Μπροστά μας απλώνεται μια στιγμή παγωμένη στον χρόνο· ένα από εκείνα τα έργα όπου η τέχνη δεν περιορίζεται στο να απεικονίζει, αλλά αποκτά δική της ανάσα. Είναι η Αυλίδα του 1848, όπως τη χάρισε στο χαρτί ο Άγγλος περιηγητής και ζωγράφος Έντουαρντ Ληρ (Edward Lear, 1812–1888), μια από τις πιο ευαίσθητες, ανήσυχες και ποιητικές μορφές του 19ου αιώνα. Γνωστός στο ευρύ κοινό για τα χιουμοριστικά του ποιήματα, υπήρξε παράλληλα ένας οξυδερκής τοπιογράφος που διέσχισε μισή υδρόγειο, αναζητώντας το φως που μετέτρεπε το τοπίο σε μνήμη.
Στην κάτω αριστερή γωνία διακρίνουμε την ιδιόχειρη σημείωση:
“Vathi near Chalcis, June 17, 1848”.
Είναι η πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα. Ένα ταξίδι που ξεκινά χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες, αλλά θα εξελιχθεί σε βαθιά σχέση, η Ελλάδα θα γίνει για τον Lear τόπος έμπνευσης, παρηγοριάς, ακόμη και εσωτερικής λύτρωσης. Το ελληνικό φως, “πιο καθαρό κι από προσευχή”, όπως έγραψε ο ίδιος, τον χτυπά σαν αποκάλυψη.
“Vathi near Chalcis, June 17, 1848”.
Είναι η πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα. Ένα ταξίδι που ξεκινά χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες, αλλά θα εξελιχθεί σε βαθιά σχέση, η Ελλάδα θα γίνει για τον Lear τόπος έμπνευσης, παρηγοριάς, ακόμη και εσωτερικής λύτρωσης. Το ελληνικό φως, “πιο καθαρό κι από προσευχή”, όπως έγραψε ο ίδιος, τον χτυπά σαν αποκάλυψη.
Στο βάθος, το βουνό της Εύβοιας ο Χτυπάς υψώνεται σαν σκηνή θεάτρου, με την κορυφή να χάνεται σε μπλε και μωβ αποχρώσεις. Γύρω, ο ουρανός μοιάζει να απλώνεται χωρίς σύνορα. Είναι ένας χώρος που ο Lear αντιλαμβάνεται με ευλάβεια, ξέρει ότι εδώ, σε αυτά τα ίδια χώματα, η αρχαία τραγωδία τοποθέτησε έναν από τους πιο οδυνηρούς μύθους της.
Η αρχαία Αυλίδα: ο μύθος που αιωρείται στο τοπίο
Η Αυλίδα δεν είναι ένα τυχαίο σημείο στο χάρτη. Είναι ο τόπος όπου, κατά τον μύθο, ο Αγαμέμνονας συγκέντρωσε το στρατό του πριν από την εκστρατεία στην Τροία. Εδώ, οι άνεμοι στέκονται· εδώ ο μάντης απαιτεί τη θυσία της Ιφιγένειας,· εδώ στήνεται το προοίμιο μιας ολόκληρης εποποιίας.
Όταν ο Lear φτάνει στην περιοχή, γνωρίζει ήδη αυτό το βάρος. Από παιδί αγαπούσε την αρχαιότητα· διάβαζε Όμηρο και τραγωδίες, ατέλειωτες ώρες. Έτσι, όταν αντικρίζει το ήσυχο, σχεδόν άδειο τοπίο της Αυλίδας, νιώθει μια παράδοξη συγκίνηση, η απλότητα του παρόντος και το φορτίο του παρελθόντος συνυπάρχουν με έναν τρόπο σχεδόν συγκινητικό.
Το σχέδιο του δεν καταγράφει το μύθο· καταγράφει την αντήχησή του.
Καταγράφει τον απόηχο μιας ιστορίας που πλανάται πάνω από το τοπίο όπως το λεπτό καλοκαιρινό φως. Για τον Lear, η Αυλίδα δεν είναι μόνο μια μικρή κοινότητα χωρικών· είναι σημείο όπου η Ιστορία συναντά την καθημερινότητα. Εκείνη ακριβώς η συνάντηση είναι που τον συγκλονίζει και είναι αυτή που κάνει το έργο τόσο ιδιαίτερο.
Καταγράφει τον απόηχο μιας ιστορίας που πλανάται πάνω από το τοπίο όπως το λεπτό καλοκαιρινό φως. Για τον Lear, η Αυλίδα δεν είναι μόνο μια μικρή κοινότητα χωρικών· είναι σημείο όπου η Ιστορία συναντά την καθημερινότητα. Εκείνη ακριβώς η συνάντηση είναι που τον συγκλονίζει και είναι αυτή που κάνει το έργο τόσο ιδιαίτερο.
Η μέθοδος του Lear: όταν η στιγμή γίνεται μνήμη
Η διαδικασία δημιουργίας του ήταν σχεδόν τελετουργική.
Πρώτα, το γρήγορο σχέδιο με μολύβι, επιτόπου, κάτω από το φως και την κίνηση του τοπίου.
Ύστερα, οι καθαρές, σταθερές γραμμές με μελάνι, που δίνουν σχήμα στο βλέμμα του.
Και τέλος, η υδατογραφία, αυτή η διάφανη, ευάλωτη στρώση που χαρίζει στο έργο χρώμα και ανάσα.
Πρώτα, το γρήγορο σχέδιο με μολύβι, επιτόπου, κάτω από το φως και την κίνηση του τοπίου.
Ύστερα, οι καθαρές, σταθερές γραμμές με μελάνι, που δίνουν σχήμα στο βλέμμα του.
Και τέλος, η υδατογραφία, αυτή η διάφανη, ευάλωτη στρώση που χαρίζει στο έργο χρώμα και ανάσα.
Δεν ζωγράφιζε για να εντυπωσιάσει. Ζωγράφιζε για να θυμάται. Γι’ αυτό και τα ελληνικά του σχέδια περίπου 3.000 συνολικά αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα οπτικά αρχεία της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Μέσα από αυτά, η χώρα παρουσιάζεται όχι ως ρομαντικό τοπίο ταξιδιωτών, αλλά ως τόπος ζωντανός, ανθρώπινος, αληθινός.
Η Ελλάδα όπως την είδε ο Lear
Η Ελλάδα εκείνης της εποχής ήταν ακόμη ακατέργαστη, άγρια, γεμάτη αντιθέσεις. Η Αυλίδα, όπως και τόσοι άλλοι τόποι που επισκέφθηκε, του αποκάλυψε μια χώρα που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της, μια κοινωνία που κουβαλούσε μνήμες πολέμου αλλά και μια παράξενη, σχεδόν πρωτογενή γαλήνη.
Το σχέδιο του Βαθιού Αυλίδας δεν είναι απλώς μια εικόνα. Είναι μια μαρτυρία. Είναι ένα βλέμμα που ενώνει τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, από τον μύθο της Ιφιγένειας μέχρι τους κατοίκους του 1848 που γυρίζουν από τα χωράφια. Είναι η Ελλάδα όπως την είδε ένας άνθρωπος που ήξερε να κοιτάζει με σεβασμό και τρυφερότητα.
Και χάρη σε αυτόν, η στιγμή αυτή ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1848, σε μια μικρή κοινότητα της Βοιωτίας δεν χάθηκε ποτέ..
Κείμενο: Κούζια Κατσιούλα
Εικόνα: Η πρώτη είναι η αυθεντική η δεύτερη δημιουργήθηκε για να γίνει πιο ζωντανή η εικόνα και να γίνει πιο κατανοητό το περιβάλλον της εποχής


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.