Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΣΜΑΟΥΘ

 


ΜΕΡΟΣ 1

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1927-28, οι πράκτορες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης διεξήγαγαν μια περίεργη και μυστική έρευνα σχετικά με ορισμένες συνθήκες στο αρχαίο λιμάνι του Ίνσμαουθ, στη


Μασαχουσέτη. Το κοινό έμαθε για πρώτη φορά γι' αυτό τον Φεβρουάριο, όταν πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιδρομές και συλλήψεις, ακολουθούμενη από τη σκόπιμη πυρπόληση και δυναμίτιδα —με τις κατάλληλες προφυλάξεις— ενός τεράστιου αριθμού ερειπωμένων, σαπισμένων και υποτιθέμενων ακατοίκητων σπιτιών κατά μήκος της εγκαταλελειμμένης προκυμαίας. Οι αδιάκριτοι άνθρωποι

αναρωτήθηκαν για την έκταση αυτών των ενεργειών και για τον ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό κρατουμένων που μεταφέρθηκαν κρυφά, χωρίς να δικαστούν ποτέ στα τοπικά δικαστήρια ούτε να εμφανιστούν αργότερα στις ομοσπονδιακές φυλακές.

Έγιναν ψίθυροι για μια τρομερή επιδημία ή για μια συγκέντρωση εγκληματιών, και ακόμη πιο παράξενες φήμες κυκλοφόρησαν για μια θαλάσσια δύναμη που είχε εμπλακεί σε παράνομες δραστηριότητες. Αλλά κανείς δεν ήξερε την πραγματική αλήθεια. Τώρα που έχουν περάσει αρκετά χρόνια, αισθάνομαι την ανάγκη να αποκαλύψω την εμπειρία μου, η οποία είναι η αιτία πίσω από όλη αυτή την κυβερνητική δραστηριότητα. Εγώ ήμουν εκείνος που, αφού δραπέτευσε από το Ίνσμαουθ με κομμένη την ανάσα και σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης στις 16 Ιουλίου 1927, έκανε τις καταγγελίες στις αρχές.

Η πρώτη μου επαφή με το Ίνσμαουθ έγινε κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας που έκανα στη Νέα Αγγλία για τον εορτασμό της ενηλικίωσής μου. Σκοπός μου ήταν η έρευνα της γενεαλογίας μου, αλλά και η αναζήτηση της γραφικότητας. Ταξίδευα με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Έφτασα στο Νιούμπεριπορτ σχεδιάζοντας να πάω στο Άρκαμ, από όπου καταγόταν η οικογένεια της μητέρας μου. Ωστόσο, ανακάλυψα ότι το εισιτήριο του τρένου ήταν ακριβό για τα δεδομένα μου.

Ο υπάλληλος στο σταθμό των λεωφορείων, ένας άνθρωπος με ευγενική φυσιογνωμία, μου πρότεινε μια εναλλακτική λύση. «Θα μπορούσατε να πάρετε το παλιό λεωφορείο που περνάει από το Ίνσμαουθ», μου είπε. «Οι περισσότεροι δεν το προτιμούν, και η πόλη έχει κακό όνομα, αλλά το εισιτήριο κοστίζει μόνο εξήντα σεντς».

Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα για το Ίνσμαουθ. Κάθε αναφορά σε αυτό στην περιοχή φαινόταν να συνοδεύεται από μια περίεργη επιφύλαξη, μια σχεδόν ενστικτώδη αποστροφή. Ο υπάλληλος μου εξήγησε ότι πρόκειται για μια σχεδόν εγκαταλελειμμένη πόλη, που κάποτε ήταν σπουδαίο λιμάνι, αλλά είχε παρακμάσει μετά τον Πόλεμο του 1812.

«Γιατί έχει τόσο κακό όνομα;» ρώτησα με περιέργεια. «Είναι οι άνθρωποι εκεί», απάντησε χαμηλόφωνα. «Δεν μοιάζουν με εμάς. Υπάρχουν ιστορίες για παράξενες τελετές και για μια παλιά οικογένεια, τους Μάρς, που λένε ότι έφεραν κάτι από τις Νότιες Θάλασσες πριν από εκατό χρόνια. Κανείς δεν πηγαίνει εκεί αν δεν έχει σοβαρό λόγο, και οι άνθρωποι του Ίνσμαουθ δεν έρχονται ποτέ εδώ, εκτός αν είναι απόλυτη ανάγκη».

Αυτή η μυστηριώδης περιγραφή, αντί να με αποθαρρύνει, κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Ως φοιτητής πανεπιστημίου με κλίση προς το παράξενο και το αρχαίο, αποφάσισα να αφιερώσω μια μέρα στο Ίνσμαουθ πριν συνεχίσω για το Άρκαμ.

Πέρασα το υπόλοιπο απόγευμα στη δημόσια βιβλιοθήκη του Νιούμπεριπορτ, ψάχνοντας πληροφορίες για την πόλη. Οι αναφορές ήταν ελάχιστες και συχνά ασαφείς. Οι παλιές εφημερίδες μιλούσαν για μια τρομερή επιδημία που είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό το 1846, μια χρονιά που πολλοί κάτοικοι ισχυρίζονταν ότι «κάτι» είχε συμβεί στις αποβάθρες. Οι περιγραφές για τους κατοίκους ήταν πάντα οι ίδιες: άνθρωποι με περίεργα χαρακτηριστικά, με στενά κεφάλια, επίπεδες μύτες και μάτια που δεν έκλειναν ποτέ τελείως. Οι ντόπιοι το ονόμαζαν «το βλέμμα του Ίνσμαουθ».

Το επόμενο πρωί, στάθηκα στη γωνία της πλατείας περιμένοντας το λεωφορείο. Όταν το παλιό, σκουριασμένο όχημα εμφανίστηκε, ένιωσα μια ανεπαίσθητη ρίγη. Ο οδηγός ήταν ένας άνδρας με το όνομα Σάρτζεντ. Φορούσε ένα λερωμένο καπέλο και τα ρούχα του έμοιαζαν να κρέμονται πάνω του. Το πρόσωπό του είχε μια παράξενη χλομάδα, και ο λαιμός του ήταν γεμάτος βαθιές ρυτίδες, σαν ουλές. Τα χέρια του ήταν ασυνήθιστα μεγάλα και το δέρμα τους είχε μια γκριζωπή απόχρωση. Δεν με κοίταξε στα μάτια καθώς πλήρωσα το εισιτήριο, απλώς μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.

Ήμουν ο μοναδικός επιβάτης. Καθώς το λεωφορείο άφησε πίσω του το Νιούμπεριπορτ και μπήκε στον παραλιακό δρόμο, το τοπίο άρχισε να αλλάζει. Η βλάστηση έγινε πιο αραιή και καχεκτική. Η μυρωδιά της θάλασσας δεν ήταν πια η φρέσκια αύρα που ήξερα, αλλά μια βαριά, πνιγηρή οσμή ψαρίλας και αποσύνθεσης που φαινόταν να αναδύεται από τα έλη.

Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και το λεωφορείο τρανταζόταν επικίνδυνα. Σε κάποιο σημείο, είδαμε στο βάθος τη γραμμή του ορίζοντα και έναν σκοτεινό όγκο να εξέχει από το νερό. «Τι είναι αυτό;» ρώτησα τον Σάρτζεντ, δείχνοντας προς τη θάλασσα. «Ο Ύφαλος του Διαβόλου», απάντησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Η φωνή του ήταν βραχνή και υγρή, σαν να έβγαινε με δυσκολία από το λαιμό του.

Ο Ύφαλος του Διαβόλου ήταν μια μαύρη γραμμή από βράχια που φαινόταν να παραμονεύει πάνω από τα κύματα. Είχα διαβάσει στη βιβλιοθήκη ότι οι κάτοικοι του Ίνσμαουθ έκαναν συχνά επισκέψεις εκεί τη νύχτα, και ότι κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιδημίας του 1846, πολλοί είχαν δει φώτα να αναβοσβήνουν πάνω στα βράχια, απαντώντας σε σήματα από την πόλη.

Καθώς πλησιάζαμε στο Ίνσμαουθ, τα πρώτα σπίτια άρχισαν να εμφανίζονται. Ήταν ερείπια. Στέγες που είχαν καταρρεύσει, παράθυρα σαν κενές κόγχες ματιών, και τοίχοι που είχαν γείρει σε απίθανες γωνίες. Η αίσθηση της εγκατάλειψης ήταν καθολική. Δεν υπήρχε ίχνος κίνησης, κανένα παιδί να παίζει, κανένα σκυλί να γαβγίζει. Μόνο η απόλυτη, νεκρική σιωπή, διακοπτόμενη από τον θόρυβο της μηχανής του λεωφορείου.

Περάσαμε πάνω από μια παλιά γέφυρα που έτριζε κάτω από το βάρος μας. Ο ποταμός Μανουσέτ έρεε από κάτω, μαύρος και αργοκίνητος, γεμάτος σκουπίδια και βρωμιά. Στην άλλη πλευρά της γέφυρας, η κεντρική πλατεία της πόλης απλωνόταν μπροστά μας.

«Εδώ είμαστε», είπε ο Σάρτζεντ.

Κατέβηκα από το λεωφορείο και το είδα να απομακρύνεται, αφήνοντάς με μόνο στην καρδιά αυτής της ετοιμοθάνατης πόλης. Η μυρωδιά εδώ ήταν ανυπόφορη. Κοίταξα γύρω μου τα κτίρια της πλατείας. Τα περισσότερα ήταν σφραγισμένα με σανίδες. Στην κορυφή ενός λόφου, είδα μια εκκλησία με ένα παράξενο έμβλημα στην πρόσοψη — ένα χρυσό σύμβολο που δεν έμοιαζε με χριστιανικό σταυρό, αλλά περισσότερο με ένα στυλιζαρισμένο θαλάσσιο πλάσμα.

Ήταν το Τάγμα του Δάγωνα. Θυμήθηκα τις ιστορίες για τη μυστική λατρεία που είχε αντικαταστήσει τις παραδοσιακές θρησκείες της πόλης. Αισθάνθηκα τα πρώτα δείγματα μιας ακαθόριστης ανησυχίας. Οι λίγοι άνθρωποι που είδα να κινούνται στις σκιές των στοών είχαν όλοι εκείνο το παράξενο βάδισμα, μια νωχελική, συρτή κίνηση, και τα πρόσωπά τους... Θεέ μου, εκείνα τα πρόσωπα.

Είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον οδηγό, αλλά σε πιο έντονο βαθμό. Τα μάτια τους ήταν γουρλωμένα και δεν ανοιγοκλειναν ποτέ. Το δέρμα τους δεν έμοιαζε με ανθρώπινο δέρμα, αλλά με κάτι υγρό και λεπιδωτό. Καθώς περνούσα, με ακολουθούσαν με το βλέμμα τους, χωρίς να λένε λέξη, με μια έκφραση που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω αν ήταν έχθρα ή μια παγερή, απόκοσμη πείνα.

Αποφάσισα να βρω κάποιον που να μην μοιάζει με αυτούς τους ανθρώπους, κάποιον που ίσως θα μπορούσε να μου μιλήσει για την ιστορία της πόλης χωρίς να με τρομάξει. Είχα ακούσει για έναν γέροντα, τον Ζάντοκ Άλεν, που λεγόταν ότι ήταν ο μόνος που θυμόταν την πόλη πριν την καταστροφή, αλλά και ο μόνος που τολμούσε να μιλήσει όταν ήταν μεθυσμένος.

Άρχισα να περπατάω προς το λιμάνι, προσπαθώντας να αγνοήσω τις φιγούρες που παραμόνευαν στα σκοτεινά σοκάκια. Κάθε βήμα μου στην κατεστραμμένη πλακόστρωση αντηχούσε σαν προειδοποίηση. Το Ίνσμαουθ δεν ήταν απλώς μια παρακμασμένη πόλη· ήταν ένας ζωντανός νεκρός, που περίμενε κάτι να αναδυθεί από τα βάθη του ωκεανού.



ΜΕΡΟΣ 2

Περπατώντας προς την παραλιακή ζώνη, η αίσθηση της απομόνωσης γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτική. Οι δρόμοι, που κάποτε έσφυζαν από τη ζωή των ναυτικών και των εμπόρων, ήταν τώρα στρωμένοι με ένα στρώμα σκόνης και ψόφιων κοχυλιών. Τα κτίρια στις αποβάθρες, τεράστιες πέτρινες αποθήκες του περασμένου αιώνα, έστεκαν σαν σκελετοί γιγάντων. Πολλές από αυτές είχαν καταρρεύσει μερικώς, αποκαλύπτοντας το εσωτερικό τους που ήταν γεμάτο με δίχτυα που σάπιζαν και βαρέλια που είχαν γίνει ένα με τη λάσπη.

Σε μια γωνιά της οδού Φάλμοντ, είδα ένα κατάστημα που φαινόταν να λειτουργεί — ένα παντοπωλείο της αλυσίδας First National. Ήταν μια παράξενη αντίθεση: η μοντέρνα, καθαρή επιγραφή της εταιρείας πάνω σε ένα κτίριο που έμοιαζε έτοιμο να γκρεμιστεί. Μπήκα μέσα, ελπίζοντας να βρω κάποιον «φυσιολογικό» άνθρωπο. Ο νεαρός πίσω από τον πάγκο ήταν όντως διαφορετικός. Ήταν από το Άρκαμ, όπως έμαθα σύντομα, και εργαζόταν εκεί μόνο επειδή η εταιρεία τον είχε μεταθέσει.

«Δεν τους αντέχω», μου ψιθύρισε, κοιτώντας νευρικά προς την πόρτα. «Είναι ο τρόπος που κινούνται... και αυτή η μυρωδιά. Δεν φεύγει ποτέ. Οι άνθρωποι εδώ δεν αγοράζουν σχεδόν τίποτα από εμένα. Προτιμούν τις δικές τους προμήθειες, από τη θάλασσα, υποθέτω».

Τον ρώτησα για τον Ζάντοκ Άλεν. Ο νεαρός γέλασε νευρικά. «Ο γέρο-Ζάντοκ; Θα τον βρείτε κοντά στο πυροσβεστικό σταθμό ή στην αποβάθρα. Είναι ενενήντα χρονών και πάντα μεθυσμένος. Αν του δώσετε ένα μπουκάλι παράνομο τζιν, θα σας πει ιστορίες που θα σας κάνουν να εύχεστε να μην είχατε έρθει ποτέ εδώ. Αλλά προσέξτε, οι υπόλοιποι δεν θέλουν να μιλάει. Τον θεωρούν τρελό, αλλά τον φοβούνται κιόλας».

Αγόρασα μερικά μπισκότα και ένα μπουκάλι φτηνό τζιν από το πίσω μέρος του μαγαζιού —ο νεαρός ήξερε πού να το βρει— και βγήκα πάλι στον καυτερό, υγρό ήλιο. Κατευθύνθηκα προς τις αποβάθρες, εκεί όπου η μυρωδιά του ψαριού γινόταν σχεδόν στερεή.

Εκεί, καθισμένος πάνω σε έναν σκουριασμένο δέστρα, βρήκα τον άνθρωπο που έψαχνα. Ο Ζάντοκ Άλεν ήταν ένα ράκος. Τα ρούχα του ήταν κουρέλια, τα γένια του λευκά και λερωμένα, και τα μάτια του —αντίθετα με των υπολοίπων— ήταν κόκκινα από το οινόπνευμα αλλά γεμάτα με έναν απόλυτα ανθρώπινο τρόμο.

Όταν με είδε να πλησιάζω, προσπάθησε να απομακρυνθεί, αλλά μόλις είδε το μπουκάλι που προεξείχε από την τσέπη μου, σταμάτησε. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. «Είναι για μένα, νεαρέ;» ρώτησε με μια φωνή που έμοιαζε με το τρίξιμο ξερών φύλλων.

Καθίσαμε στη σκιά μιας μισογκρεμισμένης αποθήκης. Του έδωσα το μπουκάλι και τον άφησα να πιει μερικές μεγάλες γουλιές. Σταδιακά, η ένταση στο σώμα του χαλάρωσε και το βλέμμα του άρχισε να χάνεται στον ορίζοντα, προς την κατεύθυνση του Υφάλου του Διαβόλου.

«Ήμουν εκεί, το ξέρεις;» άρχισε να μουρμουρίζει. «Ήμουν εκεί όταν ο καπετάν-Όμπεντ Μάρς έφερε την κατάρα από τις Νότιες Θάλασσες. Ήμουν μικρό παιδί, αλλά θυμάμαι. Θυμάμαι τα πλοία που επέστρεφαν γεμάτα χρυσό — παράξενο χρυσό, που δεν έμοιαζε με τον δικό μας. Είχε σχήματα που δεν μπορείς να φανταστείς... ψάρια με ανθρώπινα κεφάλια, πλάσματα που χόρευαν στο βυθό».

Έσκυψε πιο κοντά μου, και η ανάσα του μύριζε τζιν και αλμύρα. «Ο Όμπεντ βρήκε ένα νησί εκεί κάτω, πέρα από τις γραμμές του χάρτη. Οι ιθαγενείς εκεί δεν λάτρευαν τον Θεό, αλλά τους "Παλιούς" που ζούσαν μέσα στο νερό. Έκαναν συμφωνίες μαζί τους. Τους έδιναν θυσίες και εκείνοι τους έφερναν ψάρια και χρυσό. Αλλά η συμφωνία είχε και άλλους όρους... όρους που δεν χωράει ο ανθρώπινος νους».

Ο Ζάντοκ άρχισε να κλαίει σιωπηλά, οι δάκρυες κυλούσαν μέσα στις βαθιές ρυτίδες του. «Όταν οι δουλειές του Όμπεντ άρχισαν να πηγαίνουν άσχημα εδώ στο Ίνσμαουθ, αποφάσισε να φέρει τη λατρεία τους εδώ. Κάλεσε τα πράγματα από τον Ύφαλο του Διαβόλου. Τα κάλεσε με τελετές και αίμα. Και εκείνα ήρθαν. Αναδύθηκαν από το σκοτάδι του ωκεανού και άρχισαν να περπατούν στους δρόμους μας τη νύχτα. Στην αρχή κρύβονταν, αλλά μετά... μετά άρχισαν να ζητούν σπίτια. Άρχισαν να αναμιγνύονται με τους ανθρώπους».

Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι μου. Η ιστορία του γέρου ακουγόταν σαν το παραλήρημα ενός μεθυσμένου, αλλά το σκηνικό γύρω μας —η σιωπηλή, παραμορφωμένη πόλη— την έκανε να μοιάζει εφιαλτικά αληθινή.

«Κοίταξε τα σπίτια με τις κλειστές σανίδες», συνέχισε ο Ζάντοκ, δείχνοντας προς την προκυμαία. «Δεν είναι άδεια. Εκεί μέσα κρύβονται εκείνοι που έχουν αλλάξει πολύ. Εκείνοι που δεν μπορούν πια να περπατήσουν στο φως της μέρας. Περιμένουν τη στιγμή που θα επιστρέψουν στο νερό,Ξαφνικά, ο γέρος σταμάτησε να μιλάει και το πρόσωπό του έγινε κάτασπρο. Τα μάτια του καρφώθηκαν σε κάτι πίσω από τον ώμο μου. Γύρισα και είδα μια φιγούρα να στέκεται στην άκρη του δρόμου, παρακολουθώντας μας. Ήταν ένας άνδρας με το γνωστό «βλέμμα του Ίνσμαουθ», φορώντας ένα βαρύ παλτό παρά τη ζέστη. Δεν κινήθηκε, δεν μίλησε. Απλώς στεκόταν εκεί, σαν άγρυπνος φρουρός.

Ο Ζάντοκ άρπαξε το μπουκάλι και σηκώθηκε απότομα. «Φύγε!» μου ψιθύρισε με τρόμο. «Φύγε από το Ίνσμαουθ όσο προλαβαίνεις! Μην περιμένεις το βραδινό λεωφορείο. Περπάτα, τρέξε, αλλά μη μείνεις εδώ όταν πέσει το σκοτάδι!»


Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΣΜΑΟΥΘ

ΜΕΡΟΣ 3

Η φυγή του Ζάντοκ Άλεν με άφησε με μια παγερή αίσθηση ανασφάλειας. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα αρρωστημένο πορτοκαλί χρώμα που θύμιζε αίμα σε αποσύνθεση. Κοίταξα το ρολόι μου· είχα ακόμη χρόνο μέχρι το λεωφορείο των οκτώ, αλλά οι προειδοποιήσεις του γέρου αντηχούσαν στο μυαλό μου. Παρόλα αυτά, η περιέργεια του ερευνητή μέσα μου πάλευε με το ένστικτο της επιβίωσης.

Αποφάσισα να περπατήσω λίγο ακόμα προς τα βόρεια της πόλης, εκεί όπου τα αρχοντικά των παλιών καπεταναίων στέκονταν κάποτε περήφανα. Ήθελα να δω το σπίτι της οικογένειας Μάρς. Καθώς προχωρούσα στην οδό Ουάσινγκτον, το σκηνικό άλλαζε. Εδώ τα σπίτια ήταν μεγαλύτερα, πέτρινα, αλλά η παρακμή ήταν ακόμα πιο εμφανής. Πολλά από αυτά είχαν κήπους που είχαν μετατραπεί σε ζούγκλες από αλλόκοτα, υδρόβια φυτά που δεν είχα ξαναδεί στη στεριά, με φύλλα που έμοιαζαν με γλοιώδη πτερύγια.

Σε μια στροφή του δρόμου, το είδα. Το αρχοντικό των Μάρς ήταν ένα τεράστιο οικοδόμημα, περιφραγμένο με σκουριασμένα σίδερα. Παρόλο που φαινόταν κατοικημένο —υπήρχαν κουρτίνες στα παράθυρα— επικρατούσε μια απόλυτη σιωπή. Καθώς πλησίασα την πύλη, μια έντονη μυρωδιά ψαριού, πολύ πιο δυνατή από οπουδήποτε αλλού στην πόλη, με χτύπησε στο πρόσωπο.

Ξαφνικά, ένα παράθυρο στον δεύτερο όροφο άνοιξε. Δεν είδα πρόσωπο, μόνο ένα χέρι που τράβηξε την κουρτίνα. Αλλά δεν ήταν ανθρώπινο χέρι. Ήταν πλατύ, με μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα, και το χρώμα του ήταν ένα θαμπό, λασπώδες πράσινο. Οπισθοχώρησα έντρομος. Η λογική μου προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό μου ότι ήταν κάποια παραμόρφωση από την αρρώστια που είχε πλήξει την πόλη, αλλά η καρδιά μου ήξερε καλύτερα.

Επέστρεψα βιαστικά προς την κεντρική πλατεία, την Πλατεία Γκίλμαν. Ο φόβος είχε αρχίσει να κυριεύει κάθε μου κύτταρο. Όταν έφτασα στο ξενοδοχείο «Gillum House» —το μοναδικό που λειτουργούσε ακόμα— ρώτησα τον υπάλληλο, έναν άνδρα με αποκρουστική όψη και σχεδόν ανύπαρκτο πηγούνι, για την ώρα του λεωφορείου.

«Το λεωφορείο των οκτώ δεν θα έρθει απόψε», μου είπε με μια φωνή που έμοιαζε με μπουρμπουλήθρα. «Βλάβη στη μηχανή. Θα πρέπει να μείνετε εδώ».

Η ανακοίνωση αυτή με παρέλυσε. Κοίταξα έξω από την πόρτα. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται και οι σκιές στους δρόμους έμοιαζαν να μεγαλώνουν, να αποκτούν δική τους ζωή. Δεν είχα άλλη επιλογή. Νοίκιασα ένα δωμάτιο στον τρίτο όροφο, το νούμερο 428. Ο υπάλληλος μου έδωσε ένα σκουριασμένο κλειδί χωρίς να με κοιτάξει.

Ανέβηκα τις σκάλες που έτριζαν. Το ξενοδοχείο μύριζε μούχλα και υγρασία. Το δωμάτιό μου ήταν λιτό, με ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι και μια ντουλάπα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ελέγξω την πόρτα. Υπήρχε μια κλειδαριά, αλλά έμοιαζε αδύναμη. Ανακάλυψα όμως κάτι που με ανατρίχιασε: στο δωμάτιό μου, όπως και στα διπλανά, υπήρχαν πρόσθετοι σύρτες τοποθετημένοι από την εξωτερική πλευρά.

Γιατί να θέλει κάποιος να κλειδώσει έναν ένοικο μέσα στο δωμάτιό του;

Προσπάθησα να ηρεμήσω. Έσυρα την βαριά ντουλάπα μπροστά από την πόρτα που οδηγούσε στο διπλανό δωμάτιο και έβαλα μια καρέκλα κάτω από το πόμολο της κύριας εισόδου. Κάθισα στο κρεβάτι, ακούγοντας τους ήχους της πόλης. Έξω, το Ίνσμαουθ είχε ξυπνήσει. Άκουγα συρτούς βηματισμούς στο πλακόστρωτο, περίεργα σφυρίγματα και μια γλώσσα που δεν έμοιαζε με καμία ανθρώπινη διάλεκτο — μια σειρά από γρυλίσματα και υγρούς ήχους που έρχονταν από την κατεύθυνση του λιμανιού.

Ξαφνικά, άκουσα την πόρτα του ξενοδοχείου στο ισόγειο να ανοίγει. Ακολούθησαν ψίθυροι και το ανέβασμα πολλών ανθρώπων στις σκάλες. Τα βήματά τους δεν ήταν κανονικά· ήταν βαριά και πλαδαρά, σαν να περπατούσαν με βατραχοπέδιλα. Σταμάτησαν έξω από το δωμάτιό μου.

Κράτησα την ανάσα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόμουν ότι θα με προδώσει. Κάποιος δοκίμασε το πόμολο. Μετά, ένιωσα μια πίεση στην πόρτα. Οι σύρτες που είχα βάλει άντεξαν, αλλά για πόσο;

Μέσα στη σιωπή, άκουσα μια φωνή από το διάδρομο. Ήταν μια φωνή που δεν είχε λαιμό, μια φωνή που φαινόταν να βγαίνει μέσα από νερό: «Είναι μέσα. Μυρίζω το ξένο αίμα».

Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν απλώς μια εχθρική πόλη. Ήταν μια παγίδα. Και εγώ ήμουν το θήραμα που περίμεναν για τις τελετές τους στον Ύφαλο του ΔιαβόλουΗ ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΣΜΑΟΥΘ


ΜΕΡΟΣ 4

Η πίεση στην πόρτα συνεχίστηκε για λίγο, σταθερή και απειλητική, αλλά οι αυτοσχέδιες ενισχύσεις μου άντεχαν. Μετά από μερικά λεπτά που έμοιαζαν με αιώνες, άκουσα τα πλαδαρά βήματα να απομακρύνονται προς το βάθος του διαδρόμου. Δεν πίστεψα όμως ούτε για μια στιγμή ότι είχα σωθεί. Ήξερα ότι απλώς πήγαιναν να βρουν έναν άλλο τρόπο για να μπουν, ή ίσως να φέρουν περισσότερους από τους δικούς τους.

Έπρεπε να φύγω από αυτό το δωμάτιο. Κοίταξα το παράθυρο που έβλεπε στην οδό Ουάσινγκτον. Ήταν πολύ ψηλά για να πηδήξω, αλλά είδα ότι υπήρχε μια στενή μαρκίζα που ένωνε το ξενοδοχείο με το διπλανό κτίριο, μια παλιά αποθήκη. Με την καρδιά να κοντεύει να σπάσει, άνοιξα το παράθυρο όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Η υγρή, ψαρίσια οσμή της νύχτας εισέβαλε στο δωμάτιο, πιο έντονη από ποτέ.

Βγήκα στο περβάζι. Ο δρόμος από κάτω ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι, αλλά είδα σκιές να κινούνται γρήγορα από τη μια γωνία στην άλλη. Πλάσματα που δεν περπατούσαν πια όρθια, αλλά πηδούσαν με έναν αλλόκοτο, βατραχοειδή τρόπο. Δεν είχαν ρούχα, και το δέρμα τους άστραφτε κάτω από το αμυδρό φως των αστεριών με μια γλοιώδη, φωσφορίζουσα λάμψη.

Προχώρησα με προσοχή πάνω στη μαρκίζα, κρατώντας την ισορροπία μου με τα χέρια κολλημένα στον τοίχο. Όταν έφτασα στο παράθυρο της αποθήκης, το βρήκα ξεκλείδωτο. Μπήκα μέσα και βρέθηκα σε ένα τεράστιο, σκοτεινό χώρο γεμάτο με άδεια κιβώτια. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο με μια περίεργη λάσπη που γλιστρούσε.

Καθώς προσπαθούσα να βρω την έξοδο, άκουσα έναν ήχο που με έκανε να παγώσω. Ερχόταν από το βάθος της αποθήκης. Ήταν ένας ρυθμικός, υγρός ήχος, σαν κάτι μεγάλο να ανέπνεε μέσα σε νερό. Πλησίασα με προσοχή και είδα μια τεράστια τρύπα στο πάτωμα που οδηγούσε στα υπόγεια κανάλια του ποταμού Μανουσέτ.

Από την τρύπα άρχισαν να αναδύονται κεφάλια. Δεν ήταν άνθρωποι. Είχαν τεράστια, ακίνητα μάτια που προεξείχαν, καθόλου μέτωπο και βράγχια στις πλευρές του λαιμού τους που ανοιγόκλειναν ρυθμικά. Φορούσαν παράξενα κοσμήματα από εκείνον τον αλλόκοτο χρυσό που είχε περιγράψει ο Ζάντοκ — διαδήματα και περιλαίμια με γεωμετρικά σχήματα που προκαλούσαν ζάλη μόνο που τα κοίταζες.

Ήταν οι Βάθιοι (Deep Ones).

Ένας από αυτούς, ο πιο μεγάλος, κρατούσε μια πέτρινη πλάκα με σκαλισμένα σύμβολα. Άρχισαν να βγάζουν έναν ομαδικό ήχο, μια ψαλμωδία που δεν είχε λέξεις, μόνο δονήσεις που ένιωθες στο στήθος σου. Ήταν μια προσευχή στον Δάγωνα και στην Ύδρα, τους σκοτεινούς θεούς της αβύσσου.

Κατάλαβα ότι αν με έβλεπαν, το τέλος μου θα ήταν φρικτό. Οπισθοχώρησα αργά, προσπαθώντας να μην κάνω τον παραμικρό θόρυβο. Βρήκα μια πίσω σκάλα που οδηγούσε σε ένα σοκάκι. Βγήκα έξω και άρχισα να τρέχω, αποφεύγοντας τους κεντρικούς δρόμους.

Στόχος μου ήταν οι παλιές γραμμές του τρένου που ήταν πλέον εκτός λειτουργίας. Ήξερα ότι αν ακολουθούσα τις ράγες, θα μπορούσα να βγω από την πόλη προς τα βορειοδυτικά, μακριά από τον κεντρικό δρόμο που σίγουρα θα φύλαγαν οι άνθρωποι του Μάρς.

Καθώς έφτασα στις παρυφές της πόλης, γύρισα για μια τελευταία φορά το κεφάλι. Στον Ύφαλο του Διαβόλου, είδα μια τεράστια φωτιά να καίει. Γύρω της, εκατοντάδες σιλουέτες χόρευαν και βουτούσαν μέσα στο νερό. Η θάλασσα έμοιαζε να βράζει.

Τότε άκουσα μια κραυγή πίσω μου. Ένας από τους φρουρούς με είχε δει. Δεν ήταν άνθρωπος, ούτε καν "μεταλλαγμένος". Ήταν ένα από τα πλάσματα της αποθήκης. Άρχισε να τρέχει κατά πάνω μου με απίστευτη ταχύτητα, βγάζοντας ένα διαπεραστικό σφύριγμα που αντήχησε σε όλη την κοιλάδα.

Η καταδίωξη είχε αρχίσει.i



Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΣΜΑΟΥΘ

ΜΕΡΟΣ 5

Η ανάσα μου έβγαινε καυτή και κοφτή, καθώς τα πόδια μου σκούνταφταν πάνω στις σάπιες τραβέρσες των σιδηροδρομικών γραμμών. Το σφύριγμα του πλάσματος πίσω μου απαντήθηκε από άλλα, παρόμοια σφυρίγματα που έρχονταν από τους βάλτους στα αριστερά μου και από τα ερείπια των εργοστασίων στα δεξιά. Με είχαν κυκλώσει. Η μόνη μου ελπίδα ήταν να παραμείνω στις σκιές των ψηλών χόρτων και να εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι, παρά την υπερφυσική τους ταχύτητα, οι κινήσεις τους ήταν κάπως άρρυθμες στη στεριά.

Βρέθηκα σε ένα σημείο όπου οι γραμμές περνούσαν μέσα από μια βαθιά χαράδρα. Εκεί, το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Σταμάτησα για μια στιγμή, προσπαθώντας να καταλαγιάσω τον χτύπο της καρδιάς μου που αντηχούσε στα αυτιά μου σαν τύμπανο. Τότε τους είδα.

Μια ολόκληρη πομπή από Εκείνους διέσχιζε τον δρόμο λίγο πιο πέρα. Ήταν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες. Κάποιοι φορούσαν τα κουρελιασμένα ρούχα των κατοίκων του Ίνσμαουθ, αλλά οι περισσότεροι ήταν γυμνοί, με το δέρμα τους να λάμπει από μια αρρωστημένη, ελαιώδη ουσία. Στο κέντρο της πομπής, τέσσερα από τα πλάσματα μετέφεραν ένα βαρύ, χρυσό είδωλο που απεικόνιζε μια φρικαλεότητα με πλοκάμια και πτερύγια.

Έκλεισα τα μάτια μου, προσευχόμενος να μην με εντοπίσει η οσμή μου. Η μυρωδιά της ψαρίλας και της θάλασσας ήταν τώρα τόσο έντονη που με έκανε να θέλω να κάνω εμετό. Καθώς η πομπή περνούσε, άκουσα τον ήχο των φωνών τους. Δεν ήταν ομιλία· ήταν ένας υγρός, λαρυγγικός ήχος, ένα «Iä! Iä! Cthulhu fhtagn! Ph'nglui mglw'nafh Cthulhu R'lyeh wgah'nagl fhtagn!».

Όταν ο θόρυβος της πομπής απομακρύνθηκε, συνέχισα να σέρνομαι μέσα στα χόρτα. Το σώμα μου ήταν γεμάτο εκδορές και η κούραση άρχιζε να με παραλύει, αλλά ο τρόμος ήταν ένας ισχυρός κινητήρας. Μετά από ώρες περιπλάνησης, έφτασα σε έναν λόφο από όπου μπορούσα να δω τον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε προς το Ρόουλι.

Εκεί είδα κάτι που μου έκοψε την ελπίδα. Στο οδόφραγμα που είχαν στήσει οι κάτοικοι, δεν υπήρχαν μόνο οι παραμορφωμένοι άνθρωποι που είχα δει το πρωί. Υπήρχαν και πράγματα που είχαν βγει κατευθείαν από την άβυσσο, όντα που δεν μπορούσαν καν να σταθούν όρθια, αλλά έρπονταν με μια φρικτή δύναμη, κρατώντας σκουριασμένα καμάκια.

Συνειδητοποίησα ότι το Ίνσμαουθ δεν ήταν απλώς μια απομονωμένη κοινότητα. Ήταν μια γέφυρα. Μια πύλη ανάμεσα στον δικό μας κόσμο και σε κάτι αρχέγονο και αδηφάγο που περίμενε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ο καπετάν-Όμπεντ Μάρς δεν είχε κάνει απλώς μια συμφωνία για πλούτη· είχε πουλήσει την ίδια τη γενετική γραμμή της πόλης του.

Κατάφερα τελικά να βρω ένα πέρασμα μέσα από τα έλη, βουτώντας μέχρι τη μέση στο βρωμερό νερό. Κάποια στιγμή, ένιωσα κάτι να αγγίζει το πόδι μου κάτω από την επιφάνεια — κάτι κρύο και γλοιώδες. Έβγαλα μια πνιχτή κραυγή και άρχισα να χτυπιέμαι μέχρι να φτάσω στη στεγνή γη. Δεν γύρισα να δω τι ήταν.

Όταν το πρώτο φως της αυγής άρχισε να γκριζάρει τον ουρανό, βρισκόμουν πια χιλιόμετρα μακριά από το Ίνσμαουθ. Κατέρρευσα στις παρυφές του Ρόουλι, όπου με βρήκε ένας αγρότης. Του είπα μια ψεύτικη ιστορία για ληστές, φοβούμενος ότι αν έλεγα την αλήθεια θα με έκλειναν στο τρελοκομείο.

Αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Οι εφιάλτες είχαν μόλις αρχίσει. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα εκείνα τα γουρλωμένα μάτια να με κοιτάζουν από το βυθό. Και το χειρότερο... άρχισα να νιώθω μια περίεργη αλλαγή στον ίδιο μου τον εαυτό. Μια δίψα για το κρύο νερό και μια αποστροφή για το φως του ήλιου που δεν μπορούσα να εξηγήσω.



Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΣΜΑΟΥΘ

ΜΕΡΟΣ 6

Μετά την απόδρασή μου, πέρασα εβδομάδες σε ένα νοσοκομείο του Άρκαμ, παλεύοντας με αυτό που οι γιατροί ονόμασαν «νευρικό κλονισμό λόγω εξάντλησης». Όταν τελικά ανέκτησα τις δυνάμεις μου, πήγα στις αρχές. Οι εκθέσεις μου ήταν τόσο λεπτομερείς και η απόγνωσή μου τόσο φανερή, που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποφάσισε να δράσει κρυφά. Έτσι φτάσαμε στις επιδρομές του 1928, στην καταστροφή των αποθηκών και στην ανατίναξη του Υφάλου του Διαβόλου με τορπίλες από ένα υποβρύχιο. Πίστεψα, για μια στιγμή, ότι ο εφιάλτης είχε θαφτεί για πάντα κάτω από τόνους λάσπης και συντριμμιών.

Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Επέστρεψα στις γενεαλογικές μου έρευνες, προσπαθώντας να βρω τις ρίζες της οικογένειας της μητέρας μου, των Όρν. Στα αρχεία του Μουσείου του Άρκαμ, ανακάλυψα μια τρομερή αλήθεια. Η προγιαγιά μου δεν ήταν από το Άρκαμ. Ήταν η κόρη του ίδιου του Όμπεντ Μάρς από το Ίνσμαουθ, από τον δεύτερο γάμο του με μια γυναίκα που κανείς δεν είχε δει ποτέ στο φως της ημέρας.

Άρχισα να παρατηρώ τον εαυτό μου στον καθρέφτη με μια νέα, αρρωστημένη προσήλωση. Στην αρχή ήταν ανεπαίσθητο. Μια ελαφρώς μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στα μάτια. Μια χλομάδα που δεν έφευγε με τον ήλιο. Μετά ήρθαν οι εφιάλτες.

Δεν ονειρευόμουν πια την καταδίωξη στους βάλτους. Ονειρευόμουν τον βυθό. Ονειρευόμουν τεράστιες, κυκλώπειες πόλεις από κοράλλια και φωσφορίζουσα πέτρα, όπου το φως του ήλιου δεν έφτανε ποτέ, αλλά όλα έλαμπαν από μια εσωτερική, απόκοσμη πηγή. Άκουγα τις ψαλμωδίες των Βαθιών να με καλούν, όχι ως εχθρό, αλλά ως αδελφό.

«Y’ha-nthlei...» ψιθύριζαν οι φωνές στον ύπνο μου. Ήταν το όνομα της πόλης τους κάτω από το κύματα, εκεί όπου ο χρόνος δεν είχε σημασία και ο θάνατος ήταν απλώς μια μετάβαση.

Άρχισα να νιώθω μια ακατανίκητη αποστροφή για το φαγητό των ανθρώπων. Μόνο η μυρωδιά της θάλασσας με ηρεμούσε. Το δέρμα μου άρχισε να γίνεται τραχύ και οι πτυχές στο λαιμό μου έγιναν βαθιές και ευαίσθητες. Έπιανα τον εαυτό μου να μην κλείνει τα μάτια για ώρες, κοιτώντας το κενό με εκείνο το σταθερό, υαλώδες βλέμμα που κάποτε με έκανε να ουρλιάζω από τρόμο.

Έμαθα ότι ο ξάδερφός μου, που είχε εγκλειστεί σε άσυλο χρόνια πριν, είχε αυτοκτονήσει. Όταν είδα τη φωτογραφία του, δεν είδα έναν τρελό. Είδα έναν άνθρωπο που είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε κάτι που δεν ανήκε στη στεριά. Είχε το «βλέμμα του Ίνσμαουθ» σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Η φρίκη δεν ήταν πια έξω από μένα. Δεν ήταν μια πόλη που μπορούσα να αποφύγω ή ένας ύφαλος που μπορούσα να ανατινάξω. Η φρίκη ήταν μέσα στο αίμα μου, κλειδωμένη στα κύτταρά μου, περιμένοντας την ώρα της να ανθίσει. Ήμουν ένας από αυτούς. Το αίμα των Μάρς κυλούσε στις φλέβες μου, κουβαλώντας την κληρονομιά της αβύσσου.

Κάθε νύχτα, το κάλεσμα γινόταν πιο δυνατό. Ένιωθα το δωμάτιό μου να στενεύει, τους τοίχους να με πνίγουν. Ήθελα το κρύο, το απέραντο σκοτάδι του ωκεανού, την ελευθερία της αιώνιας κίνησης στα ρεύματα του βυθού. Άρχισα να καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι του Ίνσμαουθ έμοιαζαν τόσο απόμακροι. Δεν ήταν κακοί. Ήταν απλώς... αλλού. Ανήκαν σε έναν κόσμο που η ανθρώπινη ηθική και ο φόβος δεν είχαν καμία ισχύ.




ΜΕΡΟΣ 7 (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

Δεν μπορώ πια να αντισταθώ. Η μεταμόρφωση επιταχύνεται και ο πόνος της στεριάς γίνεται αφόρητος. Το φως του ήλιου καίει το δέρμα μου σαν οξύ και ο αέρας μοιάζει με ξηρή σκόνη στους πνεύμονές μου, που τώρα λαχταρούν την υγρή αγκαλιά της αλμύρας. Οι άνθρωποι γύρω μου μοιάζουν με εύθραυστα, εφήμερα όντα, φυλακισμένα σε μια στενή πραγματικότητα που σύντομα θα αφήσω πίσω μου για πάντα.

Σχεδιάζω τη δική μου απόδραση. Δεν θα είναι μια φυγή από τον φόβο, αλλά μια επιστροφή στο σπίτι. Έχω ήδη έρθει σε επαφή με τον ξάδερφό μου —όχι, δεν αυτοκτόνησε, τον βοήθησαν να δραπετεύσει από το άσυλο— και τώρα περιμένει σε μια σπηλιά κοντά στις ακτές του Μανουσέτ. Μαζί θα κολυμπήσουμε πέρα από τον Ύφαλο του Διαβόλου, εκεί όπου οι τορπίλες της κυβέρνησης δεν μπόρεσαν να φτάσουν.

Οι πράκτορες πίστεψαν ότι κατέστρεψαν το Ίνσμαουθ, αλλά το Ίνσμαουθ είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Οι πόλεις των Βαθιών εκτείνονται σε όλο τον πυθμένα του Ειρηνικού και του Ατλαντικού, αρχαίες, αμετάβλητες και αιώνιες. Θα κατέβουμε στην Y’ha-nthlei, στη λαμπρή πόλη των χιλίων πυλών, όπου θα ζήσουμε μέσα σε μια δόξα που η ανθρωπότητα δεν μπορεί καν να ονειρευτεί.

Εκεί, στο σκοτάδι του βυθού, θα συναντήσουμε τον Μεγάλο Δάγωνα και τη Μητέρα Ύδρα. Θα προσκυνήσουμε στο ναό του Κθούλου, περιμένοντας την ώρα που τα αστέρια θα είναι στη σωστή θέση και η Ρ’λυέ θα αναδυθεί ξανά, επιβάλλοντας την κυριαρχία της πάνω σε ολόκληρο τον πλανήτη. Δεν υπάρχει φόβος σε αυτή τη σκέψη, μόνο μια βαθιά, παγερή γαλήνη.

Αφήνω αυτές τις σημειώσεις για όποιον βρει το άδειο δωμάτιό μου. Μην με αναζητήσετε. Μην προσπαθήσετε να με σώσετε. Αυτό που εσείς ονομάζετε φρίκη, εγώ το ονομάζω πεπρωμένο. Το αίμα μου με καλεί και η θάλασσα είναι η μόνη μου αλήθεια.

Απόψε, όταν η παλίρροια θα είναι στο αποκορύφωμά της, θα περπατήσω μέχρι την ακτή. Θα νιώσω το κρύο νερό να καλύπτει τα πόδια μου, μετά τη μέση μου, και τελικά το κεφάλι μου. Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, θα μπορέσω να αναπνεύσω πραγματικά. Θα βουτήξω στην άβυσσο, όχι ως ναυαγός, αλλά ως κυρίαρχος.

Iä! Iä! Cthulhu fhtagn!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΣΜΑΟΥΘ

  ΜΕΡΟΣ 1 Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1927-28, οι πράκτορες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης διεξήγαγαν μια περίεργη και μυστική έρευνα σχε...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου