Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ (Η Αρχική Μορφή)


Η Ιστορία πίσω από το Ποίημα Το πασίγνωστο ποίημα του ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ «Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ» (ή «ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ»), μελοποιημένο αξεπέραστα από τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, δεν είναι ένα προϊόν φαντασίας αλλά μια καταγραφή της πραγματικότητας της Αίγινας. Τα Πρόσωπα: Ο Μπάρμπα Αντρέας: Ήταν ο Αντρέας Γελαδάκης, ένας φτωχός, καμπούρης και ασθενικός βαρκάρης της Αίγινας. Η βάρκα του, με την περίφημη «ξομπλιαστή τέντα», ήταν το καταφύγιό του. Η Ζηνοβία Μπήτρου: Η «αρχηγός» της παρέας των κοριτσιών, μια γυναίκα πρωτοπόρος για την εποχή της (φεμινίστρια, από τις πρώτες που οδήγησαν αυτοκίνητο στο νησί). Η Παρέα: Μαζί με τη Ζηνοβία ήταν η Ζωή Γιαννούλη και οι αδελφές Κατίνα (Κατερίνα) και Αντιγόνη (Αντιγονάκι) Ζέρβα. Το Κοινωνικό Χάσμα: Στο ποίημα αποτυπώνεται η αντίθεση ανάμεσα στις μποέμισσες της Αθήνας που παραθέριζαν στην Αίγινα, γεμάτες ζωντάνια και απελευθέρωση, και στον φτωχό βαρκάρη που τις μετέφερε στα ανοιχτά για να κολυμπήσουν. Για εκείνες ήταν μια χαρούμενη περιπέτεια, για τον Αντρέα όμως, που τις κοιτούσε σιωπηλός, ήταν ένας κόσμος μακρινός και ανέγγιχτος. Η Κατοχική Μαρτυρία του Βάρναλη Σε ένα σπάνιο χρονογράφημά του στην εφημερίδα «Πρωία» (26 Οκτωβρίου 1941), ο Βάρναλης περιγράφει με μοναδικό τρόπο το σκηνικό: Την ατμόσφαιρα του νησιού με τον τυφλωτικό ήλιο, τα καΐκια και τις γεύσεις της θάλασσας (κατσούλες, χελιδονόψαρα, καβουρομάνες). Τον Αντρίκο, που καθισμένος στην πρύμνη κάπνιζε ενώ οι «νεράιδες» βουτούσαν στο νερό, χωρίς να τον λογαριάζουν. Το τέλος του βαρκάρη, ο οποίος «έβηξε λίγο περισσότερο και πια δεν ξανάβηξε» όταν ήρθε ο χειμώνας. 

 Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ (Η Αρχική Μορφή) 

 Είχε την τέντα ξομπλιαστή η βάρκα του καμπούρη Αντρέα. Γυρμένος πλάι στην κουπαστή ονείρατα έβλεπεν ωραία. Η Κατερίνα κ’ η Ζωή τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία ( όνειρο να ’ταν η ζωή; ) χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία! Τα μεσημέρια τα ζεστά, τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα και βγαίναν έξω στ’ ανοιχτά όλες μαζί, τρελή παρέα. Άξαφνα πέφταν στο νερό η καθεμιά γυμνή Γοργόνα - κι όλο γινόταν πιο μικρό τ’ Αντρέα το μάτι, ίσα βελόνα…! Μα ’ρθε ο χειμώνας ο κακός και σκόρπισε η τρελή παρέα και σένα βήχας μυστικός σ’ έστρωσε χάμου, Μπάρμπ’ Αντρέα. Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό περνά μπροστά σου η Ζηνοβία (ένα τραγούδι σιγαλό στον καφενέ παιζ’ η ρομβία). –Πως τα περνάς, σ’ αναρωτά, τα τόσα βάσανα της ζήσης; Πάρε τα λίγα αυτά λεφτά να γιάνεις και να ξαναζήσεις. Κι η βάρκα, μάνα γελαστή, σ’ αργοκουνάει μ’ αγάπη πάντα και συ γερτός στην κουπαστή, ησύχασες, Αντρέα, για πάντα. 

Η μπαλάντα του Αντρίκου

Είχε την τέντα ξομπλιαστήη βάρκα του καμπούρη Αντρέα.Γειρμένος πλάι στην κουπαστήονείρατα έβλεπεν ωραία.

5Η Κατερίνα κι η Ζωή,τ’ Αντιγονάκ’, η Ζηνοβία(ω! τί χαρούμενη ζωή!χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία!)

τα μεσημέρια τα ζεστά10τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέαγια να τις πάει αργά, ανοιχτάόλες μαζί, τρελή παρέα.

Άξαφνα πέφταν στο νερόη καθεμιά γδυτή γοργόνα15κι όλο γινόταν πιο μικρότ’ Αντρέα το μάτι, ίσα βελόνα.

Είναι μεγάλος ο Θεός!τ’ αχείλι το πικρό του λέει.Πόσο μεγάλος κι αγαθός20και πλούσια τα χρυσά του ελέη!

Μα ’ρθε χειμώνας ο κακόςκαι σκόρπισε η τρελή παρέα…Κι εσένα βήχας μυστικόςσ’ έριξε χάμου, μπαρμπ’-Αντρέα.

25Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό,περνάει μπροστά σου η Ζηνοβία(ένα τραγούδι σιγαλόστον καφενέ παίζ’ η ρομβία):

—Πώς τα περνάς, σ’ αναρωτά,30τα τόσα βάσανα της ζήσης;Πάρε τα λίγ’ αυτά λεφτάνα γιάνεις και να ξαναζήσεις…

Κι η βάρκα, μάνα γελαστή,από τη μια στην άλλη μπάντα35σ’ αργοκουνάει στην κουμπαστή—Καλό ταξίδι σου για πάντα!

Πόσο μεγάλος ο ΘεόςΠατήρ και Πνεύμα και Υιός!

 ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 «Αλλά τα κορίτσια; Δεν εννοούμε τα κορίτσια του νησιού. Αυτά τα βλέπεις δεν τα βλέπεις! Πρέπει να μπεις στα σπίτια για να ιδείς όταν… σφουγγαρίζουνε τις πλάκες της αυλής κι ασπρίζουνε τους τοίχους ή να πας στην εκκλησία την Κυριακή να… μετανοήσεις για τα αμαρτήματά σου, οπότε και θα… αμαρτήσεις περισσότερο. Εννοώ τα κορίτσια της Αθήνας, που παραθερίζουνε τα καλοκαίρια στα νησιά. Άνθη ξωτικού παραδείσου, ανάερα, διάφανα, καημός και αλλοφροσύνη. Στα μπάνια, στο μόλο, στα καφενεία, στον περίπατο, στο χορό με το γραμμόφωνο, παντού όπου υπάρχει αέρας να τον ανασάνουν και γης να την πατήσουν και θάλασσα να την κομματιάσουν, παντού φέρνουν τα θάμα –με τα μάτια, με τα χείλια, με την πνοή! Ο καπετάν Αντρίκος, ένας καμπούρης κι ασθενικός ανθρωπάκος, που όλο ξερόβηχε, δεν έβγαινε καθόλου από τη βάρκα του. Την είχε δεμένη στο μουράγιο, αντίκρα στα φώτα των μαγαζιών, κι από κει αντιμετώπιζε τον πλανήτη. Το νερό τον εχώριζε από τον άλλο κόσμο. Κι αυτού ήταν η ησυχία του. Όταν καμιά παρέα ήθελε να κάνει μια βουτιά στ’ ανοιχτά με το φεγγάρι κι έπαιρνε τη βάρκα του Αντρίκου, αυτός έβαζε τα κουπιά στους σκαρμούς, έλυνε τα σκοινιά και άρχιζε να λάμνει χωρίς να μιλά. Υπήρχε όμως μια παρέα τρελοκόριτσα, που τον παίρνανε ταχτικά το μεσημέρι για να πηγαίνουνε μακριά έξω από το λιμάνι κι εκεί κολυμπούσανε. Πετάγανε τα φουστάνια τους, μένανε με το μαγιό και μπλούμ! μια μια πέφτανε το νερό. Γέλια, φωνές, σκαρφαλώματα στη βάρκα, ξαναβουτήματα κτλ. Κι ο Αντρίκος καθισμένος στην πρύμνη κάπνιζε… Ποιος τόνε λογάριαζε, σακάτη άνθρωπο! Νεράιδες αυτές, σγόμπος εκείνος! Έτσι όλο το καλοκαίρι η τρελή παρέα κολυμπούσε έξω από το λιμάνι και γινότανε ανάμεσα ουρανού και πελάου («μάγεμα, λάγγεμα, τρεμούλα»!) μέσα στη βάρκα του Αντρίκου και μάτι δεν τις έβλεπε. Το μάτι του Αντρίκου ήτανε γυάλινο! Και η καρδιά του; Εκείνος το ήξερε!» Αυτά έγραφε ο Κώστας Βάρναλης σ΄ένα χρονογράφημα του 1941, στην εφημερίδα Πρωΐα με την οποία συνεργαζόταν, όπως διαβάζουμε στο πάντα ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου. Κι έτσι μάθαμε κι εμείς την ιστορία του όμορφου αυτού τραγουδιού του Μίκη Θεοδωράκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

VLADIMÍR ÚLEHLA: Ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΩΣ ΖΩΝΤΑΝΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ

Ο Vladimír Úlehla (1888-1947) υπήρξε μια σπάνια αναγεννησιακή προσωπικότητα του 20ού αιώνα, ένας άνθρωπος που κατάφερε να ενώσει την αυστηρή...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου