πόρτα αυτή μένει κλειστή.»

Το ρολόι άρχισε να σημαίνει. Ένα... δύο... τρία... Σε κάθε χτύπημα, η ένταση μεγάλωνε. Στον όγδοο χτύπο, ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε από την αυλή. Ένα βαρύ βήμα, που έσερνε τις οπλές του πάνω στις πέτρες.

Εννέα... δέκα... έντεκα...

Πριν ακουστεί ο δωδέκατος χτύπος, μια σκιά κάλυψε το παράθυρο. Ένα δυνατό χτύπημα δόνησε την ξύλινη εξώπορτα.

— «Γεώργιε! Πέτρο! Ανοίξτε!»

Ήταν η φωνή ενός γέρου, βραχνή και κουρασμένη, αλλά με έναν τόνο που σε έκανε να θέλεις να κρυφτείς. Ο Γεώργιος δεν κουνήθηκε. Το ρολόι σίγησε. Τα μεσάνυχτα είχαν περάσει.

— «Δεν ανοίγω,» είπε ο Γεώργιος, και το πρόσωπό του ήταν κάτασπρο.

— «Είναι ο πατέρας!» φώναξε ο Πέτρος και έκανε να ορμήσει προς την πόρτα. Ο Γεώργιος τον άρπαξε από τον ώμο με δύναμη.

— «Πέρασε η ώρα, Πέτρο. Θυμήσου την εντολή του.»

Έξω, ο Γκόρτσα άρχισε να βρίζει και να φωνάζει. — «Αχάριστα παιδιά! Αφήνετε τον πατέρα σας στο κρύο; Πολεμούσα τον Αλή Μπεκ δέκα μέρες, τον σκότωσα, και τώρα με αφήνετε έξω σαν το σκυλί; Ανοίξτε, σας λέω!»

Ο Μαρκήσιος ντ' Υρφέ, παρακολουθώντας τη σκηνή, ένιωσε αμήχανα. — «Κύριε Γεώργιε,» παρενέβη, «ο άνθρωπος λέει πως νίκησε τον εχθρό σας. Είναι κρίμα να τον αφήνετε έξω. Ίσως το ρολόι σας να πηγαίνει λίγο μπροστά.»

Ο Γεώργιος κοίταξε τον Μαρκήσιο με μάτια που έλαμπαν από έναν περίεργο φόβο. — «Εσείς είστε ξένος, Μαρκήσιε. Δεν ξέρετε τους νόμους της γης μας. Αλλά... ίσως έχετε δίκιο. Μπορεί να είμαι υπερβολικά σκληρός.»

Με τρεμάμενα χέρια, ο Γεώργιος τράβηξε τον σύρτη. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα.

Στο κατώφλι στάθηκε ο Γκόρτσα. Ήταν ένας γέρος ψηλός, με κατάλευκα μαλλιά και μουστάκι, φορώντας μια φθαρμένη κάπα από δέρμα προβάτου. Στο χέρι του κρατούσε ένα παλούκι, και στη μέση του ήταν κρεμασμένο το κεφάλι ενός Τούρκου—ο Αλή Μπεκ. Αλλά αυτό που πάγωσε τον Μαρκήσιο δεν ήταν το κεφάλι του Τούρκου. Ήταν το πρόσωπο του Γκόρτσα. Ήταν χλωμό, σαν κερί, και τα μάτια του ήταν βαθουλωμένα, ακίνητα, χωρίς ίχνος ζωής, σαν να κοίταζαν μέσα από το σκοτάδι του τάφου.

— «Καλώς όρισες, πατέρα,» είπε η Ζντένκα και έτρεξε να τον αγκαλιάσει.

Ο Γκόρτσα την έσπρωξε ελαφρά. Δεν είπε λέξη. Προχώρησε προς τη γωνιά με τα εικονίσματα, αλλά δεν έκανε τον σταυρό του. Κάθισε βαριά στο τραπέζι.

— «Πεινάω,» είπε μόνο.

Η νύφη του, η γυναίκα του Γεωργίου, του έφερε ένα πιάτο φαγητό. Ο γέρος το κοίταξε με αποστροφή. — «Δεν θέλω αυτό. Θέλω κάτι... πιο ζεστό.»

— «Μα πατέρα,» είπε ο Γεώργιος, πλησιάζοντάς τον, «γιατί δεν μας κοιτάς στα μάτια; Γιατί το σώμα σου μυρίζει σαν... σαν χώμα;»

Ο Γκόρτσα γύρισε αργά το κεφάλι του. Το βλέμμα του καρφώθηκε στον εγγονό του, τον μικρό γιο του Γεωργίου, που έπαιζε στην άκρη του δωματίου. Ένα παράξενο σπινθήρισμα φάνηκε στα μάτια του γέρου—μια δίψα που δεν είχε ξαναδεί ο Μαρκήσιος σε άνθρωπο.

— «Είναι όμορφο το παιδί σου, Γεώργιε,» ψιθύρισε ο Γκόρτσα. «Έχει καθαρό αίμα. Έλα εδώ, μικρέ μου, έλα στον παππού...»

Ο Γεώργιος μπήκε αμέσως μπροστά από το παιδί. — «Είναι αργά, πατέρα. Το παιδί πρέπει να κοιμηθεί.»

Η νύχτα πέρασε με μια βαριά, αποπνικτική αίσθηση. Ο Μαρκήσιος αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, αλλά δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Άκουγε τα βήματα του Γκόρτσα στο διπλανό δωμάτιο. Πάνω-κάτω... πάνω-κάτω... Ο γέρος δεν κοιμόταν.

Ξαφνικά, ένας πνιχτός θρήνος ακούστηκε από το δωμάτιο του παιδιού. Ο Μαρκήσιος πετάχτηκε όρθιος. Έπιασε τον ασημένιο σταυρό που του είχε δώσει η δούκισσα.

— «Θεέ μου, βοήθα μας,» ψιθύρισε, χωρίς να ξέρει ακόμα τι είναι αυτό που αντιμετώπιζε.

Βγαίνοντας στον διάδρομο, είδε τον Γεώργιο να στέκεται έξω από την πόρτα του γιου του, κρατώντας ένα τσεκούρι. — «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Μαρκήσιος.

— «Ο πατέρας μου...» απάντησε ο Γεώργιος με τρεμάμενη φωνή. «Προσπάθησε να μπει στο δωμάτιο του μικρού. Του είπα να φύγει και με κοίταξε με έναν τρόπο... Μαρκήσιε, ο άνθρωπος που επέστρεψε από το βουνό δεν είναι ο πατέρας μου. Είναι ένας Βουρδούλακας. Και αν δεν κάνω κάτι σύντομα, θα μας καταστρέψει όλους.»

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΥΜΑ ΚΑΙ Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε με έναν ουρανό μολυβένιο, που έμοιαζε να πιέζει τις στέγες του χωριού. Η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι ήταν ηλεκτρισμένη. Ο Γκόρτσα είχε εξαφανιστεί από τα χαράματα, αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά σάπιου χώματος που δεν έλεγε να φύγει από τη μεγάλη σάλα.

Ο Μαρκήσιος βρήκε τον Γεώργιο στην αυλή, να ακονίζει με μανία το τσεκούρι του. — «Πού είναι ο πατέρας σας;» ρώτησε ο ντ' Υρφέ. — «Στα βουνά... ή στην κόλαση,» απάντησε ο Γεώργιος χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. «Αλλά το κακό έγινε ήδη. Ο μικρός μου... ο γιος μου δεν είναι καλά.»

Ο Μαρκήσιος έτρεξε μέσα στο σπίτι. Στην άκρη του δωματίου, η νύφη του Γκόρτσα κρατούσε στην αγκαλιά της το παιδί. Το αγόρι, που χθες έσφυζε από ζωή, ήταν τώρα κάτασπρο. Στο λαιμό του, ακριβώς πάνω στην αρτηρία, υπήρχαν δύο μικρές, μελανές τρύπες.

— «Τι είναι αυτό;» ψιθύρισε ο Μαρκήσιος, αν και μέσα του ήξερε την απάντηση. — «Τον φίλησε ο παππούς του χθες το βράδυ,» έκλαψε η μάνα. «Τον φίλησε και του είπε πως θα τον πάρει μαζί του για να μην κρυώνει.»

Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, το παιδί άφησε μια τελευταία, αδύναμη ανάσα και ξεψύχησε. Η κραυγή της μάνας δόνησε τα τζάμια. Ο Γεώργιος μπήκε στο δωμάτιο, άρπαξε το άψυχο σώμα του γιου του και το κοίταξε με μάτια γεμάτα απόγνωση και οργή.

— «Τώρα το βλέπετε, Μαρκήσιε;» φώναξε. «Ο Βουρδούλακας δεν χορταίνει με ξένο αίμα. Θέλει το αίμα της σάρκας του! Πρέπει να τον βρω και να τον τελειώσω πριν επιστρέψει για τους υπόλοιπους.»


Η ΖΝΤΕΝΚΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Μέσα στο χάος, ο Μαρκήσιος βρήκε τη Ζντένκα να στέκεται μόνη στο παράθυρο, κοιτάζοντας το δάσος. Η ομορφιά της, παρόλη τη θλίψη, ήταν αφοπλιστική. Ο ντ' Υρφέ την πλησίασε και της έπιασε το χέρι. Ήταν παγωμένο.

— «Ζντένκα, πρέπει να φύγετε από εδώ. Αυτό το σπίτι είναι καταραμένο.» — «Πού να πάω, ξένε;» είπε εκείνη με μια φωνή που έμοιαζε με κελάρυσμα νερού. «Εδώ είναι οι ρίζες μου. Κι αν ο πατέρας μου έγινε αυτό που λένε, εγώ είμαι η επόμενη. Τον νιώθω να με καλεί...» — «Δεν θα το επιτρέψω,» υποσχέθηκε ο Μαρκήσιος. «Θα σας πάρω μαζί μου στη Γαλλία, μακριά από αυτούς τους σκοτεινούς θρύλους.»

Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα άνοιξε με πάταγο. Ο Γκόρτσα στάθηκε πάλι στο κατώφλι. Αλλά τώρα δεν φαινόταν κουρασμένος. Έμοιαζε πιο δυνατός, σχεδόν πιο νέος, αν εξαιρούσε κανείς τα νεκρικά του μάτια. Κοίταξε το άψυχο παιδί και ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

— «Γιατί κλαίτε;» ρώτησε με μια φωνή που έβγαινε από τα έγκατα της γης. «Το παιδί αναπαύεται. Σύντομα θα ξυπνήσει και θα είναι πιο δυνατό από όλους μας.»

Ο Γεώργιος όρμησε πάνω του με το τσεκούρι, αλλά ο γέρος, με μια κίνηση απίστευτα γρήγορη, τον έσπρωξε μακριά. — «Μην σηκώνεις χέρι στον πατέρα σου, Γεώργιε. Η ώρα σου δεν ήρθε ακόμα. Αλλά ο ξένος... ο ξένος πρέπει να φύγει.»

Ο Μαρκήσιος ένιωσε το χέρι του να πηγαίνει στον ασημένιο σταυρό. Ο Γκόρτσα μόλις είδε το ιερό σύμβολο, οπισθοχώρησε βγάζοντας έναν υπόκωφο ήχο, σαν το γρύλισμα λύκου.



Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Οι διαταγές του Μαρκησίου ήταν σαφείς: έπρεπε να παραδώσει τα έγγραφα στον οσποδάρο. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο. Ο Γεώργιος τον βοήθησε να ετοιμάσει το άλογό του.

— «Φύγετε, Μαρκήσιε,» του ψιθύρισε ο Γεώργιος. «Πάρτε το δρόμο για το νότο. Και αν ποτέ ξαναπεράσετε από εδώ... μην σταματήσετε. Ακόμα κι αν ακούσετε τις φωνές μας να σας καλούν, συνεχίστε να τρέχετε.»

Ο ντ' Υρφέ ανέβηκε στο άλογο. Η Ζντένκα τον κοίταξε για τελευταία φορά. — «Θα επιστρέψω για σένα,» της φώναξε. — «Αν επιστρέψεις,» απάντησε εκείνη, «κοίταξε καλά τα μάτια μου. Αν είναι ακόμα μαύρα σαν τη νύχτα, ίσως υπάρχει ελπίδα. Αν έχουν γίνει κόκκινα σαν τη φωτιά... τότε τρέξε.»

Ο Μαρκήσιος κάλπασε μακριά, ενώ πίσω του, το σπίτι της οικογένειας του Βουρδούλακα χανόταν μέσα στην ομίχλη, μαζί με τις πρώτες κραυγές του παιδιού που, όπως είχε προβλέψει ο παππούς του, είχε μόλις αρχίσει να «ξυπνάει».

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Πέρασαν μήνες από εκείνη την εφιαλτική νύχτα. Ο Μαρκήσιος ντ' Υρφέ ολοκλήρωσε τη διπλωματική του αποστολή, αλλά η μορφή της Ζντένκα και το παγωμένο βλέμμα του Γκόρτσα στοίχειωναν τα όνειρά του. Παρά τις προειδοποιήσεις του Γεωργίου, η καρδιά του τον έσπρωχνε πίσω. Ήθελε να πιστεύει πως ο τρόμος ήταν μια παραίσθηση, ένα αποκύημα της άγριας βαλκανικής φύσης.

Όταν τελικά πήρε τον δρόμο της επιστροφής, το τοπίο είχε αλλάξει. Τα χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή ήταν τώρα βυθισμένα στη σιωπή. Οι πόρτες ήταν καρφωμένες με ξύλα και στους τοίχους των σπιτιών υπήρχαν ζωγραφισμένοι μεγάλοι, λευκοί σταυροί.

— «Πού είναι οι άνθρωποι;» ρώτησε έναν γέροντα που συνάντησε σε ένα γειτονικό χωριό. — «Έφυγαν, ξένε. Ή πέθαναν,» απάντησε εκείνος χωρίς να τον κοιτάξει. «Ο Βουρδούλακας του Γκόρτσα δεν άφησε τίποτα όρθιο. Λένε πως το χωριό του είναι πια ένας τόπος όπου οι νεκροί θάβουν τους ζωντανούς.»

Ο Μαρκήσιος, οπλισμένος με την άγνοια της νιότης του, συνέχισε. Έφτασε στο σπίτι της οικογένειας αργά το απόγευμα. Το σπίτι φαινόταν ερειπωμένο, αλλά οι κήποι ήταν περιέργως περιποιημένοι. Δεν υπήρχε ίχνος του Γεωργίου ή του Πέτρου.


Η ΖΝΤΕΝΚΑ: ΜΙΑ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Στο κατώφλι στάθηκε η Ζντένκα. Ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και τα μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους της. Αλλά υπήρχε κάτι παράξενο στην κίνησή της—ήταν υπερβολικά ανάλαφρη, σαν να μην πατούσε στη γη.

— «Επέστρεψες,» ψιθύρισε και η φωνή της ακούστηκε σαν το θρόισμα των ξερών φύλλων. — «Ήρθα για σένα, Ζντένκα. Πού είναι οι άλλοι; Πού είναι ο αδερφός σου;»

Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα. — «Αναπαύονται, Μαρκήσιε. Όλοι αναπαύονται τώρα. Μόνο εγώ έμεινα να σε περιμένω. Ήξερα πως θα ερχόσουν. Ο πατέρας μου το είπε.»

Ο Μαρκήσιος την πλησίασε. Η μυρωδιά της δεν ήταν πια η μυρωδιά των λουλουδιών του βουνού, αλλά μια βαριά, γλυκιά οσμή, σαν λιβάνι ανακατεμένο με υγρασία. Θυμήθηκε τα λόγια της: «Κοίταξε τα μάτια μου».

Την κοίταξε. Στο ημίφως του δωματίου, οι κόρες των ματιών της έλαμπαν με μια απόκοσμη, κοκκινωπή ανταύγεια. Αλλά η γοητεία της ήταν τόσο δυνατή που ο ντ' Υρφέ την αγνόησε. Την πήρε στην αγκαλιά του. Το σώμα της ήταν παγωμένο, σαν μάρμαρο που είχε μείνει όλη νύχτα στο χιόνι.

— «Πεινάς, ξένε;» ρώτησε εκείνη, χαϊδεύοντας τον λαιμό του με τα μακριά, παγωμένα δάχτυλά της. «Θέλεις να μείνεις εδώ μαζί μου; Για πάντα;»


Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Κάθισαν στο τραπέζι. Η Ζντένκα δεν έτρωγε. Απλά τον κοίταζε, με ένα χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια της.

— «Ζντένκα, πρέπει να φύγουμε απόψε κιόλας,» είπε ο Μαρκήσιος νιώθοντας μια ξαφνική ζάλη. «Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Νιώθω πως μας παρακολουθούν.» — «Κανείς δεν θα μας ενοχλήσει,» απάντησε εκείνη. «Ο Γεώργιος δεν είναι πια εδώ για να σε διώξει. Και ο πατέρας μου... ο πατέρας μου είναι πολύ περήφανος για μένα απόψε.»

Έξω από το παράθυρο, το φεγγάρι φώτισε για μια στιγμή το νεκροταφείο που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο Μαρκήσιος είδε τρεις σκιές να στέκονται όρθιες ανάμεσα στους τάφους. Ήταν ο Γκόρτσα, ο Γεώργιος και ο Πέτρος. Στέκονταν ακίνητοι, κοιτάζοντας προς το σπίτι.

Ο τρόμος επέστρεψε με μια ορμή που του έκοψε την ανάσα. Συνειδητοποίησε ότι δεν βρισκόταν σε ένα σπίτι ζωντανών, αλλά σε ένα θέατρο που είχαν στήσει οι νεκροί για να τον παγιδεύσουν.

— «Ζντένκα,» είπε με τρεμάμενη φωνή, «γιατί δεν φοράς τον σταυρό που σου είχα αφήσει;» Εκείνη τινάχτηκε πίσω σαν να την είχε χτυπήσει κεραυνός. Το πρόσωπό της παραμορφώθηκε για μια στιγμή, αποκαλύπτοντας μια έκφραση καθαρής κακίας. — «Μην μιλάς για τέτοια πράγματα! Εδώ έχουμε τη δική μας αγάπη. Μια αγάπη που δεν πεθαίνει ποτέ!»

Σηκώθηκε και τον πλησίασε. Η ανάσα της ήταν κρύα πάνω στο δέρμα του. — «Άσε με να σε φιλήσω, Μαρκήσιε. Ένα φιλί για να ξεχάσεις τον κόσμο των ζωντανών...»

Η ΠΑΓΕΡΗ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο Μαρκήσιος ένιωσε το σώμα του να παραλύει κάτω από το βλέμμα της Ζντένκα. Η γυναίκα που κάποτε λάτρευε τον πλησίαζε τώρα σαν αρπακτικό. Τα δάχτυλά της, που πριν του φαίνονταν κομψά, έμοιαζαν τώρα με γαμψά νύχια που αναζητούσαν τη ζεστασιά του λαιμού του.

— «Γιατί τρέμεις, αγαπημένε μου;» ψιθύρισε η Ζντένκα, και τα χείλη της άγγιξαν το δέρμα του. Ήταν σαν να τον ακουμπούσε ένα κομμάτι πάγου. «Δεν είναι αυτό που ήθελες; Να είμαστε μαζί για πάντα;»

Ξαφνικά, ο Μαρκήσιος ένιωσε μια έντονη κάψα στο στήθος του. Ήταν ο ασημένιος σταυρός της δούκισσας, που είχε θερμανθεί από τη θερμοκρασία του σώματός του, δημιουργώντας μια αντίθεση με την παγωνιά της Ζντένκα. Η επαφή αυτή του έδωσε μια ξαφνική διαύγεια. Κοίταξε γύρω του και είδε την πραγματικότητα: το δωμάτιο δεν ήταν περιποιημένο, αλλά γεμάτο σκόνη, ιστούς αράχνης και τη μυρωδιά της αποσύνθεσης.

— «Φύγε από κοντά μου!» φώναξε και την έσπρωξε με όση δύναμη του είχε απομείνει.

Η Ζντένκα έβγαλε μια κραυγή που δεν έμοιαζε με ανθρώπινη φωνή. Ήταν ένας συριγμός, σαν φίδι που ετοιμάζεται να επιτεθεί. Το πρόσωπό της άρχισε να αλλάζει. Το δέρμα της τεντώθηκε πάνω στα κόκαλα, τα μάτια της έγιναν κατακόκκινα και τα δόντια της φάνηκαν πιο μακριά και μυτερά.


Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Την ίδια στιγμή, η εξώπορτα γκρεμίστηκε από έναν δυνατό χτύπημα. Στο κατώφλι στάθηκε ο Γκόρτσα, ο πατέρας, αλλά δίπλα του δεν ήταν πια μόνο οι γιοι του. Ήταν μια ολόκληρη στρατιά από ζωντανούς-νεκρούς. Ο Γεώργιος και ο Πέτρος στέκονταν εκεί, με το δέρμα τους να κρέμεται σε ράκη, κρατώντας σκουριασμένα όπλα και παλούκια.

— «Καλώς όρισες πάλι στην οικογένειά μας, ξένε!» βρυχήθηκε ο Γκόρτσα. «Η κόρη μου σε διάλεξε. Θα είσαι ο επόμενος που θα καθίσει στο τραπέζι μας!»

Ο Μαρκήσιος κατάλαβε πως η Ζντένκα ήταν το δόλωμα. Τον είχαν αφήσει να πιστέψει πως τον περίμενε από έρωτα, μόνο και μόνο για να τον φέρουν μέσα στην παγίδα τους. Ο Γεώργιος, που κάποτε τον είχε βοηθήσει να φύγει, τώρα τον κοίταζε με μια πεινασμένη μανία.

— «Δώσ' μου το χέρι σου, Μαρκήσιε,» είπε ο Γεώργιος με μια φωνή που έβγαινε μέσα από σάπια πνευμόνια. «Δεν πονάει... μετά το πρώτο δάγκωμα, όλα γίνονται γλυκά.»


Η ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Ο ντ' Υρφέ τράβηξε το σπαθί του, αλλά ήξερε πως το ατσάλι δεν μπορούσε να σκοτώσει αυτούς που ήταν ήδη νεκροί. Η Ζντένκα όρμησε πάνω του, προσπαθώντας να τον γραπώσει από τα μαλλιά. Εκείνος την απέφυγε και την έσπρωξε προς το αναμμένο τζάκι.

— «Μη με αναγκάζεις να σε πληγώσω!» φώναξε ο Μαρκήσιος. — «Δεν μπορείς να με πληγώσεις πια!» ούρλιαξε εκείνη. «Είμαι ήδη στην άλλη πλευρά!»

Ο Γκόρτσα έκανε ένα βήμα μπροστά, κρατώντας το παλούκι που κάποτε χρησιμοποιούσε για να σκοτώνει ληστές. Τώρα, το χρησιμοποιούσε σαν ακόντιο, στοχεύοντας την καρδιά του Μαρκησίου.

— «Παιδιά μου, πιάστε τον!» διέταξε ο γέρος. «Είναι νέος, το αίμα του θα μας κρατήσει ζωντανούς για πολλούς μήνες!»

Ο Μαρκήσιος είδε μια μικρή έξοδο από το παράθυρο της κουζίνας. Ήταν η μόνη του ελπίδα. Με μια απελπισμένη κίνηση, άρπαξε έναν αναμμένο δαυλό από το τζάκι και τον πέταξε προς την πλευρά του Γκόρτσα. Οι φλόγες άρπαξαν πάνω στην ξερή κάπα του γέρου, προκαλώντας μια προσωρινή σύγχυση.

— «Τρέξε, Μαρκήσιε!» μια φωνή μέσα στο κεφάλι του φάνηκε να του φωνάζει.

Πήδηξε έξω από το παράθυρο, πέφτοντας στο υγρό χώμα της αυλής. Αλλά η φυγή του δεν θα ήταν εύκολη. Από το σκοτάδι του κήπου, άρχισαν να ξεπροβάλλουν οι νεκροί γείτονες, οι άνθρωποι που κάποτε τον είχαν χαιρετήσει με ευγένεια, τώρα σέρνοντας τα πόδια τους προς το μέρος του.

— «Δεν θα φύγεις απόψε!» ούρλιαζε η Ζντένκα από το παράθυρο, ενώ το πρόσωπό της παραμορφωνόταν από το μίσος. «Θα σε κυνηγήσουμε μέχρι την άκρη του κόσμου!»

Ο Μαρκήσιος έτρεξε προς το μέρος που είχε δέσει το άλογό του, ακούγοντας πίσω του τα ουρλιαχτά μιας ολόκληρης οικογένειας που δεν γνώριζε πια ούτε έλεος, ούτε ανάπαυση.

Η ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Ο Μαρκήσιος ντ' Υρφέ έφτασε στο άλογό του την τελευταία στιγμή. Το ζώο, διαισθανόμενο την παρουσία του κακού, χλιμίντριζε άγρια και χτυπούσε τις οπλές του στο χώμα. Με μια κίνηση απελπισίας, ο Μαρκήσιος λύθηκε και ανέβηκε στη σέλα, καρφώνοντας τα σπιρούνια στα πλευρά του αλόγου.

— «Τρέξε!» ούρλιαξε, και το άλογο όρμησε μέσα στο σκοτεινό δάσος.

Πίσω του, η σιωπή της νύχτας είχε δώσει τη θέση της σε έναν εφιαλτικό θόρυβο. Δεν ήταν μόνο οι κραυγές της οικογένειας, αλλά ένας ήχος που έμοιαζε με το σπάσιμο ξερών κλαδιών—ήταν τα οστά των νεκρών που έτρεχαν με αφύσικη ταχύτητα ανάμεσα στα δέντρα.

Ξαφνικά, μια λευκή φιγούρα εμφανίστηκε δίπλα του. Ήταν η Ζντένκα. Έτρεχε παράλληλα με το άλογο, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν σαν ιστία και το πρόσωπό της να λάμπει από μια εσωτερική, απόκοσμη φωτιά.

— «Γιατί φεύγεις, Μαρκήσιε;» τον κάλεσε, και η φωνή της ακουγόταν τώρα μέσα στο κεφάλι του. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις από την αγκαλιά μου. Είμαστε ένα αίμα τώρα!»

Με μια απίστευτη προσπάθεια, η Ζντένκα πήδηξε και γαντζώθηκε στο άλογο. Ο Μαρκήσιος ένιωσε τα παγωμένα της χέρια να τυλίγονται γύρω από τη μέση του και τα δόντια της να αναζητούν τον λαιμό του. Ακολούθησε μια τρομερή πάλη πάνω στη σέλα. Ο ντ' Υρφέ, παλεύοντας με το ένα χέρι να κρατήσει τα γκέμια, άρπαξε με το άλλο τη Ζντένκα από τα μαλλιά και την έσπρωξε μακριά.

— «Πίσω, δαίμονα!» ούρλιαξε και την πέταξε στο έδαφος.


Ο ΓΚΟΡΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΟΝΤΙΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Η χαρά του για την προσωρινή σωτηρία κράτησε ελάχιστα. Καθώς έβγαινε στην ανοιχτή δημοσιά, είδε τον γερο-Γκόρτσα να τον περιμένει. Ο γέρος δεν έτρεχε. Χρησιμοποιούσε το μακρύ παλούκι του με έναν τρόπο που θύμιζε τους Τυρολέζους ορειβάτες: το κάρφωνε στο έδαφος και πηδούσε πάνω από τα χάσματα και τους θάμνους, καλύπτοντας τεράστιες αποστάσεις με ένα μόνο άλμα.

Πίσω από τον Γκόρτσα εμφανίστηκε η νύφη του, σέρνοντας τα παιδιά της. Το θέαμα ήταν αποτρόπαιο. Τα παιδιά, μεταμορφωμένα και αυτά σε μικρούς βουρδούλακες, είχαν το βλέμμα άγριων ζώων.

— «Τώρα, πατέρα!» φώναξε η γυναίκα.

Τότε ο Γκόρτσα έκανε κάτι που πάγωσε τη λογική του Μαρκησίου. Άρπαξε ένα από τα εγγόνια του από τη μέση και το κάρφωσε στην άκρη του παλουκιού του. Χρησιμοποιώντας το παλούκι σαν πολιορκητικό κριό ή ακόντιο, εκτόξευσε το παιδί προς το μέρος του Μαρκησίου με όλη του τη δύναμη.

Το μικρό σώμα διέσχισε τον αέρα σαν βέλος. Ο Μαρκήσιος έγειρε στο πλάι την τελευταία στιγμή, αποφεύγοντας τη σύγκρουση, αλλά το παιδί, με το ένστικτο ενός διψασμένου όντος, κατάφερε να γαντζωθεί στον λαιμό του αλόγου. Τα σαγόνια του μικρού καρφώθηκαν στις φλέβες του ζώου.

Το άλογο έβγαλε μια κραυγή πόνου και άρχισε να παραπατά. Ο Μαρκήσιος, με μια κίνηση φρίκης, ξεκόλλησε το παιδί και το πέταξε στο χώμα, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Το άλογο αιμορραγούσε ακατάσχετα.

— «Έρχεται και το δεύτερο!» ούρλιαξε ο Γκόρτσα, ετοιμάζοντας το επόμενο «ακόντιο» από τα εγγόνια του.


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Το δεύτερο παιδί εκτοξεύτηκε, αλλά αυτή τη φορά έπεσε μπροστά στις οπλές του αλόγου, το οποίο το έλιωσε μέσα στον πανικό του. Ο Μαρκήσιος ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Οι σκιές του Γεωργίου και του Πέτρου πλησίαζαν από τα πλάγια, προσπαθώντας να του κόψουν τον δρόμο.

Η δημοσιά φαινόταν ατέλειωτη και το φεγγάρι έμοιαζε να γελά με το μαρτύριό του.

— «Θεέ μου, αν υπάρχει ακόμα έλεος, δείξε μου τον δρόμο!» ψιθύρισε ο Μαρκήσιος, καθώς το άλογό του άρχισε να τρέμει και να καταρρέει κάτω από το βάρος της κατάρας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ Η ΛΥΤΡΩΣΗ

Το άλογο του Μαρκησίου έκανε μερικά ακόμα παραπατήματα, βγάζοντας έναν υπόκωφο ρόγχο. Το αίμα που είχε χάσει από το δάγκωμα του μικρού βουρδούλακα είχε ποτίσει τη σέλα. Ο ντ' Υρφέ ένιωθε το ζώο να σβήνει κάτω από τα πόδια του. Πίσω του, οι κραυγές του Γκόρτσα και των παιδιών του δυνάμωναν. Τους ένιωθε να πλησιάζουν, άκουγε το σύρσιμο των ρούχων τους πάνω στους θάμνους.

— «Εδώ τελειώνουν όλα,» σκέφτηκε, κλείνοντας τα μάτια και σφίγγοντας τον ασημένιο σταυρό στο στήθος του.

Όμως, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μια λεπτή γραμμή φωτός άρχισε να σχίζεται στον ορίζοντα, πάνω από τις κορυφές των σερβικών βουνών. Η πρώτη αχτίδα του ήλιου άγγιξε το έδαφος.

Ξαφνικά, τα ουρλιαχτά πίσω του μετατράπηκαν σε πνιχτούς θρήνους και κραυγές πόνου. Ο Μαρκήσιος γύρισε το κεφάλι. Είδε τον Γκόρτσα, τη Ζντένκα και τους υπόλοιπους να σταματούν απότομα, σαν να είχαν προσκρούσει σε έναν αόρατο τοίχο. Το φως του ήλιου έμοιαζε να καίει τα νεκρικά τους μάτια. Με μια τελευταία, γεμάτη μίσος ματιά, η οικογένεια του Βουρδούλακα υποχώρησε πίσω στις σκιές του δάσους, εκεί όπου το φως δεν μπορούσε να τους φτάσει.

Το άλογο κατέρρευσε οριστικά. Ο Μαρκήσιος έπεσε στο χώμα, εξαντλημένος, με την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία. Έμεινε εκεί για ώρες, νιώθοντας τη ζεστασιά του ήλιου να τον επαναφέρει στον κόσμο των ζωντανών.


Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΗΣΙΟΥ

Χρόνια αργότερα, πίσω στη Βιέννη, στον πύργο της πριγκίπισσας, ο Μαρκήσιος ντ' Υρφέ ολοκλήρωσε τη διήγησή του. Η φωτιά στο τζάκι είχε πια χαμηλώσει και οι καλεσμένοι τον κοίταζαν με κομμένη την ανάσα.

— «Έτσι, κυρίες μου,» είπε ο Μαρκήσιος με μια μελαγχολική κίνηση του χεριού του, «έληξε μια ερωτική σχέση που κανονικά θα έπρεπε να με είχε γιατρέψει παντοτινά από κάθε επιθυμία για το άλλο φύλο. Όπως βλέπετε, επέζησα, αλλά η ψυχή μου έμεινε για πάντα εκεί, σε εκείνο το σπίτι στα βουνά της Σερβίας.»

Μια από τις κυρίες της παρέας ρώτησε με τρεμάμενη φωνή: — «Και η Ζντένκα, Μαρκήσιε; Τι απέγινε;»

Ο Μαρκήσιος την κοίταξε στα μάτια. — «Η Ζντένκα, αγαπητή μου, είναι ακόμα εκεί. Μαζί με τον πατέρα της και τα αδέρφια της. Περιμένουν στον δρόμο, κρυμμένοι στο σκοτάδι, για τον επόμενο ταξιδιώτη που θα κάνει το λάθος να πιστέψει πως ο έρωτας είναι πιο δυνατός από τον θάνατο. Τρέμω ακόμα στη σκέψη πως αν είχα υποκύψει, τώρα θα ήμουν ένας από αυτούς, διψασμένος για το δικό σας αίμα.»

Σηκώθηκε αργά, ίσιωσε τον λαιμοδέτη του και υποκλίθηκε. — «Αλλά ο καλός Θεός δεν το επέτρεψε. Και τώρα, αντί να σας κατασπαράξω, προτιμώ—γέρος καθώς είμαι—να δώσω το δικό μου αίμα για να σας υπερασπιστώ, αν ποτέ το κακό χτυπήσει την πόρτα σας.»

Η ιστορία είχε τελειώσει, αλλά κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν τόλμησε να κινηθεί προς το σκοτάδι του κήπου εκείνη τη νύχτα. Οι μύθοι των Βαλκανίων είχαν βρει τον δρόμο τους προς την καρδιά της Ευρώπης, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι μερικές φορές, οι νεκροί αρνούνται να μείνουν θαμμένοι.


ΤΕΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Ο Βορδολάκας της Μυκόνου

  Η ιστορία του «Βορδολάκα της Μυκόνου» αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές καταγραφές στην ευρωπαϊκή λαογραφία, καθώς συνδυάζει τον μετ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου