Στην εμβληματική φωτογραφία από τη συλλογή του ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΗ, η ιστορία της Μυτιλήνης συναντά την καθημερινή βιοπάλη μιας άλλης εποχής. Στο χωριό Παναγιούδα, ένας άνδρας σκαρφαλωμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ξυπόλυτος και προσηλωμένος, ετοιμάζεται να επιτελέσει το καθημερινό του καθήκον: να δώσει φως στα σκοτεινά σοκάκια του χωριού. Είναι ο φανοκόρος, μια μορφή που χάθηκε οριστικά με την έλευση του ηλεκτρισμού, αφήνοντας πίσω της μια αύρα νοσταλγίας και μυστηρίου.
«ΣΑΣ ΑΝΑΠΤΩ ΤΟΥΣ ΦΑΝΟΥΣ»
Ο Γεώργιος Σουρής, μέσα από τις σελίδες του «Ρωμιού», απέδωσε με τον δικό του καυστικό και ταυτόχρονα μελαγχολικό τρόπο την εικόνα αυτού του εργάτη που πάλευε με τα στοιχεία της φύσης:
«Εν τω μέσω του χειμώνος και εν τω μέσω των ανέμων
Εν τω μέσω της θυέλλης και υπό του ψύχους τρέμων
Υπό άστρα ομιχλώδη κι ομιχλώδεις ουρανούς
Σας ανάπτω τους φανούς.»
Η τέχνη του φανοκόρου δεν ήταν απλή υπόθεση. Δεν ήταν μόνο το σκαρφάλωμα στη σκάλα ή το άναμμα του φυτιλιού· ήταν μια ιεροτελεστία ακρίβειας. Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, οι φανοί λειτουργούσαν με λάδι, το οποίο ο φανοκόρος τοποθετούσε σε συγκεκριμένη, μετρημένη ποσότητα. Ο υπολογισμός έπρεπε να είναι τέτοιος ώστε η φλόγα να τρεμοσβήνει και να χάνεται ακριβώς την ώρα που χάραζε η αυγή. Έτσι, τα φανάρια δεν τα έσβηνε ανθρώπινο χέρι· έσβηναν μόνα τους, παραδίδοντας τη σκυτάλη στο φως του ήλιου.
Ο ΜΑΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Για τα παιδιά της εποχής, ο φανοκόρος ήταν μια φιγούρα σχεδόν εξωπραγματική. Ο Γεώργιος Δροσίνης, αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια στην Αθήνα της οθωνικής περιόδου, περιγράφει με δέος αυτόν τον «αμίλητο άνθρωπο» που εμφανιζόταν κάθε σούρουπο:
«Έξω από το σπίτι μας ψηλά στο πλάι της καμαρωτής εξώπορτας, κρέμονταν ένα μεγάλο φανάρι από μακρύ σιδερένιο κοντάρι καρφωμένο στον τοίχο και κάθε σούρουπο, πριν σκοτεινιάσει, ερχόταν ένας άνθρωπος ψηλός, αμίλητος, κουκουλωμένος σα μάγος του παραμυθιού, μ’ ένα μακρύ σίδερο στα χέρια κι ένα τενεκεδένιο ροΐ γεμάτο λάδι. Με το σίδερο ξεγάντζωνε και κατέβαζε το κοντάρι και αφού γέμιζε το φανάρι λάδι και το καθάριζε με ένα πανί, το άναβε και το ανέβαζε πάλι ψηλά για να φέγγη το δρόμο…».
ΤΟ ΑΝΑΙΜΙΚΟ ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Παρά τη ρομαντική τους διάσταση, τα κλασικά λαδοφάναρα προσέφεραν ένα φως πενιχρό. Όπως σημειώνει ο Ελευθέριος Σκιαδάς στον «Μικρό Ρωμηό», το αντιφέγγισμά τους ήταν «αναιμικό», ίσα που έφτανε για να προειδοποιεί τους «ηρωικούς διαβάτες» για τις λακκούβες και τα εμπόδια των κακοτράχαλων δρόμων. Στη φωτογραφία της Παναγιούδας, βλέπουμε αυτήν ακριβώς την αντίθεση: την αρχιτεκτονική ομορφιά με το ξύλινο σαχνισί στο βάθος και την τραχιά πραγματικότητα του ξυπόλυτου εργάτη που, με το τενεκεδένιο του ροΐ, προσπαθεί να δαμάσει το σκοτάδι.
Σήμερα, κοιτάζοντας αυτή την επιχρωματισμένη εικόνα, δεν βλέπουμε απλώς έναν επαγγελματία που χάθηκε. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που κράτησε ζωντανή την επαφή με το φως σε δύσκολους καιρούς, υπενθυμίζοντάς μας πως, ακόμα και με λίγο λάδι και μια μικρή φλόγα, η νύχτα μπορεί να γίνει λιγότερο τρομακτική.
Στην εμβληματική φωτογραφία από τη συλλογή του ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΗ, η ιστορία της Μυτιλήνης συναντά την καθημερινή βιοπάλη μιας άλλης εποχής. Στο χωριό Παναγιούδα, ένας άνδρας σκαρφαλωμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ξυπόλυτος και προσηλωμένος, ετοιμάζεται να επιτελέσει το καθημερινό του καθήκον: να δώσει φως στα σκοτεινά σοκάκια του χωριού. Είναι ο φανοκόρος, μια μορφή που χάθηκε οριστικά με την έλευση του ηλεκτρισμού, αφήνοντας πίσω της μια αύρα νοσταλγίας και μυστηρίου.
«ΣΑΣ ΑΝΑΠΤΩ ΤΟΥΣ ΦΑΝΟΥΣ»
Ο Γεώργιος Σουρής, μέσα από τις σελίδες του «Ρωμιού», απέδωσε με τον δικό του καυστικό και ταυτόχρονα μελαγχολικό τρόπο την εικόνα αυτού του εργάτη που πάλευε με τα στοιχεία της φύσης:
«Εν τω μέσω του χειμώνος και εν τω μέσω των ανέμων
Εν τω μέσω της θυέλλης και υπό του ψύχους τρέμων
Υπό άστρα ομιχλώδη κι ομιχλώδεις ουρανούς
Σας ανάπτω τους φανούς.»
Η τέχνη του φανοκόρου δεν ήταν απλή υπόθεση. Δεν ήταν μόνο το σκαρφάλωμα στη σκάλα ή το άναμμα του φυτιλιού· ήταν μια ιεροτελεστία ακρίβειας. Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, οι φανοί λειτουργούσαν με λάδι, το οποίο ο φανοκόρος τοποθετούσε σε συγκεκριμένη, μετρημένη ποσότητα. Ο υπολογισμός έπρεπε να είναι τέτοιος ώστε η φλόγα να τρεμοσβήνει και να χάνεται ακριβώς την ώρα που χάραζε η αυγή. Έτσι, τα φανάρια δεν τα έσβηνε ανθρώπινο χέρι· έσβηναν μόνα τους, παραδίδοντας τη σκυτάλη στο φως του ήλιου.
Ο ΜΑΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Για τα παιδιά της εποχής, ο φανοκόρος ήταν μια φιγούρα σχεδόν εξωπραγματική. Ο Γεώργιος Δροσίνης, αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια στην Αθήνα της οθωνικής περιόδου, περιγράφει με δέος αυτόν τον «αμίλητο άνθρωπο» που εμφανιζόταν κάθε σούρουπο:
«Έξω από το σπίτι μας ψηλά στο πλάι της καμαρωτής εξώπορτας, κρέμονταν ένα μεγάλο φανάρι από μακρύ σιδερένιο κοντάρι καρφωμένο στον τοίχο και κάθε σούρουπο, πριν σκοτεινιάσει, ερχόταν ένας άνθρωπος ψηλός, αμίλητος, κουκουλωμένος σα μάγος του παραμυθιού, μ’ ένα μακρύ σίδερο στα χέρια κι ένα τενεκεδένιο ροΐ γεμάτο λάδι. Με το σίδερο ξεγάντζωνε και κατέβαζε το κοντάρι και αφού γέμιζε το φανάρι λάδι και το καθάριζε με ένα πανί, το άναβε και το ανέβαζε πάλι ψηλά για να φέγγη το δρόμο…».
ΤΟ ΑΝΑΙΜΙΚΟ ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Παρά τη ρομαντική τους διάσταση, τα κλασικά λαδοφάναρα προσέφεραν ένα φως πενιχρό. Όπως σημειώνει ο Ελευθέριος Σκιαδάς στον «Μικρό Ρωμηό», το αντιφέγγισμά τους ήταν «αναιμικό», ίσα που έφτανε για να προειδοποιεί τους «ηρωικούς διαβάτες» για τις λακκούβες και τα εμπόδια των κακοτράχαλων δρόμων. Στη φωτογραφία της Παναγιούδας, βλέπουμε αυτήν ακριβώς την αντίθεση: την αρχιτεκτονική ομορφιά με το ξύλινο σαχνισί στο βάθος και την τραχιά πραγματικότητα του ξυπόλυτου εργάτη που, με το τενεκεδένιο του ροΐ, προσπαθεί να δαμάσει το σκοτάδι.
Σήμερα, κοιτάζοντας αυτή την επιχρωματισμένη εικόνα, δεν βλέπουμε απλώς έναν επαγγελματία που χάθηκε. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που κράτησε ζωντανή την επαφή με το φως σε δύσκολους καιρούς, υπενθυμίζοντάς μας πως, ακόμα και με λίγο λάδι και μια μικρή φλόγα, η νύχτα μπορεί να γίνει λιγότερο τρομακτική.
Στην εμβληματική φωτογραφία από τη συλλογή του ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΗ, η ιστορία της Μυτιλήνης συναντά την καθημερινή βιοπάλη μιας άλλης εποχής. Στο χωριό Παναγιούδα, ένας άνδρας σκαρφαλωμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ξυπόλυτος και προσηλωμένος, ετοιμάζεται να επιτελέσει το καθημερινό του καθήκον: να δώσει φως στα σκοτεινά σοκάκια του χωριού. Είναι ο φανοκόρος, μια μορφή που χάθηκε οριστικά με την έλευση του ηλεκτρισμού, αφήνοντας πίσω της μια αύρα νοσταλγίας και μυστηρίου.
«ΣΑΣ ΑΝΑΠΤΩ ΤΟΥΣ ΦΑΝΟΥΣ»
Ο Γεώργιος Σουρής, μέσα από τις σελίδες του «Ρωμιού», απέδωσε με τον δικό του καυστικό και ταυτόχρονα μελαγχολικό τρόπο την εικόνα αυτού του εργάτη που πάλευε με τα στοιχεία της φύσης:
«Εν τω μέσω του χειμώνος και εν τω μέσω των ανέμων Εν τω μέσω της θυέλλης και υπό του ψύχους τρέμων Υπό άστρα ομιχλώδη κι ομιχλώδεις ουρανούς Σας ανάπτω τους φανούς.»
Η τέχνη του φανοκόρου δεν ήταν απλή υπόθεση. Δεν ήταν μόνο το σκαρφάλωμα στη σκάλα ή το άναμμα του φυτιλιού· ήταν μια ιεροτελεστία ακρίβειας. Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, οι φανοί λειτουργούσαν με λάδι, το οποίο ο φανοκόρος τοποθετούσε σε συγκεκριμένη, μετρημένη ποσότητα. Ο υπολογισμός έπρεπε να είναι τέτοιος ώστε η φλόγα να τρεμοσβήνει και να χάνεται ακριβώς την ώρα που χάραζε η αυγή. Έτσι, τα φανάρια δεν τα έσβηνε ανθρώπινο χέρι· έσβηναν μόνα τους, παραδίδοντας τη σκυτάλη στο φως του ήλιου.
Ο ΜΑΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Για τα παιδιά της εποχής, ο φανοκόρος ήταν μια φιγούρα σχεδόν εξωπραγματική. Ο Γεώργιος Δροσίνης, αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια στην Αθήνα της οθωνικής περιόδου, περιγράφει με δέος αυτόν τον «αμίλητο άνθρωπο» που εμφανιζόταν κάθε σούρουπο: «Έξω από το σπίτι μας ψηλά στο πλάι της καμαρωτής εξώπορτας, κρέμονταν ένα μεγάλο φανάρι από μακρύ σιδερένιο κοντάρι καρφωμένο στον τοίχο και κάθε σούρουπο, πριν σκοτεινιάσει, ερχόταν ένας άνθρωπος ψηλός, αμίλητος, κουκουλωμένος σα μάγος του παραμυθιού, μ’ ένα μακρύ σίδερο στα χέρια κι ένα τενεκεδένιο ροΐ γεμάτο λάδι. Με το σίδερο ξεγάντζωνε και κατέβαζε το κοντάρι και αφού γέμιζε το φανάρι λάδι και το καθάριζε με ένα πανί, το άναβε και το ανέβαζε πάλι ψηλά για να φέγγη το δρόμο…».
ΤΟ ΑΝΑΙΜΙΚΟ ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Παρά τη ρομαντική τους διάσταση, τα κλασικά λαδοφάναρα προσέφεραν ένα φως πενιχρό. Όπως σημειώνει ο Ελευθέριος Σκιαδάς στον «Μικρό Ρωμηό», το αντιφέγγισμά τους ήταν «αναιμικό», ίσα που έφτανε για να προειδοποιεί τους «ηρωικούς διαβάτες» για τις λακκούβες και τα εμπόδια των κακοτράχαλων δρόμων. Στη φωτογραφία της Παναγιούδας, βλέπουμε αυτήν ακριβώς την αντίθεση: την αρχιτεκτονική ομορφιά με το ξύλινο σαχνισί στο βάθος και την τραχιά πραγματικότητα του ξυπόλυτου εργάτη που, με το τενεκεδένιο του ροΐ, προσπαθεί να δαμάσει το σκοτάδι.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.