Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΜΙΛΑΝΟ

Ακολουθεί το πλήρες χρονικό της οικογένειας Μιλάνου και της βολιώτικης διασκέδασης, συνθεμένο σε ένα ενιαίο, ροϊκό κείμενο που περιλαμβάνει όλες τις λεπτομέρειες, τους διαλόγους και την ιστορική διαδρομή από την Πορταριά μέχρι τις θρυλικές νύχτες της οδού Ερμού. Η «ΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΜΙΛΑΝΟΥ»: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ Η ιστορία της οικογένειας ΜΙΛΑΝΟΥ δεν είναι απλώς η ιστορία μιας ταβέρνας· είναι το πεντάγραμμο πάνω στο οποίο γράφτηκε η λαϊκή ιστορία του Βόλου για πάνω από έναν αιώνα. Όλα ξεκινούν στα τέλη του 19ου αιώνα στην Πορταριά, όπου ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΙΛΑΝΟΣ (ή Κολατσής), άνθρωπος με σπάνιο μουσικό αισθητήριο, έπαιζε μπουζούκι στη μπακαλοταβέρνα του. Σε μια εποχή που κυριαρχούσαν τα «Καφέ-Αμάν», εκείνος μετέφερε τον ήχο του μπουζουκιού από τα αστικά κέντρα στις πλαγιές του Πηλίου. Εκεί γεννήθηκε το 1892 ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΙΛΑΝΟΣ, ένας αριστερόχειρας που έμαθε να δαμάζει το μπουζούκι με το δεξί, εξελισσόμενος σε δεξιοτέχνη. Η ζωή του ήταν μια περιπέτεια: ξενιτιά στην Αίγυπτο το 1906 για να προικοδοτήσει τις πέντε αδελφές του, επιστροφή το 1913, εθελοντής στους Βαλκανικούς Πολέμους και οριστική απόλυση από τον στρατό το 1922. Ενώ εκείνος πολεμούσε, η οικογένεια έχανε τα χωράφια της στην Πορταριά από τα χρέη σε τοπικούς προύχοντες, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο του χωριού. Το 1919, ο Στέφανος ανοίγει με τον γαμπρό του το ταβερνάκι στην οδό Ερμού 174 (αργότερα 186) στον Άγιο Νικόλαο. Ήταν ένας χώρος χαμηλοτάβανος, γεμάτος ψυχή, όπου η καρδερίνα κελαηδούσε στο κλουβί και η γάτα τριβόταν στα πόδια των πελατών. Εκεί ο Στέφανος βρήκε το λιμάνι του μαζί με τη σύζυγό του, τη Μικρασιάτισσα ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΑΡΤΕΜΙΔΟΥ. Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑΣ Το όνομα «ΣΚΑΛΑ» δόθηκε το 1938 από τον ΤΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗ, διευθυντή της εφημερίδας «ΘΕΣΣΑΛΙΑ». Με το γνωστό του χιούμορ, έγραψε πως όποιος μπαίνει εκεί «σκαλώνει» και δεν θέλει να βγει, και πως ο Βόλος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη Σκάλα του Μιλάνου της Ιταλίας. Στον τοίχο δέσποζε ο περιβόητος ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑΣ. Ήταν το τεφτέρι των χρεών, ένας τρόπος «οικονομικής διαπόμπευσης» για τους οφειλέτες. Ανάμεσα στα ονόματα φιγουράριζε κάποτε και αυτό του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΣΑΚΗ, του μεγάλου συνθέτη στον οποίο ο μπάρμπα-Στέφανος έμαθε μπουζούκι. Ο πίνακας έγινε συχνά στόχος για τις φάρσες των θαμώνων. Σε παρόμοιες ταβέρνες, όπως η «ΤΟΥΛΟΥΜΠΑ» των Αφών Χατζηγιάννη στην Αλεξάνδρας, οι πελάτες έκλειναν τους ταβερνιάρηδες στο υπόγειο με την καταπακτή μέχρι να σβήσουν όλα τα χρέη από τον πίνακα! ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥΣ Την παράδοση συνέχισαν οι τρεις γιοι του Στέφανου: ΚΑΡΟΛΟΣ (1932): Ο πρωτότοκος, δεξιοτέχνης σε όλα τα έγχορδα. Αν και ο Χρίστος Τσιτσάνης τον πρότεινε στον αδελφό του τον Βασίλη, ο Κάρολος έμεινε στον Βόλο για να στηρίξει τον πατέρα του, δημιουργώντας μια σπουδαία τοπική καλλιτεχνική κληρονομιά. ΝΙΚΟΣ (1938): Κράτησε με το ήθος και την τέχνη του την ποιότητα της ταβέρνας στην οδό Ερμού και αργότερα στην Ιωλκού, δουλεύοντας σκληρά ακόμα και στις μεγάλες πλημμύρες του ’55. ΣΤΑΘΗΣ (1941): Ο μικρότερος, που έπαιξε μπουζούκι στα βαφτίσια του σε ηλικία έξι ετών, εξελίχθηκε σε δάσκαλο της τέχνης του οργάνου. ΤΑ ΖΙΖΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ Η παλιά διασκέδαση του Βόλου ήταν γεμάτη «τύπους» όπως ο ΝΙΚΟΣ ΖΕΡΜΠΙΝΗΣ, ο «χημικός» δοκιμαστής κρασιών, ή ο κομψός κύριος ΖΑΦΕΙΡΗΣ της ταβέρνας «Ζαν Φρανκ». Η ιστορία του Ζαφείρη στο Φανάρι έμεινε θρυλική: οι φίλοι του τον έπεισαν να πάνε για ψάρεμα με δυναμίτη και, πετώντας έναν ψεύτικο δυναμίτη στη βάρκα, τον ανάγκασαν να βουτήξει στη θάλασσα με το κουκουλάρικο κουστούμι και το παπιγιόν του! Ο Βόλος κάποτε είχε 8 ρεμπετάδικα και 13 μπουζουξίδικα. Από τα «5Φ» και τον «ΓΚΟΥΝΤΑΡΑ», μέχρι τις «ΑΗΔΟΝΟΦΩΛΙΕΣ», το «ΔΑΣΑΚΙ» και τις ντίσκο της δεκαετίας του ’80 (BIG BEN, CHEVALIER, ΚΕΝΤΡΙ, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ), η πόλη έσφυζε από ζωή. Στην Αγριά μεσουρανούσαν το «ΜΙΝΟΡΕ» και ο «ΔΙΟΝΥΣΟΣ», ενώ στις Αλυκές η «ΜΑΓΙΟΡΚΑ». Η «Σκάλα» μεταφέρθηκε αργότερα στην οδό Ιωλκού. Παρά τις απαγορεύσεις εισόδου σε στρατιωτικούς που ίσχυαν από τον Εμφύλιο (και λύθηκαν το 1975 με παρέμβαση στη Βουλή), το μαγαζί παρέμεινε φάρος πολιτισμού μέχρι που ο Κάρολος και ο Νίκος αποσύρθηκαν, φεύγοντας από τη ζωή με διαφορά μόλις ενός έτους. Σήμερα, η «Σκάλα του Μιλάνου» παραμένει το σύμβολο μιας εποχής αγνής διασκέδασης, όπου το κρασί, το μπουζούκι και η καλή καρδιά ήταν τα μόνα συστατικά που χρειαζόταν κανείς για να «σκαλώσει» στην ομορφιά της ζωής. ΠΗΓΕΣ: Αρχείο και κείμενα του ΚΩΣΤΑ ΤΣΑΚΑΤΙΡΗ. Ιστορικά στοιχεία από την έκδοση του CD των Αδελφών Μιλάνου. Άρθρα του ΤΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗ (Εφημερίδα «ΘΕΣΣΑΛΙΑ»). Προφορικές μαρτυρίες και χρονικά της οικογένειας Μιλάνου. ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΗΣ «ΣΚΑΛΑΣ»: ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ «ΣΚΑΛΩΝΑΝ» ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Στο πάλκο της Σκάλας, το τρίχορδο είχε την τιμητική του. Τα τραγούδια που σφράγισαν τις νύχτες εκείνες ήταν: «Ο ΦΑΣΟΥΛΑΣ» (Γιώργος Μητσάκης): Ένα τραγούδι-σήμα κατατεθέν, αφού ο Μητσάκης ήταν «παιδί» του Μιλάνου. «ΠΕΝΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ»: Το αγαπημένο του μπάρμπα-Στέφανου, που το ερμήνευε με το δικό του δωρικό στυλ. «ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ» (Βασίλης Τσιτσάνης): Λόγω της στενής σχέσης της οικογένειας με τον Χρήστο (Κίτσο) Τσιτσάνη. «ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ, ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ» (Μάρκος Βαμβακάρης): Κλασικό ρεμπέτικο που δεν έλειπε ποτέ από το πρόγραμμα του Καρόλου. «ΟΙ ΒΕΡΓΟΥΛΕΣ»: Ένα κομμάτι που αναδείκνυε το ταλέντο τους «ΟΛΟΙ ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ»: Το ανεπίσημο «πιστεύω» του μαγαζιού, που ένωνε όλες τις κοινωνικές τάξεις γύρω από το ίδιο τραπέζι. Η ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΣΚΑΛΑΣ» ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΕΡΜΟΥ Αν μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα του μαγαζιού στην Ερμού 174 (όπως φαίνεται και στη φωτογραφία), θα αντικρίζαμε τα εξής: Η Πρόσοψη: Ένας λιτός, λευκός τοίχος με την κλασική επιγραφή «ΚΑΦΕΟΙΝΟΜΑΓΕΙΡΕΙΟΝ Η ΣΚΑΛΑ Κ. & Ν. ΜΙΛΑΝΟΥ». Ένα παλιό ποδήλατο ακουμπισμένο απ' έξω και ο μπάρμπα-Στέφανος (ή αργότερα ο Κάρολος και ο Νίκος) στην είσοδο με την ποδιά, καλωσορίζοντας τους πελάτες. Η Διακόσμηση: Χαμηλό ταβάνι που κρατούσε τη ζεστασιά και τη φωνή. Στους τοίχους, κρεμασμένα μπουζούκια, μπαγλαμάδες και φωτογραφίες από το παλιό Πήλιο. Η καρδερίνα στο κλουβί της ήταν το «πρώτο βιολί» της ημέρας, πριν δώσουν τη σκυτάλη τα όργανα το βράδυ. Ο Μαυροπίνακας: Τοποθετημένος σε περίοπτη θέση, για να θυμίζει στους «ξεχασιάρηδες» τις υποχρεώσεις τους, αλλά και για να δίνει τροφή για πειράγματα. Η Ατμόσφαιρα: Μικρά ξύλινα τραπέζια, η μυρωδιά από το γιοματάρι κρασί και τους απλούς αλλά εκλεκτούς μεζέδες (κεφτεδάκια, ελιές, τυρί Πηλίου). Δεν υπήρχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα. Η μουσική ήταν φυσική, «στεγνή» και αυθεντική. Το Πάλκο: Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε υπερυψωμένο πάλκο. Οι Μιλαναίοι έπαιζαν ανάμεσα στον κόσμο. Έγιναν θρυλικές οι στιγμές που ο Σπύρος Ζαγοραίος ή ο Πάνος Γαβαλάς, όταν επισκέπτονταν τον Βόλο, κατέληγαν στη Σκάλα και τραγουδούσαν όρθιοι, στριμωγμένοι ανάμεσα στους θαμώνες, σε μια μυσταγωγία που δεν χρειαζόταν σκηνή για να λάμψει.Αυτή ήταν η «Σκάλα»· ένας χώρος όπου ο χρόνος σταματούσε και η τέχνη γινόταν ένα με την καθημερινή επιβίωση. ΠΗΓΕΣ: Αρχείο και κείμενα του ΚΩΣΤΑ ΤΣΑΚΑΤΙΡΗ. Ιστορικά στοιχεία από την έκδοση του CD των Αδελφών Μιλάνου. Άρθρα του ΤΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗ (Εφημερίδα «ΘΕΣΣΑΛΙΑ»). Προφορικές μαρτυρίες και χρονικά της οικογένειας Μιλάνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΕΡΚΥΝΑ

Η φωτογραφία αυτή της Λειβαδιάς του 1920 ανήκει στο πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του ΠΕΡΙΚΛΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ. Ο Περικλής Διαμαντόπουλος ήταν έ...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου