Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

UN VOYAGE À CYTHÈRE (ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ)

 Η συγκλονιστική χαλκογραφία του ALMÉRY LOBEL-RICHE (1877-1950) αποτελεί μια από τις πιο πιστές και σκοτεινές οπτικοποιήσεις του ποιήματος UN VOYAGE À CYTHÈRE (ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ) από τη συλλογή LES FLEURS DU MAL (ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ) του CHARLES BAUDELAIRE. Ο καλλιτέχνης αποτυπώνει με απόλυτο νατουραλισμό τη στιγμή που η αρχική ψευδαίσθηση του ειδυλλιακού νησιού της Αφροδίτης καταρρέει, αποκαλύπτοντας μια «βραχώδη έρημο» και μια «αγχόνη με τρία παρακλάδια» που ξεχωρίζει μαύρη στον ουρανό σαν κυπαρίσσι.

Στο κέντρο της σύνθεσης, ένας «γελοίος κρεμασμένος» γίνεται βορά άγριων πουλιών, τα οποία, σαν εργαλεία, βυθίζουν τα ακάθαρτα ράμφη τους στη σάρκα του, ενώ από την ξεκοιλιασμένη κοιλιά του «έντερα βαριά κυλούν πάνω στους μηρούς». Ο LOBEL-RICHE περιβάλλει το σώμα με εφιαλτικά «άνθη» – νεκροκεφαλές που ξεφυτρώνουν πάνω σε αγκαθωτούς μίσχους, μετατρέποντας τον κήπο των ρόδων σε έναν κήπο σήψης και εξιλέωσης.

Το έργο λειτουργεί ως ένας καθρέφτης της ανθρώπινης μοίρας και των «μιαρών λατρειών» που στερούν από τον άνθρωπο ακόμα και τον τάφο. Η εικόνα και το ποίημα ενώνονται σε μια κοινή κραυγή αγωνίας, καθώς ο BAUDELAIRE αναγνωρίζει στον κρεμασμένο το δικό του είδωλο, καταλήγοντας στην τραγική παράκληση: «Α! Κύριε! δώστε μου τη δύναμη και το κουράγιο να κοιτάζω την καρδιά μου και το σώμα μου δίχως αποστροφή!».

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ

Η καρδιά μου, σαν πουλί, πετούσε όλο χαρά Κι ανέμελη πλανιόταν μες στα σχοινιά του πλοίου· Το σκάφος κυλούσε κάτω από έναν ουρανό δίχως σύννεφα, Σαν άγγελος μεθυσμένος από έναν ήλιο λαμπρό.

Ποιο είναι αυτό το νησί, το θλιβερό και μαύρο; — Είναι τα Κύθηρα, Μας λένε, μια χώρα ξακουστή στα τραγούδια, Κοινότυπο Ελντοράντο όλων των γεροντοπαλίκαρων. Κοιτάξτε το, τελικά, είναι μια φτωχή γη.

Νησί των γλυκών μυστικών και των γιορτών της καρδιάς! Της αρχαίας Αφροδίτης το υπέροχο φάντασμα Πάνω από τις θάλασσές σου πλανάται σαν άρωμα, Και γεμίζει τις ψυχές με ατονία και έρωτα.

Όμορφο νησί με τις πράσινες μυρτιές, γεμάτο ανθισμένα λουλούδια, Σεβαστό για πάντα από κάθε έθνος, Όπου οι στεναγμοί των καρδιών που λατρεύουν Κυλούν σαν λιβάνι πάνω σε έναν κήπο με ρόδα

Ή σαν το αιώνιο γουργουρητό ενός τρυγονιού! — Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά ένας τόπος άνυδρος, Μια έρημος βραχώδης που την τάραζαν κραυγές οξείες. Διέκρινα ωστόσο ένα αντικείμενο παράξενο!

Δεν ήταν ένας ναός με σκιές δασωμένες, Όπου η νεαρή ιέρεια, ερωτευμένη με τα άνθη, Προχωρούσε, με το σώμα καμένο από κρυφές κάψες, Μισανοίγοντας το φόρεμά της στις περαστικές αύρες·

Αλλά καθώς ξύναμε την ακτή αρκετά κοντά για να ταράξουμε Τα πουλιά με τα φουσκωμένα μας πανιά, Είδαμε πως ήταν μια αγχόνη με τρία παρακλάδια, Που ξεχώριζε μαύρη στον ουρανό, σαν κυπαρίσσι.

Άγρια πουλιά σκαρφαλωμένα πάνω στη λεία τους Κατέστρεφαν με λύσσα έναν κρεμασμένο ήδη σάπιο, Το καθένα μπήγοντας, σαν εργαλείο, το ακάθαρτο ράμφος του Σε όλες τις αιματωμένες γωνιές αυτής της σαπίλας·

Τα μάτια ήταν δυο τρύπες, και από την ξεκοιλιασμένη κοιλιά Έντερα βαριά κυλούσαν πάνω στους μηρούς, Και οι δήμιοί του, χορτασμένοι από σιχαμερές απολαύσεις, Τον είχαν με χτυπήματα του ράμφους τελείως ευνουχίσει.

Κάτω από τα πόδια, ένα κοπάδι ζηλόφθονα τετράποδα, Με το μουσούδι ανασηκωμένο, γύριζε και παραμόνευε· Ένα πιο μεγάλο θηρίο στη μέση αναδευόταν Σαν δήμιος περιτριγυρισμένος από τους βοηθούς του.

Κάτοικε των Κυθήρων, παιδί ενός ουρανού τόσο ωραίου, Σιωπηλά υπέφερες αυτές τις προσβολές Σε εξιλέωση για τις μιαρές λατρείες σου Και για τις αμαρτίες που σου στέρησαν τον τάφο.

Γελοίε κρεμασμένε, ο πόνος σου είναι δικός μου! Ένιωσα, στη θέα των μελών σου που αιωρούνταν, Σαν έναν εμετό, να ανεβαίνει ως τα δόντια μου Το μακρύ ποτάμι της χολής από παλαιούς πόνους·

Μπροστά σου, κακομοίρη, με την ανάμνηση τη τόσο ακριβή, Ένιωσα όλα τα ράμφη και όλα τα σαγόνια Των κορακιών που με τσιμπούν και των μαύρων πανθήρων Που άλλοτε αγαπούσαν τόσο να ξεσκίζουν τη σάρκα μου.

— Ο ουρανός ήταν γοητευτικός, η θάλασσα γαλήνια· Για μένα όλα ήταν μαύρα και ματωμένα από εδώ και πέρα, Αλίμονο! κι είχα, σαν μέσα σε ένα σάβανο παχύ, Σε αυτό το σιδερένιο πλαίσιο τυλιγμένη, την καρδιά μου στην αγωνία.

Στο νησί σου, ω Αφροδίτη! δεν βρήκα όρθιο Παρά μια αγχόνη συμβολική όπου κρεμόταν η εικόνα μου... — Α! Κύριε! δώστε μου τη δύναμη και το κουράγιο Να κοιτάζω την καρδιά μου και το σώμα μου δίχως αποστροφή!

UN VOYAGE À CYTHÈRE – CHARLES BAUDELAIRE

Mon cœur, comme un oiseau, voltigeait tout joyeux Et planait librement à l’entour des cordages ; Le navire roulait sous un ciel sans nuages, Comme un ange enivré d’un soleil radieux.

Quelle est cette île triste et noire ? — C’est Cythère, Nous dit-on, un pays fameux dans les chansons, Eldorado banal de tous les vieux garçons. Regardez, après tout, c’est une pauvre terre.

Île des doux secrets et des fêtes du cœur ! De l’antique Vénus le superbe fantôme Au-dessus de tes mers plane comme un arome, Et charge les esprits de langueur et d’amour.

Belle île aux myrtes verts, pleine de fleurs écloses, Vénérée à jamais par toute nation, Où les soupirs des cœurs en adoration Roulent comme l’encens sur un jardin de roses

Ou le roucoulement éternel d’un ramier ! — Cythère n’était plus qu’un terrain des plus maigres, Un désert rocailleux troublé par des cris aigres. J’entrevoyais pourtant un objet singulier !

Ce n’était pas un temple aux ombres bocagères, Où la jeune prêtresse, amoureuse des fleurs, Allait, le corps brûlé de secrètes chaleurs, Entre-bâillant sa robe aux brises passagères ;

Mais en rasant la côte d’assez près pour troubler Les oiseaux avec nos voiles enflées, Nous vîmes que c’était un gibet à trois branches, Du ciel se détachant en noir, comme un cyprès.

De féroces oiseaux perchés sur leur pâture Détruisaient avec rage un pendu déjà mûr, Chacun plantant, comme un outil, son bec impur Dans tous les coins saignants de cette pourriture ;

Les yeux étaient deux trous, et du ventre effondré Des intestins pesants coulaient sur les cuisses, Et ses bourreaux, gorgés de hideuses délices, L’avaient à coups de bec absolument châtré.

Sous les pieds, un troupeau de jaloux quadrupèdes, Le museau relevé, tournoyait et rôdait ; Une plus grande bête au milieu s’agitait Comme un exécuteur entouré de ses aides.

Habitant de Cythère, enfant d’un ciel si beau, Silencieusement tu souffrais ces insultes En expiation de tes infâmes cultes Et des péchés qui t’ont interdit le tombeau.

Ridicule pendu, ta douleur est la mienne ! Je sentis, à l’aspect de tes membres flottants, Comme un vomissement, remonter vers mes dents Le long fleuve de fiel des douleurs anciennes ;

Devant toi, pauvre diable au souvenir si cher, J’ai senti tous les becs et toutes les mâchoires Des corbeaux lancinants et des panthères noires Qui jadis aimaient tant à triturer ma chair.

— Le ciel était charmant, la mer était unie ; Pour moi tout était noir et sanglant désormais, Hélas ! et j’avais comme en un suaire épais, Dans ce fer l’enveloppé, mon cœur à l’agonie.

Dans ton île, ô Vénus ! je n’ai trouvé debout Qu’un gibet symbolique où pendait mon image… — Ah ! Seigneur ! donnez-moi la force et le courage De contempler mon cœur et mon corps sans dégoût !


ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

Το ποίημα ξεκινά με μια χαρούμενη διάθεση ταξιδιού, η οποία ανατρέπεται απότομα όταν το καράβι φτάνει στα Κύθηρα, το νησί της Αφροδίτης. Αντί για έναν παράδεισο έρωτα, ο ποιητής αντικρίζει μια ξερή γη και μια αγχόνη με τρία παρακλάδια (όπως φαίνεται στην εικόνα).

  • Η περιγραφή του πτώματος: Ο Baudelaire περιγράφει με ωμότητα τα πουλιά που τρυπούν το σώμα ("τα μάτια ήταν δυο τρύπες", "τα έντερα κυλούσαν στους μηρούς").

  • Ο συμβολισμός: Ο κρεμασμένος είναι ο ίδιος ο ποιητής. Το "ταξίδι στον έρωτα" καταλήγει στην αποσύνθεση και στην τιμωρία. Η εικόνα του Lobel-Riche με τα "άνθη-νεκροκεφαλές" δίνει μορφή στην τελευταία κραυγή του ποιήματος: την παράκληση προς τον Θεό να μπορεί να κοιτάξει το σώμα και την καρδιά του χωρίς σιχασιά.

    Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ

    Η συγκεκριμένη εικονογράφηση, φιλοτεχνημένη γύρω στο 1923, αντικατοπτρίζει τη σκοτεινή κομψότητα του Lobel-Riche, ο οποίος ήταν γνωστός για την ικανότητά του να συνδυάζει τον ερωτισμό με τον θάνατο.

    • Το Κεντρικό Θέμα: Η εικόνα παρουσιάζει έναν απαγχονισμένο άνδρα, το σώμα του οποίου βρίσκεται σε προχωρημένη σήψη. Η στάση του σώματος και η ατμόσφαιρα παραπέμπουν άμεσα στο ποίημα "Un Voyage à Cythère" (Ένα ταξίδι στα Κύθηρα), όπου ο Baudelaire περιγράφει έναν "γελοίο κρεμασμένο" ως σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας και της τιμωρίας των αισθήσεων.

    • Τα "Άνθη" του Θανάτου: Ο καλλιτέχνης μετατρέπει μεταφορικά τις νεκροκεφαλές σε φυτά. Ξεφυτρώνουν από το έδαφος πάνω σε αγκαθωτούς μίσχους, δημιουργώντας έναν κήπο φρίκης που περιβάλλει το πτώμα.

    • Η Άγρια Φύση: Τα αρπακτικά πουλιά που επιτίθενται στο σώμα ενισχύουν την αίσθηση της βιαιότητας και της αποσύνθεσης, μετατρέποντας τη σκηνή σε μια ιεροτελεστία της φύσης πάνω στα ερείπια της ανθρώπινης ύπαρξης.

    ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΥΦΟΣ

    Ο Lobel-Riche χρησιμοποιεί τη γραμμική σκίαση και τις έντονες αντιθέσεις του μαύρου με το υποκίτρινο φόντο του χαρτιού για να προσδώσει μια αίσθηση παλαιότητας και σήψης. Η λεπτομέρεια στους μίσχους και η ανατομική ακρίβεια του σκελετωμένου σώματος προσφέρουν μια νατουραλιστική αλλά ταυτόχρονα ονειρική (ή εφιαλτική) διάσταση.

    "Στο νησί αυτό, το τόσο εύφορο, το τόσο γελαστό, είδα έναν κρεμασμένο που έτρωγαν τα κοράκια..." — Charles Baudelaire, Un Voyage à Cythère

    Η συνεργασία του Lobel-Riche με το πνεύμα του Baudelaire θεωρείται μια από τις πιο επιτυχημένες στην ιστορία της τέχνης των εκδόσεων, καθώς κατάφερε να αποδώσει το "Spleen" – τη βαθιά μελαγχολία και την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή – με τρόπο ωμό και ταυτόχρονα ποιητικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

UN VOYAGE À CYTHÈRE (ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ)

 Η συγκλονιστική χαλκογραφία του ALMÉRY LOBEL-RICHE (1877-1950) αποτελεί μια από τις πιο πιστές και σκοτεινές οπτικοποιήσεις του ποιήματος U...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου