Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ


Στην καρδιά της Άμφισσας, εκεί όπου τα παλιά ταμπάκικα (βυρσοδεψεία) στέκουν ακόμα ως μάρτυρες μιας άλλης εποχής, αναβιώνει κάθε χρόνο το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς ένας από τους πιο υποβλητικούς θρύλους της ελληνικής επαρχίας. Το Στοιχείο της Χάρμαινας δεν είναι απλώς ένα καρναβαλικό δρώμενο· είναι μια μυσταγωγία που ενώνει το παρόν με τις λαϊκές δοξασίες και την ιστορία της πόλης.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ

Αυτή η ιστορία μοιάζει με απόηχο μύθου, μα είναι αληθινή ίσαμε την τελευταία της ανάσα. Η γιαγιά μου, που την κρατούσε ζωντανή στα χείλη της, έλεγε πάντα: «Δεν μπορεί παρά να είναι αλήθεια, αλλιώς ο κόσμος δεν θα τη νανούριζε ξανά και ξανά στα παιδιά και στα εγγόνια του». Τότε, λοιπόν, που τα




παραμύθια περπατούσαν ακόμα πλάι στην πραγματικότητα, ζούσε στην ΑΜΦΙΣΣΑ ο Κωσταντής. Ένα παλικάρι ψηλό, περήφανο, με ομορφιά που καθρέφτιζε την ψυχή του. Από τ’ άγρια χαράματα ως το γέρμα του ήλιου, ο Κωσταντής μόχθουσε στη ΧΑΡΜΑΙΝΑ, στο βυρσοδεψείο του θείου του. Εκεί, με χέρια ικανά, μεταμόρφωνε το σκληρό τομάρι σε δέρμα απαλό σαν μετάξι, δίχως να τον λυγίζει η φτώχεια ή η σκληρή βιοπάλη. Γιατί ο Κωσταντής είχε θησαυρό στην καρδιά του: αγαπούσε τη Λενιώ.




Η Λενιώ ήταν μια ομορφιά δίχως ψεγάδι, μια κοπέλα καλοσυνάτη που ομόρφαινε τ’ αμπέλια και τους ελαιώνες του πατέρα της. Μοναχοκόρη και φως των γονιών της, πρόσμενε με λαχτάρα τη στιγμή που θα αντάμωνε τον καλό της στο ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ. Εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και την ιστορία, οι δυο νέοι έπλεκαν όνειρα χρυσά, πιστεύοντας πως η ευτυχία τους ήταν κάστρο απόρθητο που τίποτα δεν θα μπορούσε να γκρεμίσει.

Μια αυγή, ο Κωσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργια δέρματα και ξεκίνησε για τις στράτες του κόσμου. Περιόδευε από πόλη σε πόλη για εβδομάδες, οι παραγγελίες πλήθαιναν και ο κόπος του έπιανε τόπο. Γύρισε στην Άμφισσα με την καρδιά γεμάτη ελπίδα και ένα δαχτυλίδι προορισμένο για το δάχτυλο της Λενιώς. Μα καθώς πλησίαζε στο σπίτι της, ο αέρας έγινε βαρύς. Το σπίτι έστεκε αμπαρωμένο, πνιγμένο σε μια αλλόκοτη σιωπή, μια σκιά θανάτου που πλανιόταν παντού.

Ο φίλος του ο Γιάννος του φανέρωσε το πικρό μαντάτο: Η Λενιώ δεν υπήρχε πια. Είχε πάει στην ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ να γεμίσει τη στάμνα της, όταν ο ουρανός σχίστηκε στα δύο. Αστραπές, κεραυνοί και μια καταρρακτώδης βροχή έπνιξαν τους δρόμους. Μέσα στην ερημιά, κάτω από τα γέρικα πλατάνια, ο θάνατος τη βρήκε με τη μορφή κεραυνού. Την βρήκαν εκεί, σωριασμένη πλάι στην πηγή, με ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί να ανεμίζει ακόμα στα μακριά της μαλλιά. Οι γονείς της, χαμένοι στη λύπη, πούλησαν το βιός τους και έφυγαν μακριά, κυνηγημένοι από τον πόνο.Η ζωή, όμως, συχνά προσπερνά τα όνειρα των ανθρώπων. Ο Κωσταντής, ανήμπορος και μετέωρος μπροστά στο άδικο, ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει. Δεν άντεξε τον χαμό της. Την επόμενη μέρα, τον βρήκαν νεκρό κάτω από το Κάστρο. Η όψη του ήταν γαλήνια, με ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη, σαν να ήξερε πως η ψυχή του πετούσε ήδη για να ανταμώσει τη Λενιώ του. Όμως, η θρησκεία δεν τον δέχτηκε και η μοίρα του τον καταδίκασε σε μια αιώνια περιπλάνηση.

Έτσι, ο Κωσταντής έγινε το 

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ

Αυτή η ιστορία μοιάζει με απόηχο μύθου, μα είναι αληθινή ίσαμε την τελευταία της ανάσα. Η γιαγιά μου, που την κρατούσε ζωντανή στα χείλη της, έλεγε πάντα: «Δεν μπορεί παρά να είναι αλήθεια, αλλιώς ο κόσμος δεν θα τη νανούριζε ξανά και ξανά στα παιδιά και στα εγγόνια του». Τότε, λοιπόν, που τα παραμύθια περπατούσαν ακόμα πλάι στην πραγματικότητα, ζούσε στην ΑΜΦΙΣΣΑ ο Κωσταντής. Ένα παλικάρι ψηλό, περήφανο, με ομορφιά που καθρέφτιζε την ψυχή του. Από τ’ άγρια χαράματα ως το γέρμα του ήλιου, ο Κωσταντής μόχθουσε στη ΧΑΡΜΑΙΝΑ, στο βυρσοδεψείο του θείου του. Εκεί, με χέρια ικανά, μεταμόρφωνε το σκληρό τομάρι σε δέρμα απαλό σαν μετάξι, δίχως να τον λυγίζει η φτώχεια ή η σκληρή βιοπάλη. Γιατί ο Κωσταντής είχε θησαυρό στην καρδιά του: αγαπούσε τη Λενιώ.

Η Λενιώ ήταν μια ομορφιά δίχως ψεγάδι, μια κοπέλα καλοσυνάτη που ομόρφαινε τ’ αμπέλια και τους ελαιώνες του πατέρα της. Μοναχοκόρη και φως των γονιών της, πρόσμενε με λαχτάρα τη στιγμή που θα αντάμωνε τον καλό της στο ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ. Εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και την ιστορία, οι δυο νέοι έπλεκαν όνειρα χρυσά, πιστεύοντας πως η ευτυχία τους ήταν κάστρο απόρθητο που τίποτα δεν θα μπορούσε να γκρεμίσει.

Μια αυγή, ο Κωσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργια δέρματα και ξεκίνησε για τις στράτες του κόσμου. Περιόδευε από πόλη σε πόλη για εβδομάδες, οι παραγγελίες πλήθαιναν και ο κόπος του έπιανε τόπο. Γύρισε στην Άμφισσα με την καρδιά γεμάτη ελπίδα και ένα δαχτυλίδι προορισμένο για το δάχτυλο της Λενιώς. Μα καθώς πλησίαζε στο σπίτι της, ο αέρας έγινε βαρύς. Το σπίτι έστεκε αμπαρωμένο, πνιγμένο σε μια αλλόκοτη σιωπή, μια σκιά θανάτου που πλανιόταν παντού.

Ο φίλος του ο Γιάννος του φανέρωσε το πικρό μαντάτο: Η Λενιώ δεν υπήρχε πια. Είχε πάει στην ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ να γεμίσει τη στάμνα της, όταν ο ουρανός σχίστηκε στα δύο. Αστραπές, κεραυνοί και μια καταρρακτώδης βροχή έπνιξαν τους δρόμους. Μέσα στην ερημιά, κάτω από τα γέρικα πλατάνια, ο θάνατος τη βρήκε με τη μορφή κεραυνού. Την βρήκαν εκεί, σωριασμένη πλάι στην πηγή, με ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί να ανεμίζει ακόμα στα μακριά της μαλλιά. Οι γονείς της, χαμένοι στη λύπη, πούλησαν το βιός τους και έφυγαν μακριά, κυνηγημένοι από τον πόνο.

Η ζωή, όμως, συχνά προσπερνά τα όνειρα των ανθρώπων. Ο Κωσταντής, ανήμπορος και μετέωρος μπροστά στο άδικο, ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει. Δεν άντεξε τον χαμό της. Την επόμενη μέρα, τον βρήκαν νεκρό κάτω από το Κάστρο. Η όψη του ήταν γαλήνια, με ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη, σαν να ήξερε πως η ψυχή του πετούσε ήδη για να ανταμώσει τη Λενιώ του. Όμως, η θρησκεία δεν τον δέχτηκε και η μοίρα του τον καταδίκασε σε μια αιώνια περιπλάνηση.

Έτσι, ο Κωσταντής έγινε το ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ. Ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια και άγριο παρουσιαστικό, που κατοικούσε στην Πηγή. Εκεί μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε και θρηνούσε για την αγάπη που χάθηκε. Όμως, μέσα στην αγριάδα του, είχε μια κρυφή τρυφερότητα για τους βυρσοδέψες, τους ταμπάκηδες της πόλης. Τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους, τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά, και όταν κάποιος από αυτούς ψυχορραγούσε, το Στοιχειό έβγαινε έξω από το σπίτι του και ούρλιαζε από πόνο.

Τις νύχτες της μοναξιάς, περιφερόταν στα σοκάκια με βογγητά και σύρσιμο αλυσίδων, ακολουθώντας πάντα την ίδια διαδρομή: από το σπίτι της Λενιώς, στο πατρικό του, στους φίλους του. Ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν και προσευχόταν, τρέμοντας τις μάχες που έδινε το Χαρμαινιώτικο με τα άλλα στοιχειά της περιοχής κάτω από τα πλατάνια. Πάντα νικούσε εκείνο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο.

Πέρασαν χρόνια πολλά, τριπλάσια από τα χρόνια που έζησαν ο Κωσταντής και η Λενιώ μαζί. Κάποτε, το Στοιχειό ησύχασε. Φαίνεται πως ο Θεός το συγχώρεσε και η ψυχή του βρήκε επιτέλους τη γαλήνη. Η ιστορία του όμως έμεινε, τρομακτική και συνάμα ελκυστική, να σέρνεται αθόρυβα στα λιθόστρωτα της Χάρμαινας. Αν ποτέ περπατήσεις εκεί, ανάμεσα στα μισοερειπωμένα εργαστήρια που στέκουν περήφανα κόντρα στον χρόνο, θα νιώσεις το φως του δειλινού να πλημμυρίζει τον χώρο με μια βαθιά ηρεμία, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην ψυχή σου, εκεί όπου ο θρύλος και η αλήθεια γίνονται ένα.. Ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια και άγριο παρουσιαστικό, που κατοικούσε στην Πηγή. Εκεί μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε και θρηνούσε για την αγάπη που χάθηκε. Όμως, μέσα στην αγριάδα του, είχε μια κρυφή τρυφερότητα για τους βυρσοδέψες, τους ταμπάκηδες της πόλης. Τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους, τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά, και όταν κάποιος από αυτούς ψυχορραγούσε, το Στοιχειό έβγαινε έξω από το σπίτι του και ούρλιαζε από πόνο.

Τις νύχτες της μοναξιάς, περιφερόταν στα σοκάκια με βογγητά και σύρσιμο αλυσίδων, ακολουθώντας πάντα την ίδια διαδρομή: από το σπίτι της Λενιώς, στο πατρικό του, στους φίλους του. Ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν και προσευχόταν, τρέμοντας τις μάχες που έδινε το Χαρμαινιώτικο με τα άλλα στοιχειά της περιοχής κάτω από τα πλατάνια. Πάντα νικούσε εκείνο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο.

Πέρασαν χρόνια πολλά, τριπλάσια από τα χρόνια που έζησαν ο Κωσταντής και η Λενιώ μαζί. Κάποτε, το Στοιχειό ησύχασε. Φαίνεται πως ο Θεός το συγχώρεσε και η ψυχή του βρήκε επιτέλους τη γαλήνη. Η ιστορία του όμως έμεινε, τρομακτική και συνάμα ελκυστική, να σέρνεται αθόρυβα στα λιθόστρωτα της Χάρμαινας. Αν ποτέ περπατήσεις εκεί, ανάμεσα στα μισοερειπωμένα εργαστήρια που στέκουν περήφανα κόντρα στον χρόνο, θα νιώσεις το φως του δειλινού να πλημμυρίζει τον χώρο με μια βαθιά ηρεμία, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην ψυχή σου, εκεί όπου ο θρύλος και η αλήθεια γίνονται ένα.


ΑΠΟ :ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ» ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΑΝΤΥ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ - ΛΑΪΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΒΙΛΛΙΑ Π. ΚΩΣΤΑ, ΛΑΪΟ Δ. ΓΙΩΡΓΟ, ΛΑΚΑΦΩΣΗ Ι. ΤΑΝΥΑ, ΠΑΠΑΡΙΔΗ Ι. ΙΩΑΝΝΑ, ΣΚΑΡΙΜΠΑ Κ. ΦΟΙΒΟ ΚΑΙ ΤΑΛΑΝΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΜΦΙΣΣΑΣ. Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΑΡΧΕ - ΤΥΠΟ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΣΣΑ. ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΦΛΕΒΑΡΗ ΤΟΥ 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΜΑΙΝΑΣ

Στην καρδιά της Άμφισσας, εκεί όπου τα παλιά ταμπάκικα (βυρσοδεψεία) στέκουν ακόμα ως μάρτυρες μιας άλλης εποχής, αναβιώνει κάθε χρόνο το τε...

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου