ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι ΒΑΚΧΕΣ αποτελούν το τελευταίο και ίσως το πιο αινιγματικό έργο του ΕΥΡΙΠΙΔΗ, το οποίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην αυλή του βασιλιά Αρχελάου στη Μακεδονία και παρουσιάστηκε μετά το θάνατό του, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια. Πρόκειται για
μια τραγωδία που υπερβαίνει τα όρια του θεάτρου, καθώς πραγματεύεται την ίδια τη φύση της θεϊκής δύναμης, της έκστασης και της ανθρώπινης αλαζονείας.Στο επίκεντρο του δράματος βρίσκεται η σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μία πλευρά ο ΠΕΝΘΕΑΣ, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας, που εκπροσωπεί τον νόμο, τη λογική και τον έλεγχο, και από την άλλη ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ο θεός του κρασιού, του θεάτρου και της απελευθέρωσης, που φτάνει στην πόλη για να επιβάλει τη λατρεία του. Η άρνηση του Πενθέα να αναγνωρίσει τη θεϊκή φύση του Διονύσου οδηγεί σε μια αναπόφευκτη και βίαιη καταστροφή, αποδεικνύοντας ότι η καταπίεση των ενστίκτων και η άρνηση του "ανορθολογικού" στοιχείου στη ζωή μπορεί να αποβεί μοιραία.
Ο ΘΕΟΣ ΣΤΗ ΘΗΒΑ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Έφτασα στη γη των Θηβαίων, εγώ, ο γιος του Δία, ο Διόνυσος. Με γέννησε κάποτε η κόρη του Κάδμου, η Σεμέλη, με τη μεσολαβήτρια φωτιά του κεραυνού. Άλλαξα τη θεϊκή μου μορφή με τη μορφή ενός θνητού και ήρθα εδώ, στα νάματα της Δίρκης και στα νερά του Ισμηνού.
Βλέπω εδώ, κοντά στο παλάτι, το μνήμα της κεραυνοβολημένης μητέρας μου και τα ερείπια του σπιτιού της που ακόμα καπνίζουν — τη ζωντανή φλόγα της φωτιάς του Δία, την αθάνατη ύβρη της Ήρας ενάντια στη μητέρα μου. Παινεύω τον Κάδμο που έκανε αυτόν τον τόπο άβατο, ιερό τέμενος της κόρης του, κι εγώ τον κάλυψα γύρω-γύρω με το χλωρό φύλλωμα της αμπέλου.
Άφησα πίσω μου τις πολυδάπανες χώρες των Λυδών και των Φρυγών, τις ηλιόλουστες πεδιάδες των Περσών, τα τείχη της Βακτρίας, τη δυσχείμερη γη των Μήδων, την ευδαίμονα Αραβία και όλη την Ασία που βρέχεται από την αλμυρή θάλασσα. Εκεί, Έλληνες και βάρβαροι ζουν μαζί σε πόλεις με όμορφα πυργώματα. Εκεί έστησα πρώτα τους χορούς μου και καθιέρωσα τις τελετές μου, για να φανερωθώ στους θνητούς ως θεός.
Και τώρα, πρώτη πόλη στην Ελλάδα που ξεσήκωσα με τις ιαχές μου είναι η Θήβα. Έντυσα τους ανθρώπους με το δέρμα του νεβρού και έβαλα στα χέρια τους τον θύρσο, το κισσοπλεγμένο μου κοντάρι. Γιατί οι αδερφές της μητέρας μου —αυτές που έπρεπε να το κάνουν λιγότερο από όλους— είπαν πως ο Διόνυσος δεν γεννήθηκε από τον Δία. Είπαν πως η Σεμέλη έπεσε στο κρεβάτι κάποιου θνητού και φόρτωσε στον Δία το σφάλμα της, ένα τέχνασμα του Κάδμου. Γι' αυτό, είπαν με περηφάνια, ο Δίας την κεραυνοβόλησε, επειδή ψευδώς ισχυρίστηκε πως την παντρεύτηκε.
Γι' αυτό κι εγώ τις τρέλανα, τις έδιωξα από τα σπίτια τους με οίστρο μανίας και τώρα κατοικούν στον Κιθαιρώνα, έχοντας χάσει τα λογικά τους. Τις ανάγκασα να φοράνε τη στολή των οργίων μου. Όλες τις γυναίκες της Θήβας, όσες ήταν θηλυκές, τις πήρα από τα σπίτια τους και τις έστειλα στο βουνό. Τώρα κάθονται κάτω από τα πράσινα πεύκα, μαζί με τις κόρες του Κάδμου, χωρίς στέγη πάνω από το κεφάλι τους.
Πρέπει η πόλη αυτή, θέλει δεν θέλει, να μάθει καλά το μάθημά της, αφού δεν έχει μυηθεί στα δικά μου Βακχεύματα. Πρέπει να υπερασπιστώ τη μητέρα μου τη Σεμέλη, φανερώνοντας στους θνητούς πως είμαι θεός που γέννησε στον Δία.
Ο Κάδμος παρέδωσε τώρα την εξουσία και τον θρόνο στον εγγονό του, τον Πενθέα. Αυτός με πολεμά, με διώχνει από τις προσφορές και δεν με αναφέρει πουθενά στις προσευχές του. Θα του δείξω λοιπόν, σε αυτόν και σε όλους τους Θηβαίους, πως είμαι θεός γεννημένος. Κι όταν τακτοποιήσω τα πράγματα εδώ, θα φύγω για άλλη γη.
Αν όμως η πόλη των Θηβαίων προσπαθήσει με τα όπλα να φέρει τις Βάκχες πίσω από το βουνό, θα ηγηθώ των Μαινάδων σε μάχη. Γι' αυτό άλλαξα τη θωριά μου και πήρα τη φύση ανθρώπου.»
ΠΑΡΟΔΟΣ: Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΒΑΚΧΩΝ
ΧΟΡΟΣ: «Από τη γη της Ασίας, αφήνοντας τον ιερό Τμώλο, τρέχω για τον Βρόμιο, μια κούραση γλυκιά, έναν κάματο που δεν σε αποσταίνει, υμνώντας τον θεό Ευίον.
Ποιος είναι στον δρόμο; Ποιος; Ας παραμερίσει! Ας κλειστεί ο καθένας στο σπίτι του και το στόμα του ας είναι αγνό και ευσεβές. Γιατί εγώ τον Διόνυσο θα υμνήσω τώρα, όπως ορίζει ο νόμος ο παντοτινός.
Ω, μακάριος όποιος έχει την τύχη να γνωρίζει τα μυστήρια των θεών και αγιάζει τη ζωή του, όποιος ενώνει την ψυχή του με τον θίασο και βακχεύει στα βουνά με καθαρμούς οσίους. Μακάριος όποιος τελεί τα όργια της μεγάλης μητέρας Κυβέλης και κρατώντας ψηλά τον θύρσο, στεφανωμένος με κισσό, υπηρετεί τον Διόνυσο.
Εμπρός Βάκχες, εμπρός Βάκχες! Φέρτε τον θεό Διόνυσο, τον γιο του θεού, από τα βουνά της Φρυγίας στους φαρδιούς δρόμους της Ελλάδας!
Αυτόν που κάποτε η μητέρα του, με τις ωδίνες του τοκετού να την πιέζουν, τον έριξε από τα σπλάχνα της όταν ο κεραυνός του Δία την χτύπησε, κι εκείνη έχασε τη ζωή της στη φλόγα. Όμως ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, τον δέχτηκε αμέσως σε μια κρύπτη γέννησης, τον έκλεισε στον μηρό του με χρυσές πόρπες, κρυφά από την Ήρα. Και όταν η μοίρα το θέλησε, γέννησε τον θεό με τα κέρατα ταυρίσια και τον στεφάνωσε με στεφάνια από φίδια.
Ω, Θήβα, τροφέ της Σεμέλης, στεφανώσου με κισσό! Πλημμύρισε από το πράσινο σμίλακα με τους όμορφους καρπούς. Γίνε μια Βάκχη με κλώνους από δρυ και πεύκο. Ντύσου τη στολή από δέρμα στικτού νεβρού, στολισμένη με το λευκό μαλλί των προβάτων. Τώρα όλη η γη θα χορέψει!
Στα βουνά! Εκεί που περιμένει ο γυναικείος όχλος, μακριά από τους αργαλειούς και τα σπίτια, κεντρισμένος από τον Διόνυσο. Ω, απόκρυφη κάμαρα των Κουρητών, ιερά σπήλαια της Κρήτης όπου γεννήθηκε ο Δίας! Εκεί οι Κορύβαντες με τα τριπλά λοφία βρήκαν για χάρη μου αυτό το τύμπανο από τεντωμένο δέρμα. Στον βακχικό μας χορό έσμιξαν τον γλυκό ήχο του φλάουτου και το έδωσαν στη μητέρα Ρέα. Κι από τη θεά το πήραν οι Μαινάδες και το έβαλαν στους χορούς των εορτών, που χαίρεται ο Διόνυσος.
Είναι γλυκός ο θεός στα βουνά, όταν πέφτει στο χώμα από τον ορμητικό χορό, φορώντας το ιερό νεβρίδι. Κυνηγά το αίμα του τράγου που σφάχτηκε, τη χαρά της ωμοφαγίας, τρέχοντας στα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας. Ο Βρόμιος είναι ο αρχηγός! Ευοί!
Το χώμα τρέχει γάλα, τρέχει κρασί, τρέχει το μέλι των μελισσών! Μοσχοβολάει σαν λιβάνι της Συρίας ο θύρσος που κρατά ο θεός, η φλόγα του πεύκου που σκορπά τρέχοντας, ξεσηκώνοντας τις γυναίκες που πλανιούνται, με ιαχές και μαλλιά που ανεμίζουν στον αέρα!»
ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: ΟΙ ΔΥΟ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΝΘΕΑΣ
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Ποιος είναι στην πύλη; Φωνάξτε μου τον Κάδμο, τον γιο του Αγήνορα, που έχτισε αυτή την πόλη. Πείτε του πως ο Τειρεσίας τον ζητά. Ξέρει αυτός γιατί ήρθα. Συμφωνήσαμε, γέροντες κι οι δυο μας, να ετοιμάσουμε τους θύρσους, να φορέσουμε δέρματα ελαφιού και να στεφανώσουμε τα κεφάλια μας με κισσό.»
ΚΑΔΜΟΣ (βγαίνοντας από το παλάτι): «Φίλε μου αγαπημένε, άκουσα τη φωνή σου μέσα από το σπίτι και τη γνώρισα — φωνή σοφού ανθρώπου. Ήρθα έτοιμος, φορώντας τη στολή του θεού. Γιατί ο Διόνυσος είναι γιος της κόρης μου και πρέπει, όσο περνά από το χέρι μας, να τον τιμήσουμε. Πού πρέπει να πάμε να χορέψουμε; Πού να στήσουμε το πόδι μας και να κουνήσουμε το άσπρο μας κεφάλι; Εσύ να με οδηγείς, Τειρεσία, γέροντας τον γέροντα, γιατί είσαι σοφός. Δεν θα κουραστώ ούτε νύχτα ούτε μέρα να χτυπώ τη γη με τον θύρσο. Μέσα στη χαρά μας, ξεχάσαμε πως είμαστε γέροι!»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Νιώθω το ίδιο! Κι εγώ ξανάνιωσα και θα ριχτώ στον χορό.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Να πάμε στο βουνό με αμάξι;»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Όχι, έτσι δεν θα είχε την ίδια τιμή ο θεός.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Εγώ λοιπόν, ένας γέροντας, θα οδηγήσω εσένα, έναν άλλον γέροντα, σαν να ήσουν παιδί μου.»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Ο θεός θα μας οδηγήσει εκεί χωρίς κόπο.»
(Την ώρα εκείνη πλησιάζει ο Πενθέας, ο νεαρός βασιλιάς, αναστατωμένος και οργισμένος)
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Έλειπα από τη χώρα και έμαθα για πρωτόγνωρα κακά στην πόλη. Οι γυναίκες μας άφησαν τα σπίτια τους για δήθεν βακχικές γιορτές και τρέχουν στα σκιερά βουνά, τιμώντας αυτόν τον νέο θεό, τον Διόνυσο — όποιος κι αν είναι αυτός. Στη μέση των θιάσων τους έχουν κρατήρες γεμάτους κρασί και η καθεμία τους κρύβεται σε μια γωνιά για να πέσει στην αγκαλιά αντρών. Λένε πως είναι Μαινάδες που προσφέρουν θυσίες, αλλά προτιμούν την Αφροδίτη από τον Βάκχο! Όσες έπιασα, τις έχω δεμένες στα δεσμωτήρια. Τις άλλες θα τις κυνηγήσω στον Κιθαιρώνα — και την Ινώ και την Αγαύη, τη μητέρα μου! Θα τις σταματήσω από αυτή την ανόσια μανία.»
(Παρατηρεί τον Κάδμο και τον Τειρεσία)
«Αλλά τι είναι αυτό; Τι θέαμα! Ο μάντης Τειρεσίας με στικτό δέρμα ελαφιού; Και ο πατέρας της μητέρας μου —τι γελοίο!— να βακχεύει με έναν θύρσο; Παππού, δεν ντρέπεσαι να πετάς τα γηρατειά σου; Τειρεσία, εσύ τον έπεισες! Θέλεις να φέρεις αυτόν τον νέο θεό για να βγάλεις κι άλλα κέρδη από τους οιωνούς και τις θυσίες! Αν δεν ήταν τα γηρατειά σου, θα ήσουν ήδη δεμένος μαζί με τις Βάκχες!»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «Πενθέα, έχεις εύκολη γλώσσα, αλλά τα λόγια σου δεν έχουν μυαλό. Αυτός ο νέος θεός που κοροϊδεύεις, θα γίνει ο πιο τρανός στην Ελλάδα. Δύο είναι τα πρώτα πράγματα για τους ανθρώπους: η θεά Δήμητρα, που μας δίνει την τροφή, και ο γιος της Σεμέλης, που βρήκε το ποτό του σταφυλιού. Αυτός διώχνει τη λύπη των ταλαίπωρων θνητών, δίνει τον ύπνο και τη λήθη στα βάσανα. Μη περηφανεύεσαι πως η δύναμη κυβερνά τους ανθρώπους. Δέξου τον θεό στην πόλη, κάνε σπονδές και στεφανώσου!»
Συνεχίζουμε λοιπόν τη ροή του έργου, περνώντας στη σκηνή όπου η σύγκρουση παίρνει σάρκα και οστά. Ο Πενθέας έχει δώσει εντολή να συλληφθεί ο «Ξένος» που αναστατώνει τις γυναίκες της Θήβας.
Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ
ΘΕΡΑΠΩΝ: (Μπαίνει φέρνοντας δέσμιο τον Διόνυσο) «Πενθέα, ήρθαμε και σου φέρνουμε αυτό το θήραμα που μας έστειλες να πιάσουμε. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος μας. Το θηρίο όμως αυτό ήταν ήμερο μαζί μας. Δεν προσπάθησε να ξεφύγει, ούτε άλλαξε το χρώμα του προσώπου του. Μας έδωσε τα χέρια του μόνος του, γελαστός, και μας περίμενε να τον δέσουμε και να τον οδηγήσουμε εδώ.
Εγώ ντράπηκα και του είπα: "Ξένε, δεν σε πιάνω με τη θέλησή μου, αλλά γιατί έτσι πρόσταξε ο Πενθέας". Και κάτι άλλο, βασιλιά: τις Βάκχες που είχες κλείσει στη φυλακή, αυτές λύθηκαν μόνες τους και έφυγαν τρέχοντας προς τα δάση, φωνάζοντας τον Βρόμιο. Τα δεσμά από τα πόδια τους έπεσαν μόνα τους και οι κλειδαριές άνοιξαν δίχως ανθρώπινο χέρι. Γεμάτος θαύματα ήρθε αυτός ο άνθρωπος στη Θήβα. Τα υπόλοιπα δικά σου.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: (Προς τον Διόνυσο) «Λύστε του τα χέρια. Τώρα που είναι στα δίχτυα μου, δεν είναι τόσο γρήγορος ώστε να μου ξεφύγει. Λοιπόν, ξένε, το σώμα σου δεν είναι άσχημο —για γυναίκες βέβαια— έτσι όπως ήρθες στη Θήβα. Τα μαλλιά σου είναι μακριά, δεν παλεύεις στο γυμναστήριο εσύ, και πέφτουν στα μάγουλά σου γεμάτα πόθο. Και το δέρμα σου είναι λευκό, το προσέχεις, μένεις στις σκιές και όχι στον ήλιο, κυνηγώντας την Αφροδίτη με την ομορφιά σου. Πες μου πρώτα, από πού κρατάει η γενιά σου;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Δεν είναι δύσκολο να το πω. Έχεις ακούσει βέβαια για τον ανθισμένο Τμώλο.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Τον ξέρω, αυτόν που κυκλώνει την πόλη των Σάρδεων.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Από εκεί είμαι. Η Λυδία είναι η πατρίδα μου.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και πώς έφερες αυτές τις τελετές στην Ελλάδα;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ο ίδιος ο Διόνυσος, ο γιος του Δία, με μύησε.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Υπάρχει εκεί κάποιος Δίας που γεννά νέους θεούς;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Όχι, είναι ο ίδιος που παντρεύτηκε εδώ τη Σεμέλη.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Σε μύησε τη νύχτα ή μέρα μεσημέρι;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πρόσωπο με πρόσωπο, και μου έδωσε τα ιερά του όργια.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και τι μορφή έχουν αυτά τα όργια;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Δεν επιτρέπεται να τα μάθουν όσοι δεν είναι βακχευτές.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και τι κερδίζουν όσοι θυσιάζουν;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Δεν κάνει να το μάθεις, αλλά αξίζει να το ξέρεις.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Προσπαθείς να με δελεάσεις για να με κάνεις να θέλω να ακούσω!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Τα όργια του θεού μισούν όποιον ασέβησε.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Αφού λες πως είδες καθαρά τον θεό, πώς ήταν;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Όπως αυτός ήθελε. Δεν τον διέταξα εγώ.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πάλι μου απαντάς με πονηριά και δεν λες τίποτα.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Όταν λες σοφά λόγια σε έναν ανόητο, θα νομίζει πως δεν είσαι στα συγκαλά σου.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Ήρθες εδώ πρώτα για να φέρεις αυτόν τον δαίμονα;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Όλοι οι βάρβαροι χορεύουν ήδη αυτές τις τελετές.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Γιατί έχουν πολύ λιγότερο μυαλό από τους Έλληνες!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Σε αυτό το θέμα έχουν περισσότερο. Οι νόμοι διαφέρουν.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Τελετές τη νύχτα; Ύποπτο αυτό για τις γυναίκες.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Και τη μέρα μπορείς να βρεις το αίσχος, αν το ψάχνεις.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πρέπει να τιμωρηθείς για τις κακές σου σοφιστείες!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Κι εσύ για την αμάθειά σου και την ασέβεια στον θεό.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Τι θράσος ο Βάκχος! Πώς προπονήθηκε στα λόγια!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πες μου τι θα μου κάνεις. Ποιο είναι το φοβερό που με περιμένει;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πρώτα θα σου κόψω αυτά τα απαλά μαλλιά.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Τα μαλλιά μου είναι ιερά. Τα τρέφω για τον θεό.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Μετά δώσε μου αυτόν τον θύρσο που κρατάς.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πάρ' τον μόνος σου. Τον κρατώ για τον Διόνυσο.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και μετά θα σε κλείσω μέσα στη φυλακή.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ο θεός ο ίδιος θα με λύσει, όποτε εγώ θελήσω.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Ναι, όταν τον φωνάξεις ανάμεσα στις Βάκχες σου!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Και τώρα εδώ είναι και βλέπει τι παθαίνω.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και πού είναι; Γιατί τα μάτια μου δεν τον βλέπουν;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Είναι πλάι μου. Αλλά εσύ, επειδή είσαι ασεβής, δεν μπορείς να τον δεις.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: (Προς τους στρατιώτες) «Πιάστε τον! Με περιγελά και προσβάλλει εμένα και τη Θήβα!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Σας προειδοποιώ: μη με δένετε. Εγώ είμαι γνωστικός κι εσείς παράφρονες.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Κι εγώ διατάζω να σε δέσουν, γιατί έχω τη δύναμη!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Δεν ξέρεις τι λες, δεν ξέρεις τι κάνεις, δεν ξέρεις ποιος είσαι.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Είμαι ο Πενθέας, ο γιος του Εχίονα και της Αγαύης!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Το όνομά σου ταιριάζει στη συμφορά που σε περιμένει.» (Πένθος)
Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Μέσα από το παλάτι, με φωνή που δονεί την ατμόσφαιρα): «Ιώ! Ακούστε τη φωνή μου, ακούστε τη φωνή μου! Ιώ Βάκχες, ιώ Βάκχες!»
ΧΟΡΟΣ: «Ποια είναι αυτή η φωνή; Από πού μας καλεί ο θεός της χαράς;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ιώ! Ιώ! Σας ξαναφωνάζω, εγώ, ο γιος της Σεμέλης, ο γιος του Δία!»
ΧΟΡΟΣ: «Ιώ, δέσποτα, δέσποτα! Έλα στον θίασό μας, ω Βρόμιε, Βρόμιε! Σείσε το δάπεδο της γης, σεβάσμια Πότνια!»
(Ξαφνικά, η γη αρχίζει να τρέμει. Τα θεμέλια του παλατιού κλονίζονται)
ΧΟΡΟΣ: «Δείτε! Δείτε πώς τρέμουν τα παλάτια του Πενθέα! Θα γκρεμιστούν σε ερείπια! Ο Διόνυσος είναι μέσα στο σπίτι! Προσκυνήστε τον! Δείτε τις πέτρινες επιστύλιες πάνω στους κίονες πώς χωρίζουν! Ο Βρόμιος αλαλάζει μέσα στο μέγαρο!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Άναψε τη λαμπάδα του κεραυνού! Κάψε, κάψε το σπίτι του Πενθέα!»
ΧΟΡΟΣ: «Α! Α! Δείτε τη φωτιά! Δεν τη βλέπετε γύρω από τον ιερό τάφο της Σεμέλης; Είναι η φλόγα που άφησε ο κεραυνός του Δία! Ρίξτε τα σώματά σας στη γη, Μαινάδες, ρίξτε τα κάτω! Γιατί ο βασιλιάς μας, ο γιος του Δία, έρχεται και ανατρέπει το παλάτι!»
(Ο Διόνυσος βγαίνει από το παλάτι, ήρεμος και αλώβητος)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Γυναίκες βάρβαρες, τόσο πολύ τρομάξατε που πέσατε στη γη; Φαίνεται πως είδατε τον Βάκχο να σείει το παλάτι του Πενθέα. Σηκωθείτε λοιπόν, πάρτε θάρρος και διώξτε τον τρόμο από τα μέλη σας.»
ΧΟΡΟΣ: «Ω, μέγιστο φως της βακχικής λατρείας! Πώς χαρήκαμε που σε βλέπουμε! Ήμασταν έρημες και φοβισμένες.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Απελπιστήκατε όταν με έριξαν στα σκοτεινά δεσμά του Πενθέα;»
ΧΟΡΟΣ: «Πώς όχι; Ποιος θα με προστάτευε αν εσύ πάθαινες κακό; Αλλά πες μας, πώς γλίτωσες από τα χέρια του ασεβούς;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Μόνος μου σώθηκα, χωρίς κόπο. Τον γέλασα τον Πενθέα. Νόμιζε πως με έδενε, αλλά ούτε με άγγιξε ούτε με έπιασε — με ελπίδες μόνο τρεφόταν. Εκεί, στα παχνιά όπου με οδήγησε, βρήκε έναν ταύρο. Πέρασε τα σχοινιά γύρω από τα γόνατα και τις οπλές του ζώου, λαχανιάζοντας από τον θυμό, με τον ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του και τα δόντια του να τρίζουν. Κι εγώ καθόμουν δίπλα του ήσυχος και τον κοίταζα.
Την ώρα εκείνη ήρθε ο Βάκχος, έσεισε το σπίτι και άναψε φωτιά στον τάφο της μητέρας του. Ο Πενθέας, νομίζοντας πως το παλάτι καίγεται, έτρεχε δώθε-κείθε, διέταζε τους δούλους να φέρουν νερό, αλλά μάταια. Μετά, νομίζοντας πως απέδρασα, άρπαξε το μαύρο σπαθί του και όρμησε μέσα στο σπίτι. Εκεί ο Διόνυσος —έτσι νομίζω, αυτή είναι η γνώμη μου— έπλασε ένα φάντασμα στην αυλή. Ο Πενθέας χτυπούσε τον αέρα, νομίζοντας πως σφάζει εμένα.
Αλλά ο θεός δεν σταμάτησε εκεί. Γκρέμισε το παλάτι συθέμελα! Όλα είναι πια συντρίμμια, για να δει ο Πενθέας πόσο πικρά είναι τα δεσμά τα δικά μου. Τώρα ο βασιλιάς, εξαντλημένος, πέταξε το σπαθί του. Ένας θνητός τόλμησε να τα βάλει με έναν θεό! Κι εγώ βγήκα ήσυχος από το μέγαρο και ήρθα σε εσάς, χωρίς να νοιάζομαι για εκείνον.»
ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΥ
ΠΕΝΘΕΑΣ: (Βγαίνοντας από το παλάτι, αναστατωμένος) «Ω, τι έπαθα! Αυτός ο ξένος μου ξέφυγε από τα δεσμά! Τι κι αν τον είχα κλείσει; Εδώ είναι! Τι συμβαίνει;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Σταμάτα, γιατί τρέχεις; Τι σε κάνει να ορμάς έτσι;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Έκανα λάθος, γιατί μου ξέφυγες από τα δεσμά;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Δεν είδες πως είχες δέσει έναν ταύρο, και όχι εμένα;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Μη με πειράζεις! Μη με πειράζεις! Τι συμβαίνει εδώ;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ήρθα ήρεμος. Κι εσύ είσαι άτακτος. Όμως βλέπω πως έρχεται ένας αγγελιοφόρος από τον Κιθαιρώνα, και θα σου πει κάτι νέο.»
(Εμφανίζεται ο Αγγελιοφόρος, ένας βοσκός)
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: «Πενθέα, δέσποτα της χώρας αυτής, έρχομαι από τον Κιθαιρώνα, όπου χιόνιζε λευκός. Θέλω να σου πω αυτά που είδα: οι Βάκχες κάνουν πράγματα φοβερά, που ξεπερνούν τη φαντασία. Δεν ξέρω αν πρέπει να σου πω την αλήθεια, γιατί φοβάμαι τον θυμό σου.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πες μου! Γιατί αν μείνεις σιωπηλός, θα τιμωρηθείς ακόμα πιο σκληρά!»
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: «Έβοσκα τα κοπάδια μου στους βράχους του Κιθαιρώνα, ανεβαίνοντας στην κορυφή την ώρα που ο ήλιος ζέσταινε τη γη. Και είδα τρεις ομάδες γυναικών: η μία ήταν με την Αγαύη, η άλλη με την Ινώ και η τρίτη με την Αυτονόη. Όλες ήταν κοιμισμένες, με το σώμα χαλαρό, άλλες στα κλαδιά των δέντρων, άλλες στο χώμα. Όχι όπως λες εσύ, γεμάτες κρασί και φλογισμένες από τον έρωτα, αλλά όλες σεμνές.
Και ξαφνικά, άκουσαν τη φωνή του "Ξένου" που φώναζε: "Ω, Βάκχες! Ξυπνήστε! Ελάτε!" Τότε όλες, σαν μικρά πουλάκια, ξύπνησαν και στεφάνωσαν τα μαλλιά τους με φύλλα δρυός και κισσού. Όσες είχαν αφήσει τα νεβρίδια τους, τα ξαναφόρεσαν, και έδεσαν τα φίδια γύρω από τα μαλλιά τους. Άλλες κρατούσαν θύρσους, άλλες τύμπανα.
Μια από αυτές άρχισε να χτυπά έναν βράχο με τον θύρσο της και έβγαλε γάργαρο νερό. Μια άλλη, με ένα ραβδί, χτύπησε το χώμα και η γη έβγαλε κρασί. Κάποιες άλλες, με τα δάχτυλά τους, ξύνονταν στα δάχτυλά τους και έβγαζαν γάλα. Και από τα κλαδιά των θύρσων έσταζε γλυκό μέλι! Αν ήσουν εκεί, θα προσκυνούσες τον θεό, τον οποίο τώρα κατηγορείς.
Και μετά, αρχίσαμε να μαζεύουμε τα κοπάδια μας για να φύγουμε, φοβισμένοι. Αλλά οι Βάκχες μας είδαν και μας κυνήγησαν! Πήραν τους θύρσους τους και μας χτυπούσαν. Τα ζώα μας τα έσκισαν με τα χέρια τους! Μια Βάκχη άρπαξε έναν ταύρο, τον έσχισε στα δύο με τα χέρια της! Άλλες έσκιζαν τις δαμάλες! Όλα ήταν γεμάτα αίμα! Και μετά, σαν σμήνος πουλιών, έπεσαν στα χωριά της Κάδμου. Άρπαζαν τα παιδιά από τις κούνιες, έκλεβαν τα πάντα. Φωτιά δεν έκαιγε, αλλά όλα καίγονταν. Και κανείς δεν μπορούσε να τις σταματήσει. Αυτά που είδα, βασιλιά, είναι αλήθεια. Θα ήταν καλύτερα να δεχτούμε αυτόν τον θεό.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: (Προς τον Πενθέα) «Δεν αλλάζεις γνώμη, Πενθέα; Δεν ακούς τα λόγια αυτού του ανθρώπου;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Αυτό είναι το χειρότερο! Αυτά που μου λες με εξαγριώνουν! Πηγαίνετε αμέσως και κλείστε τις πύλες. Βγάλτε τα άλογα, φέρτε τις ασπίδες! Θα πάω να τις πολεμήσω!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Γιατί με κρατάς και με κοιτάς; Τι θέλεις να κάνεις;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Θα πάω στον Κιθαιρώνα και θα τις σφάξω!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Μη! Μην το κάνεις! Γιατί αν πολεμήσεις τον θεό, θα νικηθείς.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Δεν θα κάνεις τίποτα! Τώρα θα σε τιμωρήσω!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Άκουσε, Πενθέα! Έχεις την ευκαιρία να τις δεις.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πώς;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα τις πάω εγώ εκεί.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Θα πας; Μη με εξαπατάς!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα τις δεις να χορεύουν, αν το θέλεις.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Να δω; Πολύ θα ήθελα!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα φορέσεις γυναικεία ρούχα.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Δεν θα φορέσω!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Μην φοβάσαι, θα σε κρύψω.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και πώς θα φανεί η θηλυκότητά μου;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα έχεις μακριά μαλλιά, και ένα στεφάνι.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Θα είμαι γελοίος!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θέλεις να πας, ή όχι;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Θα πάω! Αλλά μόνο αν με οδηγήσεις εσύ.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα σε ντύσω εγώ. Έλα, πήγαινε μέσα στο σπίτι.»
(Ο Διόνυσος και ο Πενθέας μπαίνουν στο παλάτι)
ΧΟΡΟΣ: (Με αγωνία) «Ω, Διόνυσε, θεέ των Βακχών, εσύ που κρατάς τον θύρσο! Σε σένα οι Θηβαίες γυναίκες, οι Μαινάδες, στέλνουν τις φωνές τους. Θα δουν τώρα τη δόξα σου! Τον Πενθέα, τον ασεβή, που θέλησε να σε πολεμήσει, θα τον πιάσουν στα δίχτυα σου!
Ποιος είναι αυτός ο μανιακός, αυτός ο θηριώδης τύραννος που θέλει να πολεμήσει τον θεό; Θα τον στείλεις στα όρη, τον κυνηγό που γίνεται θήραμα! Θα τον δουν οι Βάκχες, θα τον δουν, αυτόν που θέλησε να καταστρέψει τα όργιά σου! Θα πάρει την τιμωρία του!»
ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΕΑ
(Ο Διόνυσος και ο Πενθέας βγαίνουν από το παλάτι. Ο Πενθέας φοράει γυναικεία ρούχα, έχει περούκα με μακριά μαλλιά και κρατά θύρσο.)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πενθέα, έλα εδώ, για να σε δω. Μήπως δεν είσαι αρκετά όμορφος;»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Είμαι όμορφος! Είμαι σαν τη μητέρα μου! Έχω μακριά μαλλιά, ο θύρσος μου είναι σωστός!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Λείπει κάτι. Ο θύρσος σου δεν είναι αρκετά ψηλός. Κράτα τον ψηλά!»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Ναι! Έχω και κάτι άλλο! Βλέπω διπλό ήλιο και διπλές Θήβες!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Ο θεός σε οδηγεί. Τώρα βλέπεις όσα πρέπει να δεις.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Και τι να κάνω; Να πάω στον Κιθαιρώνα;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πήγαινε! Πήγαινε και γίνε θεατής.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Πώς θα φανώ στις Βάκχες;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα τις δεις από ένα δέντρο. Θα σε ανεβάσω εγώ.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Αλλά πώς θα με δουν οι Βάκχες;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Θα είσαι κρυμμένος. Έλα, ακολούθα με.»
(Ο Διόνυσος και ο Πενθέας φεύγουν προς τον Κιθαιρώνα.)
ΧΟΡΟΣ: «Πήγαινε, πήγαινε στον Κιθαιρώνα, Πενθέα! Πήγαινε και δες τα όργια των Μαινάδων! Ο θεός σε οδηγεί, ο Διόνυσος σε οδηγεί στον θάνατο! Οι Βάκχες θα σε δουν, θα σε δουν, τον ασεβή! Θα σε κατασπαράξουν! Η μητέρα σου, η Αγαύη, θα γίνει η πρώτη!»
ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΕΑ
(Εμφανίζεται ένας Αγγελιοφόρος, που έχει δει τη σφαγή του Πενθέα.)
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: «Ω, παλάτι, κάποτε ευτυχισμένο, τώρα δυστυχισμένο! Ω, Κάδμε, κάποτε δοξασμένε, τώρα δυστυχισμένε! Ο Πενθέας, ο βασιλιάς, είναι νεκρός! Τον σπάραξαν οι ίδιες του οι συγγενείς, οι Βάκχες! Το βουνό βάφτηκε με το αίμα του!»
ΧΟΡΟΣ: «Ιώ! Ιώ! Νίκη! Ο Βάκχος νίκησε! Ο ασεβής τιμωρήθηκε!»
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: «Όταν φτάσαμε στον Κιθαιρώνα, ο Διόνυσος μας οδήγησε σε ένα δάσος. Εκεί ο Ξένος ανέβασε τον Πενθέα σε ένα πεύκο, για να δει τις Βάκχες χωρίς να τον δουν. Και ξαφνικά, ο Διόνυσος φώναξε: "Ω, Βάκχες! Ελάτε! Έχω ένα θήραμα για σας! Ένας άντρας που περιφρονεί τον θεό και τα όργιά σας!"
Τότε, χιλιάδες μάτια στράφηκαν προς το πεύκο. Οι Μαινάδες άρχισαν να τρέχουν προς το δέντρο. Πρώτα, πετούσαν πέτρες. Μετά, έριχναν κλαδιά και θύρσους. Αλλά ο Πενθέας ήταν πολύ ψηλά. Τότε άρχισαν να ξεριζώνουν το δέντρο. Χιλιάδες χέρια έπιασαν το πεύκο και το ξερίζωσαν από τη γη!
Ο Πενθέας έπεσε κάτω, φωνάζοντας: "Μητέρα! Αγαύη! Είμαι ο γιος σου! Ο Πενθέας σου!" Αλλά εκείνη ήταν τυφλωμένη από τη μανία. Η Αγαύη έπεσε πάνω του πρώτη, και μαζί της η Ινώ και η Αυτονόη. Η Αγαύη του έσκισε το χέρι, η Ινώ του έσκισε το άλλο, και η Αυτονόη το κεφάλι. Όλες μαζί τον κατασπάραξαν. Κάθε Βάκχη άρπαζε ένα κομμάτι από το σώμα του. Η Αγαύη έβαλε το κεφάλι του στον θύρσο της και το έφερε σαν τρόπαιο!»
ΕΞΟΔΟΣ: Η ΑΓΑΥΗ ΚΑΙ Η ΘΕΪΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
(Η Αγαύη μπαίνει στην ορχήστρα, κρατώντας το κεφάλι του Πενθέα καρφωμένο στον θύρσο της, πιστεύοντας ότι είναι κεφάλι λιονταριού.)
ΑΓΑΥΗ: «Φέρνω από το βουνό αυτό το φρέσκο κομμάτι, ένα λαμπρό τρόπαιο! Είμαστε κυνηγοί! Ελάτε, Βάκχες, δείτε το θήραμα!»
ΚΑΔΜΟΣ: (Μπαίνει, συντετριμμένος, με τους υπηρέτες του να κουβαλούν τα ακρωτηριασμένα μέλη του Πενθέα) «Ποιος με έφερε εδώ; Ποιος θα με οδηγήσει; Είμαι ένας γέροντας, κουρασμένος. Έχω χάσει τον γιο μου, τον εγγονό μου. Πού είναι η κόρη μου, η Αγαύη;»
ΑΓΑΥΗ: «Πατέρα, καμάρωσε! Είμαι εγώ! Κουβαλάω αυτό το θήραμα από τον Κιθαιρώνα! Είμαι η πιο καλή κυνηγός! Πάρε το!»
ΚΑΔΜΟΣ: «Ω, φοβερή συμφορά! Ποιος θεός σε έκανε να το κάνεις αυτό; Δείξε μου το κεφάλι που κρατάς.»
ΑΓΑΥΗ: «Είναι κεφάλι λιονταριού!»
ΚΑΔΜΟΣ: «Όχι, κόρη μου. Είναι το κεφάλι του Πενθέα, του γιου σου!»
ΑΓΑΥΗ: «Τι λες; Ποιο είναι αυτό το κεφάλι;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Είναι του Πενθέα, του παιδιού που γέννησες.»
(Η Αγαύη αρχίζει σιγά σιγά να συνέρχεται από τη μανία της και να συνειδητοποιεί τι έχει κάνει.)
ΑΓΑΥΗ: «Ω, συμφορά! Τι έκανα;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Έκανες κάτι φοβερό. Τον σκότωσες.»
ΑΓΑΥΗ: «Πού είναι το σώμα του;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Είναι εδώ, ακρωτηριασμένο.»
ΑΓΑΥΗ: «Ω, Διόνυσε! Μας κατέστρεψες!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: (Εμφανίζεται ως θεός, από τη σκηνή) «Εγώ είμαι ο Διόνυσος, ο γιος του Δία, που ήρθα εδώ. Εσείς, οι Θηβαίοι, με περιφρονήσατε. Γι' αυτό σας τιμώρησα. Εσύ, Κάδμε, θα γίνεις φίδι και η γυναίκα σου θα γίνει φίδι. Και θα πάτε να κατοικήσετε σε μια βάρβαρη χώρα. Εσύ, Αγαύη, θα εξοριστείς.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Ω, θεέ, είσαι σκληρός! Τιμωρείς τους ανθρώπους άδικα!»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Με προσβάλατε. Και πρέπει να τιμωρηθείτε.»
ΑΓΑΥΗ: «Αντίο, πατέρα! Αντίο, πατρίδα! Πάω στην εξορία, χωρίς γιο, χωρίς πατέρα!»
(Ο Κάδμος, η Αγαύη και ο Χορός αποχωρούν. Το έργο τελειώνει με την ολοκληρωτική καταστροφή της οικογένειας και την επιβολή της θεϊκής δύναμης.)
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
ΧΟΡΟΣ: «Πολλές είναι οι μορφές του θείου. Πολλά τα ανέλπιστα που φέρνουν οι θεοί. Αυτά που περιμέναμε, δεν έγιναν. Και για τα ανέλπιστα, ο θεός βρήκε δρόμο. Έτσι τελειώνει αυτό το δράμα.»
Επειδή το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την κορύφωση της τραγωδίας του ΕΥΡΙΠΙΔΗ, το παραθέτω ολοκληρωμένο, διατηρώντας κάθε λεπτομέρεια της πλοκής και του λόγου, από τη στιγμή που ο Πενθέας οδηγείται στο θάνατο μέχρι το τραγικό φινάλε.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Πενθέα, εσύ που λαχταράς να δεις όσα δεν πρέπει και βιάζεσαι για όσα δεν σου ταιριάζουν, βγες έξω! Δείξε μου τη στολή σου, τη στολή της γυναίκας, της Μαινάδας που πάει να κατασκοπεύσει τη μητέρα της και τον θίασό της.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Μα πώς φαίνομαι; Δεν μοιάζω στην Ινώ ή στην Αγαύη στον τρόπο που στέκομαι;»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Σου μοιάζουν τόσο, που νομίζω πως βλέπω εκείνες μπροστά μου. Όμως μια τούφα από τα μαλλιά σου ξέφυγε από τη θέση της, δεν είναι όπως την έβαλα κάτω από το στεφάνι.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Μέσα στο σπίτι, καθώς κουνούσα το κεφάλι μου βακχεύοντας, τη μετακίνησα.»
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Εγώ, που είμαι ο θεράποντάς σου, θα τη διορθώσω. Κράτα το κεφάλι σου ίσια. Και η ζώνη σου λύθηκε, και οι πτυχές του πέπλου σου δεν πέφτουν ίσια στους αστραγάλους.»
ΠΕΝΘΕΑΣ: «Έχεις δίκιο. Στο δεξί πόδι η στολή μου γέρνει. Οδήγησέ με τώρα, γιατί σε σένα παραδίνομαι.»
Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΕΑ (ΑΦΗΓΗΣΗ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΥ)
«Όταν αφήσαμε πίσω μας τα σπίτια της Θήβας και περάσαμε τα νερά του Ασωπού, πήραμε το μονοπάτι για τον Κιθαιρώνα. Ο Ξένος μας οδηγούσε, κι εγώ ακολουθούσα τον αφέντη μου. Φτάσαμε σε μια καταπράσινη κοιλάδα, περπατώντας αθόρυβα για να μην μας ακούσουν.
Εκεί είδαμε τις Βάκχες. Άλλες στόλιζαν τους θύρσους τους με νέο κισσό, κι άλλες τραγουδούσαν εναλλάξ βακχικούς ύμνους. Ο Πενθέας όμως, ο δύσμοιρος, δεν έβλεπε καλά τον γυναικείο θίασο και είπε: "Ξένε, από εδώ που στεκόμαστε τα μάτια μου δεν φτάνουν να δουν τις Μαινάδες. Αν ανέβαινα σε εκείνο το ψηλό πεύκο, θα έβλεπα καθαρά την αισχρουργία τους".
Τότε είδα τον Ξένο να κάνει κάτι απίστευτο. Έπιασε την κορυφή του πανύψηλου πεύκου και την τράβηξε κάτω, κάτω ως το μαύρο χώμα. Το λύγισε σαν τόξο. Ανθρώπινη δύναμη δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Έβαλε τον Πενθέα πάνω στα κλαδιά και μετά άφησε το δέντρο να ανέβει σιγά-σιγά, προσέχοντας να μην τον γκρεμίσει. Το πεύκο ορθώθηκε στον ουρανό με τον αφέντη μου καθισμένο στην κορυφή.
Τη στιγμή εκείνη, ο Ξένος χάθηκε. Και μια φωνή από τον αιθέρα —του Διονύσου πρέπει να ήταν— φώναξε: "Ω, νεάνιδες! Σας φέρνω αυτόν που κοροϊδεύει εσάς και τα όργιά μου! Τιμωρήστε τον!"
Και αμέσως, μια λάμψη ιερή ένωσε τον ουρανό με τη γη. Οι Μαινάδες, σαν περιστέρια που πετούν με ορμή, όρμησαν προς το μέρος μας. Η Αγαύη, οι αδερφές της και όλες οι Βάκχες έτρεχαν πάνω στους βράχους, μεθυσμένες από τη θεία πνοή. Όταν είδαν τον Πενθέα στο δέντρο, άρχισαν να του πετούν πέτρες. Μετά έσπαζαν κλαδιά δρυός και προσπαθούσαν να μοχλέψουν τις ρίζες του πεύκου.
"Ελάτε, Μαινάδες!" φώναξε η Αγαύη. "Πιάστε το δέντρο να πιάσουμε το θηρίο που ανέβηκε πάνω, για να μην φανερώσει τα κρυφά μας όργια!"
Χίλια χέρια άρπαξαν το πεύκο και το ξερίζωσαν. Ο Πενθέας έπεσε από ψηλά στο χώμα, ουρλιάζοντας, γιατί κατάλαβε πως το τέλος του έφτασε. Η ίδια του η μητέρα άρχισε τη σφαγή. Έπεσε πάνω του, κι εκείνος έβγαλε τη μίτρα από τα μαλλιά του για να τον γνωρίσει και να μην τον σκοτώσει. Άγγιξε το μάγουλό της και είπε: "Μητέρα, εγώ είμαι, ο γιος σου ο Πενθέας! Μη με σκοτώσεις για τα σφάλματά μου!"
Όμως εκείνη έβγαζε αφρούς από το στόμα, τα μάτια της γύριζαν τρελά, ήταν κυριευμένη από τον Βάκχο. Δεν τον άκουγε. Του έπιασε το αριστερό χέρι, πάτησε στα πλευρά του και του ξερίζωσε τον ώμο — όχι με τη δική της δύναμη, αλλά με τη δύναμη που της έδωσε ο θεός. Από την άλλη πλευρά η Ινώ του έσκιζε τις σάρκες, και η Αυτονόη με όλο τον θίασο έπεσαν πάνω του. Όλος ο Κιθαιρώνας αντηχούσε από τις κραυγές.
Άλλη του έπαιρνε ένα χέρι, άλλη ένα πόδι με το παπούτσι. Του γύμνωσαν τα πλευρά και όλες μαζί, με ματωμένα χέρια, έπαιζαν τόπι με τις σάρκες του Πενθέα. Το σώμα του σκορπίστηκε παντού, στα βράχια και στα πυκνά δάση. Το κεφάλι του όμως το πήρε η μητέρα του στα χέρια της. Το κάρφωσε στην κορυφή του θύρσου της και το περιφέρει σαν να είναι κεφάλι λιονταριού, αφήνοντας τις αδερφές της στους χορούς των Μαινάδων. Έρχεται τώρα προς το παλάτι, περήφανη για το δύσμοιρο θήραμα.»
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΓΑΥΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΔΜΟΥ
ΑΓΑΥΗ: «Βάκχες της Ασίας, δείτε τι σας φέρνω από το βουνό!»
ΧΟΡΟΣ: «Το βλέπουμε και σε δεχόμαστε στον θίασο.»
ΑΓΑΥΗ: «Το έπιασα χωρίς βρόχια, αυτό το λιονταρόπουλο! Κοιτάξτε το!»
ΚΑΔΜΟΣ: (Μπαίνει φέρνοντας τα μέλη του Πενθέα σε ένα σεντόνι) «Ακολουθήστε με, υπηρέτες, φέρτε το βαρύ φορτίο του Πενθέα στο σπίτι. Μετά από χίλιους κόπους βρήκα τα κομμάτια του σκορπισμένα στον Κιθαιρώνα. Τι συμφορά... Κόρη μου, τι κρατάς στα χέρια σου;»
ΑΓΑΥΗ: «Πατέρα, καυχήσου! Γέννησες την πιο γενναία κόρη! Άφησα τον αργαλειό και πήγα σε μεγαλύτερα έργα, να κυνηγώ θηρία με τα χέρια μου! Δες το τρόπαιο που θα κρεμάσεις στο παλάτι σου!»
ΚΑΔΜΟΣ: «Ω, πένθος που δεν μετριέται! Φόνος που έγινε με χέρια άθλια! Θυσίασες το θύμα και καλείς εμένα και τη Θήβα σε γεύμα; Πρώτα πονώ για σένα, μετά για μένα. Ο θεός μας κατέστρεψε δίκαια μεν, αλλά πολύ σκληρά.»
ΑΓΑΥΗ: «Πόσο δύστροπος είναι ο γέροντας στο βλέμμα! Μακάρι και ο γιος μου να ήταν καλός κυνηγός σαν τη μητέρα του, όταν πηγαίνει με τους νέους της Θήβας για θηράματα. Αλλά εκείνος ξέρει μόνο να θεομαχεί. Πρέπει να τον μαλώσεις, πατέρα.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Σήκωσε τα μάτια σου στον ουρανό. Τι βλέπεις;»
ΑΓΑΥΗ: «Τον ουρανό βλέπω. Γιατί με ρωτάς;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Είναι ακόμα ο ίδιος ή σου φαίνεται πως αλλάζει;»
ΑΓΑΥΗ: «Είναι πιο λαμπρός από πριν... Κάτι αρχίζει να αλλάζει μέσα μου.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Αυτό που κρατάς στην αγκαλιά σου... ποιανού κεφάλι είναι;»
ΑΓΑΥΗ: (Τρέμοντας) «Λιονταριού... έτσι είπαν οι κυνηγοί.»
ΚΑΔΜΟΣ: «Κοίταξε καλά. Είναι μικρός ο κόπος για να δεις την αλήθεια.»
ΑΓΑΥΗ: «Α! Τι βλέπω; Τι είναι αυτό που κρατώ;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Κοίταξέ το, μάθε το καθαρά.»
ΑΓΑΥΗ: «Βλέπω τη μέγιστη συμφορά! Είναι το κεφάλι του Πενθέα! Ποιος τον σκότωσε; Πώς βρέθηκε στα χέρια μου;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Εσύ τον σκότωσες. Εσύ και οι αδερφές σου. Ο θεός σας τρέλανε γιατί τον αρνηθήκατε.»
ΑΓΑΥΗ: «Ο Πενθέας... το παιδί μου... Ω, πατέρα, πού είναι το υπόλοιπο σώμα του;»
ΚΑΔΜΟΣ: «Εδώ το έχω, το μάζεψα με κόπο.»
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ
(Ο Διόνυσος εμφανίζεται με τη θεϊκή του μορφή πάνω από το παλάτι)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: «Είμαι ο Διόνυσος, ο γιος του Δία. Ήρθα στη Θήβα και με υβρίσατε. Δέσατε τον θεό σας και χλευάσατε τα όργιά μου. Τώρα, η τιμωρία είναι εδώ. Εσύ, Κάδμε, θα μεταμορφωθείς σε δράκοντα και η γυναίκα σου η Αρμονία θα πάρει μορφή φιδιού. Θα οδηγήσετε βάρβαρα πλήθη σε καταστροφές, μέχρι να βρείτε ανάπαυση στη χώρα των Μακάρων. Κι εσύ, Αγαύη, θα φύγεις από αυτή την πόλη ματωμένη, εξόριστη, μακριά από τον τάφο του γιου σου.»
ΑΓΑΥΗ: «Πατέρα, σε αποχωρίζομαι! Με διώχνουν από το σπίτι μου!»
ΚΑΔΜΟΣ: «Κι εγώ, κόρη μου, φεύγω γέροντας και ατιμασμένος.»
ΑΓΑΥΗ: «Οδηγήστε με μακριά, εκεί που δεν θα βλέπω τον Κιθαιρώνα, εκεί που ο Κιθαιρώνας δεν θα με βλέπει. Εκεί που δεν θα υπάρχει θύρσος να μου θυμίζει το κακό. Ας πάνε άλλοι στις γιορτές του Βάκχου...»

.jpg)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.